Η Χίος, οι 15 νεκροί και το ερώτημα των “κλειστών καμερών”

Διαβάζεται σε 6'
Η Χίος, οι 15 νεκροί και το ερώτημα των “κλειστών καμερών”
INTIME NEWS

Ούτε το διεθνές ούτε το ευρωπαϊκό δίκαιο αναγνωρίζουν την έννοια της «εισβολής» για άμαχους πληθυσμούς που ζητούν προστασία. Αντιθέτως, το καθήκον διάσωσης, η αρχή της μη επαναπροώθησης και η υποχρέωση σεβασμού της ανθρώπινης ζωής προηγούνται οποιασδήποτε λογικής αποτροπής. Γράφει ο καθηγητής Νίκος Πασσάς.

Η πολύνεκρη τραγωδία στη Χίο, με τον θάνατο 15 ανθρώπων έπειτα από σύγκρουση βάρκας προσφύγων με σκάφος του Λιμενικού, δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη ναυτικό δυστύχημα στο Αιγαίο. Συνιστά γεγονός με σοβαρές νομικές και θεσμικές προεκτάσεις, που αφορά άμεσα το καθήκον του κράτους να προστατεύει τη ζωή, να διασώζει ανθρώπους σε κίνδυνο και να λογοδοτεί όταν η κρατική δράση –ή παράλειψη– οδηγεί σε απώλεια ζωών.

Οι εικόνες από τη Χίο, με πολίτες να αφήνουν φαναράκια στη θάλασσα και να κρατούν πανό που γράφουν “15 νεκροί είναι δολοφονία” και “Η “ασφάλειά” μας ο τάφος τους”, δεν εκφράζουν μόνο πένθος· εκφράζουν μια βαθιά δυσπιστία προς τη θεσμική διαχείριση της αλήθειας.

Τα κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Πώς σημειώθηκε σύγκρουση σε συνθήκες ήρεμης θάλασσας; Ποια ήταν η ακριβής επιχειρησιακή ακολουθία ενεργειών; Γιατί δεν έχει παρουσιαστεί μέχρι σήμερα η βάρκα των προσφύγων, παρότι αποτελεί βασικό αποδεικτικό στοιχείο; Και, κυρίως, γιατί δεν υπάρχουν διαθέσιμα καταγραφικά δεδομένα από τις υποχρεωτικές κάμερες του σκάφους του Λιμενικού;

Τα ιατροδικαστικά ευρήματα προσδίδουν ιδιαίτερη νομική βαρύτητα στο περιστατικό. Οι εκθέσεις καταγράφουν ότι οι θάνατοι δεν οφείλονται σε πνιγμό, αλλά σε βίαιη μηχανική σύγκρουση, με σοβαρές κακώσεις και πολλαπλά τραύματα. Τα στοιχεία αυτά αποκλείουν την εκδοχή ενός «τυχαίου ναυαγίου» και εγείρουν ζητήματα αναλογικότητας, επικινδυνότητας χειρισμών και ενδεχόμενης παραβίασης του καθήκοντος διάσωσης. Σύμφωνα με το διεθνές ναυτικό δίκαιο (UNCLOS, SOLAS, SAR Convention), αλλά και το ευρωπαϊκό και ελληνικό δίκαιο, κάθε κρατικό όργανο έχει αυξημένη υποχρέωση πρόληψης κινδύνου και διάσωσης ανθρώπων σε κατάσταση ανάγκης στη θάλασσα.

Πέραν του ναυτικού δικαίου, το περιστατικό εγείρει σοβαρά ζητήματα υπό το πρίσμα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το άρθρο 2 ΕΣΔΑ (δικαίωμα στη ζωή) δεν επιβάλλει μόνο αρνητική υποχρέωση αποχής από αυθαίρετη αφαίρεση ζωής, αλλά και θετική υποχρέωση πρόληψης, καθώς και υποχρέωση διεξαγωγής αποτελεσματικής, ανεξάρτητης και διαφανούς έρευνας όταν η απώλεια ζωής συνδέεται με κρατική δράση. Το άρθρο 3 ΕΣΔΑ (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης) και το άρθρο 13 (δικαίωμα πραγματικής προσφυγής) ενισχύουν την υποχρέωση πλήρους τεκμηρίωσης και λογοδοσίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η απουσία ή μη διαθεσιμότητα οπτικοακουστικού υλικού από κάμερες που προβλέπονται, χρηματοδοτούνται και εγκαθίστανται ακριβώς για σκοπούς διαφάνειας, δεν αποτελεί απλή τεχνική αστοχία. Συνιστά αποδεικτικό κενό με δυνητικές συνέπειες για την κρατική ευθύνη. Όταν κρίσιμα δεδομένα δεν συλλέγονται, δεν διατηρούνται ή δεν διατίθενται, υπονομεύεται η δυνατότητα αποτελεσματικής έρευνας και ενισχύεται η υπόνοια συγκάλυψης.

