Ένοχος για βιασμό ο Λάμπρος Φιλίππου – Ποινή φυλάκισης 4 ετών με αναστολή
Διαβάζεται σε 3'
Ο ηθοποιός Λάμπρος Φιλίππου κρίθηκε ένοχος για βιασμό και δύο απόπειρες βιασμού, παρά την εισαγγελική πρόταση για απαλλαγή. Με αναστέλλουσα δύναμη η ποινή του.
- 09 Φεβρουαρίου 2026 16:59
Ένοχος για βιασμό και δύο απόπειρες βιασμού κρίθηκε ο Λάμπρος Φιλίππου με απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών.
Το δικαστήριο αποφάσισε κατά πλειοψηφία (4-3) την καταδίκη του γνωστού ηθοποιού σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών, καθώς του αναγνωρίστηκε κατά πλειοψηφία το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, ωστόσο δεν έγινε δεκτό το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου.
Παράλληλα, στον καταδικασθέντα χορηγήθηκε αναστέλλουσα δύναμη στην έφεση με τον όρο της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα κι έτσι ο Λάμπρος Φιλίππου είναι ελεύθερος.
Με δάκρυα ανακούφισης υποδέχθηκαν την ετυμηγορία οι δυο καταγγέλλουσες, που ήταν παρούσες στη δικαστική αίθουσα.
Απαλλαγή είχε προτείνει η εισαγγελέας
Υπενθυμίζεται πως, προ ημερών, η εισαγγελέας της έδρας του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών είχε προτείνει την απαλλαγή του ηθοποιού και δασκάλου υποκριτικής λόγω αμφιβολιών.
Η εισαγγελική λειτουργός είχε ζητήσει την αθώωσή του, τονίζοντας ότι οι ενδείξεις που οδήγησαν στην παραπομπή του «δεν μετατράπηκαν σε αποδείξεις ικανές να στηρίξουν καταδικαστική κρίση». Όπως είχε πει, τα στοιχεία της δικογραφίας «δημιουργούν αμφιβολίες που δεν επιτρέπουν την ασφαλή θεμελίωση της ενοχής».
Στην εισήγηση της είχε αναφερθεί στη φύση των εγκλημάτων σεξουαλικής βίας, επισημαίνοντας ότι «τελούνται συνήθως χωρίς αυτόπτες μάρτυρες και χωρίς πάντα ιατροδικαστικά ευρήματα», ενώ είχε αναγνωρίσει ότι το κίνημα #MeToo συνέβαλε στο να μιλήσουν θύματα κακοποιητικών συμπεριφορών, λέγοντας ότι πρόκειται για «μια συλλογική προσπάθεια που πρέπει να αντιμετωπίζεται με σεβασμό». Κατά την ίδια, το δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τη συνολική αξιοπιστία των καταγγελιών, θέτοντας το ερώτημα: «Πότε και πώς αντιλαμβάνεται ένα άτομο ότι έχει υποστεί βιασμό;».
Για την πρώτη καταγγέλλουσα, που κατήγγειλε δύο απόπειρες βιασμού, η εισαγγελέας είχε κάνει λόγο για αντιφάσεις και ασάφειες στις καταθέσεις της, καθώς και για προϋπάρχοντα ψυχολογικά προβλήματα. Όπως είχε αναφέρει, «από την ακροαματική διαδικασία δεν προέκυψε αιτιώδης σύνδεση» μεταξύ της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και της απόπειρας αυτοκτονίας στην οποία προέβη το 2021–2022. Ιδιαίτερη αναφορά είχε και στη μη διατήρηση φερόμενου αποδεικτικού στοιχείου, διερωτώμενη: «Γιατί δεν διατηρήθηκε το μόνο αποδεικτικό στοιχείο που είχαν;».
Αναφερόμενη στη δεύτερη καταγγέλλουσα, που κατήγγειλε βιασμό, η εισαγγελέας είχε σταθεί στη μεταγενέστερη συμπεριφορά της, σημειώνοντας ότι διατηρούσε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο και τον επισκέφθηκε ξανά μετά το καταγγελλόμενο περιστατικό. «Ακόμη και αν δεν ξέρεις τον νομικό χαρακτηρισμό μιας πράξης, ξέρεις πώς νιώθεις», είχε αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ο κατηγορούμενος, κατά την απολογία του, αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι οι καταγγελίες έγιναν από εκδικητικότητα ή επιδίωξη δημοσιότητας. Ισχυρίστηκε ότι οι σχέσεις του με τις καταγγέλλουσες ήταν συναινετικές και έκανε λόγο για σοβαρές επιπτώσεις στη ζωή και την καριέρα του.