ΜΙΛΗΣΑΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΣΟΛΟΪ ΓΙΑ ΤΗ ΣΑΡΚΑ, ΚΑΤΙ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΡΕΝΩΠΟΤΗΤΑ
Γιατί προκαλεί τόσο έντονες συζητήσεις παγκοσμίως ένα μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή έναν πολλά βαρύ άνδρα της γενιάς Χ που ούτε θέλει ούτε μπορεί να λέει πολλά; Συναντήσαμε τον βραβευμένο με Booker συγγραφέα στην Αθήνα, τα βάλαμε κάτω και καταλήξαμε σε μερικά συμπεράσματα χρήσιμα για κάθε φύλο.
Τι κι αν τον Νοέμβριο του 2025 με το μυθιστόρημα Σάρκα (μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδ. Ψυχογιός) ήταν η δεύτερη φορά που ο Ντέιβιντ Σολόι βρισκόταν μια ανάσα μακριά από το βαρύτιμο βραβείο Booker, όντας επί μήνες στη βραχεία λίστα; Εννιά χρόνια μετά την πρώτη -οπότε και το προπροηγούμενο βιβλίο του, All That Man Is, συμπεριλήφθηκε επίσης στη βραχεία λίστα, προκαλώντας αντιδράσεις δεδομένου ότι σύμφωνα με τους κανόνες το Booker απονέμεται σε έργα ενιαίας μυθοπλασίας, ενώ το συγκεκριμένο αποτελείται από εννιά ιστορίες που αν και χωράνε κάτω από την ίδια θεματική ομπρέλα, παραμένουν διακριτές, καθιστώντας το περισσότερο συλλογή διηγημάτων παρά μυθιστόρημα, έστω σπονδυλωτό- η αγωνία του ήταν εξίσου μεγάλη, αν όχι μεγαλύτερη.
Η διαφορά ήταν ότι αυτή τη φορά ήξερε πώς να τη διαχειριστεί. «Η βραδιά της απονομής το 2016 ήταν φριχτή. Ήμουν εξαιρετικά αγχωμένος, το μαρτύριο έμοιαζε να μην έχει τέλος. Θυμάμαι να έχω την αίσθηση ότι κάτι τεράστιας σημασίας κρίνεται για μένα – το οποίο όντως ισχύει κατά κάποιο τρόπο, για Booker μιλάμε. Και μετά ως γνωστόν δεν κέρδισα το βραβείο (σ.σ. απονεμήθηκε στον Πολ Μπέιτι για το μυθιστόρημα Ο Πουλημένος, μτφρ. Νίκος Α. Μάντης, εκδ. Καστανιώτη) και το όλο πράγμα εξελίχθηκε σε μια πολύ δυσάρεστη εμπειρία. Πέρυσι λοιπόν αν μη τι άλλο είχα αποφασίσει να μην υποφέρω, να μην με κυριεύσουν τα ίδια ανυπόφορα συναισθήματα. Ήθελα απλά να περάσω καλά και για να τα καταφέρω έπρεπε να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν υπήρχε περίπτωση να κερδίσω. Άρα έπρεπε να αποδεχτώ στωικά και με ηρεμία την προδιαγεγραμμένη ήττα. Νομίζω ότι τα κατάφερα αρκετά καλά» λέει ο Σολόι στο NEWS 24/7.
Όλο αυτό όχι όμως γιατί πίστευε λιγότερο, σε σχέση με το παρελθόν, στον εαυτό του. «Νομίζω ότι η πίεση και το άγχος της πρώτης φοράς οφείλονταν στο ότι μέσα μου θεωρούσα ότι επρόκειτο για τη μία και μοναδική μου ευκαιρία. Προφανώς τη δεύτερη φορά αυτό το σκεπτικό δεν μπορεί να υφίσταται πια. Μη σου πω κιόλας ότι σκέφτεσαι ότι αφού έχεις φτάσει δύο φορές στη βραχεία λίστα του Booker, δεν αποκλείεται να υπάρξει και τρίτη. Με βοήθησε αυτό το σκεπτικό, αλλά κυρίως το ότι έπεισα τον εαυτό μου ότι δεν υπήρχε περίπτωση να κερδίσω. Γιατί, εδώ που τα λέμε, το μυθιστόρημά μου ξεφεύγει κάπως από τις νόρμες που ίσως έχει κάποιος στο μυαλό του για τα βιβλία που κερδίζουν το Booker. Άσε που είναι εξαιρετικά και τα υπόλοιπα βιβλία της βραχείας λίστας, θα μπορούσε άνετα το καθένα από αυτά να είχε κερδίσει το βραβείο».
Είχε και κάτι άλλο κατά νου, όντας αρκετά ώριμος και έμπειρος ώστε να μπορεί να αντιληφθεί ότι ακόμη και όσον αφορά το πολυπόθητο βραβείο -και βέβαιο εισιτήριο για την επόμενη, ίσως υψηλότερη μέχρι το τέλος της ζωής του, πίστα της δημοσιότητας και των πωλήσεων- δεν είναι όλα ρόδινα, υπάρχουν και κάποιες αρνητικές συνέπειες. Ή τέλος πάντων όχι απόλυτα θετικές, λέει ο Σολόι, με την έννοια ότι από ένα βραβευμένο με Booker συγγραφέα απαιτείται για πολύ καιρό να κάνει πράγματα -ταξίδια, ομιλίες, συνεντεύξεις, παρουσιάσεις και οτιδήποτε άλλο εμπίπτει στην πολυδαίδαλη διαδικασία προώθησης ενός βιβλίου διεθνώς- που τον απομακρύνουν από αυτό που εξ ορισμού θέλει να κάνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: να γράφει.
«Ναι, ισχύει αυτό που λες, έχεις την αίσθηση ότι η βράβευση έχει το τίμημά της. Γρήγορα συνειδητοποιείς ότι για ένα-δύο χρόνια αυτό που αναπόφευκτα θα πρέπει να κάνεις είναι να μιλάς μόνο για το συγκεκριμένο βιβλίο σου σε όλο τον κόσμο, άρα δεν μένει καθόλου χρόνος για να γράψεις κάτι καινούριο. Και όταν τελικά καταφέρεις να βρεις τον χρόνο, θα νιώσεις ότι το Booker έχει αλλάξει τη σχέση σου με το γράψιμο. Για να το πω απλά, αν καταφέρεις να κερδίσεις το βραβείο, μετά θα έχεις περισσότερο άγχος. Είναι αξιοσημείωτο ότι πολλοί συγγραφείς μετά το Booker δεν γράφουν τίποτα καινούριο για πολλά χρόνια. Ενώ σε κάποιες περιπτώσεις το βραβευμένο βιβλίο αποδεικνύεται σε βάθος χρόνου η κορύφωση της καριέρας τους, δεν καταφέρνουν ποτέ ξανά να γράψουν κάτι εξίσου καλό – αν και προφανώς υπάρχουν και πολλές περιπτώσεις που το καταρρίπτουν όλο αυτό, όπως για παράδειγμα ο Καζούο Ισιγκούρο που κέρδισε το Booker πολύ νέος και συνέχισε γράφοντας πολλά εξαιρετικά βιβλία (σ.σ. και του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2017). Αλλά ναι, το Booker έχει και αρνητικές πτυχές και αυτές είναι που με βοήθησαν να νιώσω καλά όταν δεν το κέρδισα το 2016. Τώρα όμως πρέπει να τις αντιμετωπίσω όσο καλύτερα μπορώ», λέει στο NEWS 24/7 όντας στην Αθήνα ως καλεσμένος του 1ου Διεθνούς Φεστιβάλ Λογοτεχνίας.
ΓΙΑΤΙ ΜΙΛΑΝΕ ΟΛΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΑΡΚΑ;
«Είναι, με πολλούς τρόπους, ένα σκοτεινό βιβλίο, αλλά είναι απόλαυση να το διαβάζεις», δήλωσε για τη Σάρκα στην τελετή απονομής ο Ρόντι Ντόιλ, βραβευμένος με Booker ο ίδιος το 1993 και πρόεδρος της κριτικής επιτροπής στην οποία συμμετείχαν η ηθοποιός Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και οι συγγραφείς Κρις Πάουερ, Αγιομπάμι Αντεμπαϊό και Κίλεϊ Ριντ. Επισημαίνοντας ότι η απόφαση ήταν ομόφωνη γιατί όλα τα μέλη «δεν είχαν διαβάσει ποτέ κάτι παρόμοιο».
Το έκτο έργο μυθοπλασίας του βρετανοουγγρικής καταγωγής συγγραφέα παρακολουθεί τη ζωή ενός άνδρα, του Ίστβαν, από τα νεανικά του χρόνια έως τη μέση ηλικία. Με αφετηρία της αφήγησης την ερωτική σχέση που συνάπτει στα 15 του με μία κατά πολύ μεγαλύτερη γειτόνισσά του, και κατόπιν μία πράξη βίας που θα ανατρέψει τη ζωή του, τον παρακολουθούμε να κατατάσσεται στον στρατό και να συμμετέχει στον πόλεμο του Κόλπου, να μετακομίζει αμέσως μετά στο Λονδίνο, να εργάζεται ως πορτιέρης σε κλαμπ και ως σοφέρ πλουσίων, προτού, όπως γράφτηκε στη Guardian, τα κύματα του παγκόσμιου κεφαλαίου παρασύρουν πρόσκαιρα και τον ίδιο στην ελίτ.
Και όλα αυτά εμείς τα παρακολουθούμε χωρίς πρόσβαση στον εσωτερικό κόσμο του πρωταγωνιστή. Δεν ξέρουμε ούτε πώς σκέφτεται ούτε πώς νιώθει. Μαθαίνουμε μόνο τις σκέψεις και τα συναισθήματα που προκαλεί στους άλλους, ενώ ο ίδιος λέει συνέχεια «Οκέι» και συνεχίζει τη ζωή του αφήνοντας σχεδόν παθητικά να τον παρασύρει όποιο κύμα κι αν εμφανιστεί μπροστά του. Η αρρενωπότητα, η ταξική ταυτότητα, η μετανάστευση, το τραύμα, η σεξουαλικότητα και η εξουσία είναι τα μείζονα ζητήματα που πραγματεύεται η Σάρκα και ο Σολόι το κάνει με μια γραφή λιτή, σχεδόν σεναριακή, απογυμνωμένη από «παραδοσιακές» λογοτεχνικές αρετές – πλην μίας από αυτές. «Το μυθιστόρημα λειτουργεί επειδή η απλότητα του Σολόι, όπως συμβαίνει και με τον Χέμινγουεϊ, σφύζει από ένα πλούτο που αγγίζει την ψυχή σου», έγραψαν οι New York Times. Ο Σολόι χαμογελάει ευχαριστημένος γιατί ξέρει για ποια κριτική του μιλάω. «Είναι πράγματι ένα πολύ καλό σχόλιο για το βιβλίο, γιατί να μη μου αρέσει; Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μου αρέσουν όλα τα βιβλία του Χέμινγουεϊ. Κάποια όμως μου αρέσουν και μάλιστα πολύ. Αλλά συμφωνώ ότι η περιβόητη απλότητα της γραφής του Χέμινγουεϊ είναι πάρα πολύ πλούσια στο μεδούλι της. Και αυτό είναι κάτι που ήλπιζα να καταφέρω γράφοντας» λέει και συμφωνεί με κάτι ακόμη που του επισημαίνω: Ο τρόπος γραφής του βιβλίου είναι δύσκολο -αν όχι αδύνατο- να επιτρέψει αντιδράσεις μακριά από τα δύο άκρα. Ή θα το λατρέψεις και θα σε παρασύρει και δεν θα μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου, ούτε και να το ξεχάσεις ακόμη και πολύ μετά αφού το τελειώσεις. Ή θα σε «πετάξει έξω» κι εσύ αυτό μακριά σου.
Ούτε το βρίσκει κακό αυτό ο Σολόι, σίγουρα το προτιμά «από το να λένε όλοι ότι είναι απλά εντάξει και να αντιδρούν χλιαρά, ξέρω ότι είναι ζόρικο βιβλίο, έχει έντονη, ας πούμε, γεύση».
Ούτε πιστεύει ότι η συζήτηση γύρω από την «αρχιτεκτονική» του βιβλίου μπορεί να λειτουργήσει αποπροσανατολιστικά για το κοινό, απομακρύνοντας την προσοχή -στον έντονο δημόσιο διάλογο γύρω από αυτό- από την ουσία και το μήνυμά του ως λογοτεχνικού έργου. Ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει ότι η ίδια η φόρμα της Σάρκας αποτελεί θεμελιώδες μέρος της ουσίας και του μηνύματός της. «Ένα βιβλίο είναι φτιαγμένο από λέξεις. Η ακριβής επιλογή τους και η τοποθέτησή τους σε μια συγκεκριμένη αλληλουχία είναι προφανώς δομικής σημασίας για το μήνυμα του βιβλίου. Δεν νομίζω ότι μπορείς να τα αντιμετωπίσεις ξέχωρα, δηλαδή από τη μία να μιλήσεις για το στιλ της γραφής και τα γλωσσικά χαρακτηριστικά και από την άλλη για το νόημα του βιβλίου. Το βιβλίο εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να έχει νόημα ασύνδετο από τη φόρμα του. Αυτό δεν σημαίνει ότι το μήνυμα ενός βιβλίου εξαντλείται στο στιλ της γραφής. Κάθε βιβλίο πρέπει να φέρει ένα μήνυμα το οποίο στον βαθμό που κρίνει ο συγγραφέας δεν μπορεί παρά να πηγάζει από την κοινωνία μέσα στην οποία γράφτηκε. Δεν μπορεί ένα βιβλίο να αποτελεί μόνο μια αισθητική άσκηση» λέει και κάνει μια προσπάθεια να βάλει δυο-τρία ακόμη πράγματα στη θέση τους όσον αφορά γενικά τον ίδιο ως συγγραφέα -που, σύμφωνα με τη Guardian, τον συναρπάζουν η αρρενωπότητα, η καταπίεση, η κοινωνική θέση και το σεξ, καθώς και η μετανάστευση και οι αδέσποτοι, ακαθόριστοι τόποι της σύγχρονης Ευρώπης- και ειδικά ως προς το τελευταίο του, πολυσυζητημένο βιβλίο. «Νομίζω ότι μερικές φορές τονίζεται υπερβολικά το κομμάτι της αρρενωπότητας όσον αφορά τη Σάρκα. Για μένα ποτέ δεν αποτέλεσε το βασικό θέμα με το οποίο ήθελα να καταπιαστώ. Ευτυχώς πολλοί αναγνώστες μου λένε ότι σε αντίθεση με αυτό που περίμεναν εξαιτίας όσων λέγονται και γράφονται στον τύπο, η Σάρκα δεν τους φάνηκε να αφορά όχι απλά μόνο, ούτε καν κυρίως την αρρενωπότητα» λέει στο NEWS 24/7.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΡΡΕΝΩΠΟΤΗΤΑ, ΤΙ;
Κάποιοι ψέγουν τη Σάρκα, του λέω, γιατί ο πρωταγωνιστής υποτίθεται ότι είναι ένας λευκός, στρέιτ, καταφερτζής, ανέκφραστος και ενδεχομένως αναίσθητος άντρας που έχει τον περίγυρό του του χεριού του. Όλα αυτά, βέβαια, μέχρι να ξεκινήσει η κάτω του βόλτα. Ακόμη και χωρίς αυτή όμως, γιατί να θέλει κάποιος να αντιληφθεί ως εξύμνηση ακόμη και της τοξικής «ματσίλας» την εξιστόρηση μιας πολυεπίπεδα διαλυμένης ζωής όπως είναι η δική του; «Ακριβώς! Αν μη τι άλλο ο Ίστβαν είναι ένας ιδιαίτερα πολυδιάστατος χαρακτήρας που δεν θα μπορούσε με τίποτα να χρησιμοποιηθεί ως αρχέτυπο σε μια συζήτηση για την αρρενωπότητα. Νομίζω ότι όταν ένα βιβλίο κερδίσει το Booker πρέπει να βρεθεί μια περιγραφή λίγων λέξεων, για να μην πω και μονολεκτική, που να εξηγεί γιατί το συγκεκριμένο έργο μυθοπλασίας είναι σημαντικό τώρα. Στην περίπτωση του δικού μου βιβλίου αυτή η λέξη είναι η αρρενωπότητα. Προφανώς δεν θέλω να πω ότι το βιβλίο δεν έχει καθόλου να κάνει με την αρρενωπότητα» λέει ο Σολόι.
Φυσικά και έχει – μόνο εν μέρει. «Για μένα δεν αποτέλεσε ποτέ τον πυρήνα της αναζήτησής μου. Στην τελική η αρρενωπότητα, το σεξ, η τάξη, είναι όλα κομμάτια της ζωής μας, της ύπαρξής μας. Αν κάτι ήλπιζα για αυτό το βιβλίο -όπως και για όλα μου τα βιβλία εδώ που τα λέμε- είναι να αφορά το όλον της ζωής, το σύνολο των εμπειριών μας. Δεν γράφω για να διαχειριστώ μόνο το ένα ή το άλλο ζήτημα. Τέλος πάντων, δεν έχω πρόβλημα με κανένα από όλα αυτά τα ζητήματα. Όλα με ενδιαφέρουν και για όλα θέλω να γράφω. Αλλά ένα βιβλίο δεν μπορεί να καταλήγει να θεωρείται σχολιασμός μιας λίστας ζητημάτων. Το γράψιμο βιβλίων δεν είναι σαν τη λίστα για τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ».
ΕΝΑΣ ΔΙΑΚΡΑΤΙΚΟΣ ΕΥΡΩΠΑΙΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Πρόσφατα ο Σολόι δήλωσε ότι θεωρεί τον εαυτό του Ευρωπαίο μυθιστοριογράφο. Το NEWS 24/7 του ζητά διευκρινίσεις. «Είναι κάτι που ισχύει εκ των πραγμάτων. Τα πρώτα βιβλία μου θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αγγλικά, διαδραματίζονται άλλωστε στο Λονδίνο. Δεδομένου ότι τα τελευταία 15 χρόνια ζω εκτός Αγγλίας -αρχικά στην Ουγγαρία και τώρα στην Αυστρία- η σχέση μου με τη χώρα έχει γίνει πιο περίπλοκη. Δεν είμαι πια στη θέση να γράψω απλά “αγγλικά μυθιστορήματα”» λέει, κι ας επισκέπτεται συχνά το Λονδίνο, κι ας παρακολουθεί τη βρετανική επικαιρότητα, εφόσον όμως δεν ζει εκεί δεν μπορεί να ξέρει τι συνεπάγεται τώρα η εμπειρία της κανονικής ζωής. «Δεν έχω πια σχέση με τον τόπο που θα μου επέτρεπε να γράψω μυθιστορήματα που διαδραματίζονται στο παρόν της χώρας. Ούτε όμως μπορώ να γράψω ουγγρικά μυθιστορήματα – δεν μιλάω καν τη γλώσσα πολύ καλά. Οπότε σχεδόν εξ ανάγκης γράφω για πράγματα που αντικατοπτρίζουν το δικό μου βίωμα: τι σημαίνει να είσαι ένας διακρατικός Ευρωπαίος πολίτης. Το All That Man Is αφορά ένα ταξίδι, ας πούμε, που μας μεταφέρει από τη μία ευρωπαϊκή χώρα στην άλλη. Και στη Σάρκα (μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδ. Ψυχογιός) μετακινούμαστε από την Ουγγαρία στην Αγγλία και από εκεί στη Γερμανία και πάλι πίσω».
Εκεί πίσω, στην επαρχία της Ουγγαρίας, της γενέτειρας του πατέρα του, ο γεννημένος το 1974 στον Καναδά, απ’ όπου και κατάγεται η μητέρα του, Ντέιβιντ Σολόι κατέληξε να γράφει το μυθιστόρημα, γνωρίζοντας από την πρώτη στιγμή ότι χωροχρονική αφετηρία του του θα αποτελούσε η ουγγρική μετασοβιετική αυγή της δεκαετίας του ’90. «Μέσες άκρες είχα τον πυρήνα της ιστορίας σχηματισμένο στο μυαλό μου πριν αρχίσω να γράφω. Δεν χρειάστηκε καν να σκεφτώ ιδιαίτερα πότε θα ξεκινούσε η πλοκή. Ενστικτωδώς την τοποθέτησα εκεί που λες. Εν μέρει αυτό οφείλεται στο ότι ο Ίστβαν είναι σχεδόν συνομήλικός μου, γεννημένος και αυτός στα μέσα της δεκαετίας του ’70, γύρω στα 15 το 1990. Πέρα από αυτό, η δράση ξεκινά το ’90 γιατί μόλις ένα χρόνο νωρίτερα είχαμε την Πτώση του Τείχους του Βερολίνου και το τέλος του κομμουνισμού, γεγονότα που σήμαναν τεράστιες αλλαγές στην Ουγγαρία και τις γύρω χώρες και όχι μόνο. Είναι μια χρονιά-σταθμός για τη σύγχρονη Ευρώπη».
«Νομίζω ότι μερικές φορές τονίζεται υπερβολικά το κομμάτι της αρρενωπότητας όσον αφορά τη Σάρκα. Για μένα ποτέ δεν αποτέλεσε το βασικό θέμα με το οποίο ήθελα να καταπιαστώ.
Αυτό που δεν ήξερε εξαρχής ήταν ίσως το πιο σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, εύρημα του βιβλίου: Όλα (εντάξει, σχεδόν όλα) τα σημαντικά γεγονότα στη ζωή του πρωταγωνιστή και κατ’ επέκταση των υπολοίπων ηρώων που μαγνητίζονται σαν δορυφόροι γύρω του, συμβαίνουν έξω από τις σελίδες του βιβλίου – με τον ίδιο τρόπο, για να γίνω κατανοητός, που όλα τα καθοριστικά για τη ζωή των ηρώων του Νίκου Γραμματικού στους «Απόντες» συμβαίνουν έξω από την ταινία – κι εμείς διαβάζουμε τις επιπτώσεις τους. «Όχι, αυτό δεν ήταν μια προειλημμένη ιδέα. Προέκυψε στην πορεία. Νομίζω ότι στο κεφάλαιο για το Ιράκ, στην αρχή προσπάθησα να συμπεριλάβω αναλυτικά τα γεγονότα στην πλοκή. Δεν λειτούργησε. Τελικά καταλαβαίνεις τι συνέβη εκεί από τη συναισθηματική κατάσταση του Ίστβαν όταν πια έχει επιστρέψει στο σπίτι του και στη συνέχεια μέσα από τις συνεδρίες του. Νομίζω ότι αυτό το κεφάλαιο καθόρισε τον καμβά της προσέγγισης για όλο το βιβλίο ώστε διαβάζοντας να μαθαίνεις για τα γεγονότα εκ των υστέρων και μέσα από την επίδρασή τους στις ζωές των ηρώων» λέει ο Σολόι, και επιβεβαιώνει ότι όχι τυχαία η πλοκή του βιβλίου καθορίζεται μεν από γεγονότα μείζονος συλλογικής σημασίας -το τέλος του κομμουνισμού, ο πόλεμος στο Ιράκ, η πανδημία, κ.α.-, ίσως ακόμη περισσότερο δε από γεγονότα που καθορίζουν την προσωπική πορεία του κάθε ήρωα, τα οποία όμως, τελικά, είναι κοινά για όλους τους ήρωες. Και για όλους τους αναγνώστες: ο έρωτας, η υγεία, το κυνήγι της ευτυχίας ανάμεσά τους.
Ο Σολόι επιστρέφει σε όλα τα «ζητήματα» που έλεγε νωρίτερα: «Το βιβλίο πραγματεύεται ζητήματα που αφορούν τον κάθε άνθρωπο. Αυτό ήθελα να επεξεργαστώ και να αναδείξω».
Εγώ επιστρέφω σε ένα: Δεδομένου ότι το βιβλίο του κυκλοφορεί σε μια εποχή που παρά τον απεχθή μισογυνισμό στη λεγόμενη «ανδρόσφαιρα» γίνονται και γόνιμες ζυμώσεις που αφορούν την αρρενωπότητα σήμερα, θεωρεί ότι έγινε σοφότερος ως προς το τι σημαίνει να είσαι άντρας όταν τελείωσε το βιβλίο; «Δεν ξέρω, μάλλον όχι. Είναι δύσκολο να απαντήσεις σε τέτοιες ερωτήσεις. Προφανώς γράφοντας ένα βιβλίο αλλάζεις. Η γραφή η ίδια δηλαδή σε αλλάζει μιας και πρόκειται για μία μακρά διαδικασία που απαιτεί τη συγκέντρωση και την προσοχή σου. Έχει κάποιες ομοιότητες με την ψυχοθεραπεία. Αναπόφευκτα σε αλλάζει, με τρόπους όμως λεπτεπίλεπτους που πρέπει να περάσουν χρόνια για να τους αντιληφθείς. Σοφότερος δεν ξέρω αν γίνεσαι γράφοντας βιβλία. Διαφορετικός, ναι. Θα μου πεις όμως διαφορετικός είσαι ούτως ή άλλως από τη μια στιγμή στην άλλη. Ακόμη κι αν δεν κάνεις τίποτα και κάθεσαι στην ίδια πολυθρόνα, μετά από μερικές ώρες είσαι ένας άλλος άνθρωπος» λέει ο Σολόι και συμφωνεί με αυτό που έλεγε κάποτε ο Τσέχοφ: Τα βιβλία δεν λύνουν προβλήματα. Αρκεί όμως να τα διατυπώνουν.
«Στο τέλος της ημέρας η ανάγνωση ενός μυθιστορήματος πρέπει να αποτελεί για τον αναγνώστη μία εμπειρία που να τον κάνει να νιώσει ότι άξιζε τον χρόνο που της αφιέρωσε. Ένα μυθιστόρημα πρέπει να είναι ενδιαφέρον, να σε συγκινεί, να σε ερεθίζει πνευματικά, να εξάπτει τη φαντασία σου, να μη σε κάνει να μετανιώσεις και να σκεφτείς ότι θα μπορούσες να είχες ξοδέψει τον χρόνο σου καλύτερα. Ξέρω ότι όλα αυτά ακούγονται κλισέ, αλλά είναι ο μόνος ρεαλιστικός στόχος. Και πρέπει να το λαμβάνουμε αυτό υπ’ όψιν ειδικά σήμερα, σε ένα κόσμο που τόσες πολλές διαφορετικές δραστηριότητες απαιτούν τον χρόνο μας και η προσοχή μας διασπάται διαρκώς. Η λογοτεχνία, τα βιβλία, η μυθοπλασία, οι γραπτές αφηγήσεις, για να καταφέρουν όλα αυτά να επιβιώσουν, πρέπει να είναι απολαυστικά με κάποιο τρόπο. Ακόμη κι αν πρόκειται για ένα βιβλίο έντονο και απαιτητικό που τοποθετεί τους αναγνώστες σε καταστάσεις άβολες και δυσάρεστες». Όπως κάνει η Σάρκα.
Το μυθιστόρημα Σάρκα του Ντέιβιντ Σολόι κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε μετάφραση Βάσιας Τζανακάρη.