Σύγκρουση περιπολικού σκάφους του Λιμενικού Σώματος με λέμβο που μετέφερε πρόσφυγες και μετανάστες
Σύγκρουση περιπολικού σκάφους του Λιμενικού Σώματος με λέμβο που μετέφερε πρόσφυγες και μετανάστες EUROKINISSI

Το περιστατικό της Χίου δεν είναι μεμονωμένο. Εντάσσεται σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο που έχουμε δει και στο ναυάγιο της Πύλου, αλλά και –σε διαφορετικό πεδίο– στην τραγωδία των Τεμπών. Κοινός παρονομαστής είναι η απώλεια ή η μη αξιοποίηση κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων: κάμερες που δεν λειτουργούσαν ή υλικό που «δεν υπάρχει», καθυστερήσεις στη συλλογή στοιχείων, αλλοίωση τόπων συμβάντων και επικοινωνιακή διαχείριση πριν από την πλήρη διερεύνηση.

Στην Πύλο, τα ερωτήματα για τη συμπεριφορά των αρχών και την απουσία πλήρους καταγραφής παραμένουν ανοιχτά. Στα Τέμπη, η καταστροφή και μη διαφύλαξη κρίσιμων αποδεικτικών δεδομένων υπονόμευσε την εμπιστοσύνη στην απονομή δικαιοσύνης. Η επανάληψη αυτού του προτύπου δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμπτωση.

Στον δημόσιο λόγο, η επίκληση της «ασφάλειας των συνόρων» συχνά λειτουργεί ως άλλοθι για τη μετατόπιση της συζήτησης μακριά από το καθήκον προστασίας της ανθρώπινης ζωής.

Η επιλογή της γλώσσας για «πρόληψη εισβολών» στην περιγραφή επιχειρήσεων διαχείρισης μεταναστευτικών ροών δεν είναι ουδέτερη. Μεταφέρει ένα φαινόμενο ανθρωπιστικής ανάγκης και διεθνούς προστασίας στο λεξιλόγιο της εθνικής άμυνας και της εχθρικής απειλής, υπονοώντας ότι άνθρωποι σε επισφαλείς βάρκες συνιστούν συλλογικό κίνδυνο και όχι υποκείμενα δικαιωμάτων.

Η ρητορική αυτή δεν αλλοιώνει μόνο το πλαίσιο της δημόσιας συζήτησης, αλλά τείνει να νομιμοποιεί πρακτικές αυξημένου ρίσκου και μειωμένης λογοδοσίας, ως δήθεν αναγκαίες για την «ασφάλεια». Όμως το κράτος δικαίου δεν αναστέλλεται στα σύνορα ούτε σε συνθήκες κρίσης. Η ασφάλεια που βασίζεται στην αδιαφάνεια και στην αποσιώπηση στοιχείων δεν είναι ασφάλεια· είναι θεσμικός εκφυλισμός.

Ούτε το διεθνές ούτε το ευρωπαϊκό δίκαιο αναγνωρίζουν την έννοια της «εισβολής» για άμαχους πληθυσμούς που ζητούν προστασία. Αντιθέτως, το καθήκον διάσωσης, η αρχή της μη επαναπροώθησης και η υποχρέωση σεβασμού της ανθρώπινης ζωής προηγούνται οποιασδήποτε λογικής αποτροπής.

Όταν η κρατική δράση καθοδηγείται από μια γλωσσικά φορτισμένη και νομικά αδόκιμη έννοια, όπως η «πρόληψη εισβολών», το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς πολιτικό· είναι βαθιά νομικό, καθώς αυξάνεται ο κίνδυνος παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων και διάρρηξης των εγγυήσεων του κράτους δικαίου. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, έχει και ηθική διάσταση αφού αντί να περιμαζεύεται ο ξένος (Κατά Ματθαίον 25:35-40), ονομάζεται εισβολέας άρα εχθρός που πρέπει να καταρριφθεί.

Η προστασία των συνόρων αποτελεί νόμιμη κρατική αρμοδιότητα. Ωστόσο, η άσκησή της προϋποθέτει αυστηρή συμμόρφωση με το διεθνές, ευρωπαϊκό και συνταγματικό πλαίσιο.

Υποχρεωτική και αδιάλειπτη χρήση καταγραφικών μέσων, διατήρηση και άμεση διάθεση του υλικού σε ανεξάρτητες αρχές, καθώς και πραγματικά ανεξάρτητες έρευνες δεν είναι διοικητικές λεπτομέρειες· είναι θεμελιώδεις εγγυήσεις δημοκρατικής διακυβέρνησης.

Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «ασφάλεια ή δικαιώματα». Είναι αν θα αποδεχθούμε μια ασφάλεια αποκομμένη από τον νόμο και τη λογοδοσία ή αν θα επιμείνουμε σε μια ασφάλεια που σέβεται την ανθρώπινη ζωή και τη δημοκρατική νομιμότητα.

Αν οι τραγωδίες της Χίου, της Πύλου και των Τεμπών κανονικοποιηθούν ως αναπόφευκτες «παρενέργειες», τότε δεν θα έχουμε χάσει μόνο ζωές. Θα έχουμε αποδεχθεί μια επικίνδυνη διάβρωση του ίδιου του κράτους δικαίου.

*Ο Νίκος Πασσάς είναι καθηγητής εγκληματολογίας και ποινικής δικαιοσύνης στο Northeastern University.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα