AND ALSO THE TREES: ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΗΜΑΣΤΑΝ ΤΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ
Λίγο πριν βρεθούν στη σκηνή του Gazarte το Σαββατο ως headliners του Death Disco Indoor Festival οι βετεράνοι του post punk εξήγησαν στο NEWS 24/7 πως συνεχίζουν την πορεία τους εδώ και 47 χρόνια.
«Δεν έχουμε αναγνωριστεί όσο θα έπρεπε και οι λόγοι είναι περίπλοκοι. Από τότε που φτιάξαμε το συγκρότημα και για αρκετό καιρό, τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης που ασχολούνται με την μουσική δεν μας είχαν ούτε καν εντοπίσει. Το κοινό δεν γνώριζε την ύπαρξή μας πως λοιπόν θα μπορούσε να κρίνει αν η μουσική μας του αρέσει ή όχι. Τον περισσότερο καιρό δεν με απασχολεί αυτό το ζήτημα, κάποιες φορές όμως αγανακτώ γιατί δεν καταφέραμε να ακουστούμε σε ένα ευρύτερο κοινό, ενώ νιώθω σίγουρος ότι σε πολλούς ανθρώπους εκεί έξω θα αρέσει η μουσική μας».
Με αυτά τα λόγια ο τραγουδιστής και στιχουργός των And Also The Trees, Simon Huw Jones εξηγεί γιατί το συγκρότημα- ένα από τα μακροβιότερα στη σκηνή- δεν κατάφερε ποτέ να αποκτήσει την φήμη που του άξιζε. Ενώ ο αδερφός του ο κιθαρίστας Justin Jones δίνει μία άλλη εκδοχή.
«Δεν ήμασταν ποτέ το συγκρότημα που θα έκανε επιτυχίες. Αυτό σημαίνει ότι ήμασταν προορισμένοι να γράφουμε σκοτεινούς δίσκους. Αν είχαμε κάποια τραγούδια που θα γίνονταν επιτυχίες, η πορεία μας θα ήταν διαφορετική και ίσως όχι αυτή που θα θέλαμε. Οπότε ίσως είμαστε τυχεροί με έναν αλλόκοτο τρόπο».
Εδώ και 47 χρόνια, οι And Also the Trees παραμένουν ένα συγκρότημα που συνδυάζει τη μελαγχολική ατμόσφαιρα και την ορμή του post-punk με στίχους γεμάτους λυρισμό. Η εμμονή τους με έναν παλιομοδίτικο ρομαντισμό και η άρνηση τους να υποκύψουν σε εύπεπτα τραγούδια τους έδωσε μία ξεχωριστή θέση στη σκηνή.
Εμφανίστηκαν το 1979 στο Inkberrow στο Worcestershire ως μία συμμορία από πιτσιρικάδες πανκς που δεν ήξεραν να παίζουν ούτε μία νότα, αλλά μάθαιναν από τους Cure, τους Fall και τους Joy Division που έβλεπαν ζωντανά ταξιδεύοντας στις κοντινές πόλεις. Έστειλαν τα ντέμο τους στους Cure βγήκαν σε περιοδεία μαζί τους, ο Robert Smith και ο Lol Tolhurst κάνανε την παραγωγή στις πρώτες κυκλοφορίες τους και ύστερα το συγκρότημα πήρε το δικό του μονοπάτι.
«Δεν πίστευα ότι ο ήχος μας χωρούσε κάτω από κάποια κατηγορία. Αλλά όταν άρχισαν να κάνουν λόγο για post punk σκηνή μας άρεσε γιατί είμασταν κυριολεκτικά τα παιδιά που βγήκαν μετά το πανκ, άσχετα αν ο ήχος μας δεν είναι ο κλασικός post punk ήχος» σημειώνει ο Simon. Και ξεχωρίζει σημερινά συγκροτήματα που ακολουθούν την κληρονομιά των πρωτοπόρων.
«Παρακολουθώ λίγα νέα συγκροτήματα που μοιάζουν να ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα. Όπως τους Desperate Journalist που πρόσφατα κυκλοφόρησαν ένα εξαιρετικό δίσκο το No Hero. Και πρόσφατα παρακολούθησα με ενδιαφέρον μία συναυλία των Λευκορώσων Molchat Doma που έχουν μεγάλη ανταπόκριση στις νεότερες γενιές παρόλο που τραγουδάνε στα ρώσικα».
Ο νέος τους δίσκος, ο 17ος που μόλις κυκλοφόρησε έχει τον τίτλο «Devil’s Door» και «φυσικά αναφέρεται στους σκοτεινούς καιρούς που ζούμε» όπως λέει ο Simon. Αλλά όπως συνεχίζει «θα ήθελα να μην το πολυαναλύω. Προτιμώ τα τραγούδια μου, οι στίχοι μου να παραμένουν ελεύθερα να τα ερμηνεύσει κάποιος όπως θέλει. Ακόμα και στα δικά μου αυτιά νιώθω ότι τα τραγούδια είναι ζωντανοί οργανισμοί και μπορεί να αλλάζουν με τον καιρό, να αλλάζουν με τις συνθήκες. Και ο τίτλος του δίσκου παίζει έναν πιο περίπλοκο ρόλο, θα μπορούσε να σημαίνει οτιδήποτε».
Όσο για την μουσική αναλαμβάνει ο Justin να περιγράψει τον νέο δίσκο. «Ο δίσκος είναι κατά μία έννοια συνέχεια του προηγούμενου Mother-of-Pearl Moon του 2024 και αποτελεί τον τελευταίο μίας τριλογίας με πρώτο τον The Bone Carver του 2022. Είχα πολλές ιδέες από το 2020 και καταφέραμε να κυκλοφορήσουμε τρεις δίσκους σε μικρό χρονικό διάστημα. Ο τελευταίος κρύβει την αίσθηση ενός τέλους εποχής».
«Είναι πάντα αναζωογονητικό να ανακαλύπτεις νέους ήχους. Για παράδειγμα, ο Colin Ozanne έπαιξε ακορντεόν σε ένα κομμάτι ή ζήτησα από την Catherine Graindorge να προσθέσει το βιολί της σε ένα άλλο και ήταν πραγματικά συναρπαστικό. Τέτοια μουσικά όργανα κρύβουν μια ασύγκριτη μαγεία. Τόσο ο μπασίστας Grant Gordon όσο και ο ντράμερ Paul Hill πρόσθεσαν απροσδόκητους κινηματογραφικούς ήχους στα τραγούδια. Εγώ απλώς έπαιξα κιθάρα και λίγο Moog και δεύτερα φωνητικά εδώ και εκεί. Το ένα κομμάτι (Rooftop) μου έδωσε την αίσθηση του Vangelis όταν έγραφε το σάουντρακ για το Blade Runner».
Αλλά αυτό που έκανε ξεχωριστούς τους And Also The Trees ήταν ότι με τους στίχους τους έβγαλαν το post punk από το σύμπαν της μητρόπολης και του έδωσαν την πνοή της αγγλικής υπαίθρου. Και υπεύθυνος γι’ αυτό ήταν ο Simon.
«Ήμουν λίγο ανόητος ως έφηβος, φαντάσου ότι ήμουν σαν μία αγγλική επαρχιώτικη εκδοχή του Ράστι Τζέιμς στο Rumble Fish (o αλητάκος που υποδύεται ο Ματ Ντίλον στον Αταίριαστο του Κόπολα). Άργησα να έρθω σε επαφή με την λογοτεχνία και την τέχνη, ουσιαστικά ήταν λίγο μετά που φτιάξαμε το συγκρότημα. Διάβασα τυχαία το πρώτο μου βιβλίο όταν έπιασα κάποιο από ένα κουτί κι άρχισα να διαβάζω δυνατά καθώς οι υπόλοιποι έπαιζαν μουσική. Το βιβλίο που επέλεξα τυχαία ήταν το Time must have a stop του Άλντους Χάξλει, και όσα διάβαζα ταίριαξαν εξαιρετικά με τον ήχο. Προέκυψε ως αναγκαίο κακό αλλά ήταν και μία καθοριστική στιγμή καθώς απο τότε δεν σταμάτησα να διαβάζω. Ο Τόμας Χάρντι, ο Έρνεστ Χέμινγουει, ο Ντ.Χ. Λόρενς, ήταν μία αποκάλυψη για μένα. Τώρα έχω ρίξει το βάρος στους σύγχρονους συγγραφείς Κόρμακ Μακάρθι, Σεμπάστιαν Μπάρι, Κολμ Τόιμπιν, Κλερ Κίγκαν, Σαμάνθα Χάρβει, κλπ. Το ίδιο ακριβώς κάνω με τις ταινίες και τις εικαστικές τέχνες, θέλω να αφομοιώνω όσα μπορώ και να ελπίζω ότι αυτό θα με κάνει καλύτερο και θα με βοηθήσει να μην χάσω την έμπνευση μου».
Οι And Also The Trees βρίσκονται 47 χρόνια στην post-punk σκηνή. Τα αδέρφια Jones είναι οι μόνοι που έχουν μείνει από την αρχική σύνθεση, παλιά μέλη έχουν αποχωρήσει, νέα μέλη πήραν θέση στο μπάσο και τα ντραμς αλλά το συγκρότημα συνεχίζει ακάθεκτο.
«Προσωπικά θεωρώ το συγκρότημα» συνεχίζει ο Simon, «μία ξεχωριστή οντότητα που την αγαπάω και θέλω να την κρατήσω ζωντανή. Είναι ένα συναίσθημα που γεννήθηκε μετά τα πρώτα μας χρόνια όταν συνειδητοποίησα ότι άξιζε να παλέψω γι’ αυτό».
Οπότε οι And Also The Trees επιστρέφουν για μία συναυλία και ετοιμάζουν ήδη μία setlist «που βασίζεται στις πρόσφατες κυκλοφορίες μας. Προσπαθούμε να σχεδιάζουμε μία εμφάνιση που να διαθέτει ενέργεια και μελωδία, κίνηση και συναισθηματικές εναλλαγές».
Το Death Disco Indoor Festival πραγματοποιείται την Παρασκευή 3 και το Σάββατο 4 Απριλίου στο Gazarte Ground Stage. Οι πόρτες ανοίγουν στις 18.00 μ.μ. Εισιτήρια 30 ευρώ την ημέρα, 50 το διήμερο.
Την Παρασκευή παίζουν οι Αμερικανοί Ghost Cop, οι Γερμανοί Days of Sorrow, η Aμερικανίδα Riki και οι δικοί μας Selofan.
Το Σάββατο το βράδυ ανοίγουν οι δικοί μας Convex Model και συνεχίζουν οι Ολλανδοί Desinteresse, οι Γερμανοί Escape With Romeo και φυσικά οι And Also The Trees.