Πώς οι νέες συμφωνίες της ΕΕ καταστρέφουν τους Έλληνες ορυζοπαραγωγούς
Διαβάζεται σε 5'
Ορυζοπαραγωγοί εξηγούν πώς το στοκαρισμένο ρύζι από χώρες της Ασίας κατακερματίζει τις ελληνικές εξαγωγές, ενώ φωνάζουν ότι οι νέες συμφωνίες της ΕΕ αποτελεί ταφόπλακα για την παραγωγή τους.
- 02 Φεβρουαρίου 2026 18:19
Με το 90% της εγχώριας παραγωγής ρυζιού να μένει αδιάθετο, οι ορυζοπαραγωγοί της Θεσσαλονίκης φωνάζουν πως οι συμφωνίες της ΕΕ με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής αλλά και της Ινδίας αποτελούν ταφόπλακα για το ελληνικό ρύζι. Την ίδια στιγμή, καλούνται να το πουλήσουν με τιμές… Ταϊλάνδης, που είναι πολύ χαμηλότερες από το κόστος παραγωγής.
Όπως λέει στο NEWS 24/7 ο αγροτοσυνδικαλιστής ορυζοπαραγωγός και γενικός γραμματέας του Αγροτικού Συνεταιρισμού Χαλάστρας, Γιώργος Μπότας, οι παραγωγές είναι κατακερματισμένες και έχει μείνει αδιάθετη τεράστια ποσότητα ρυζιού. “Φύγαμε από τα μπλόκα αλλά δεν έχουμε πού να πάμε. Δεν έχει φύγει καν το περυσινό ρύζι, πώς καλούμαστε τώρα να παράγουμε εκ νέου;”, διερωτάται.
Για να μιλάμε με αριθμούς, σύμφωνα με τον ίδιο, η Ελλάδα παρήγαγε το 2025 συνολικά 250 χιλιάδες τόνους ρύζι και το 80% της παραγωγής αυτής προήλθε από τον κάμπο της δυτικής Θεσσαλονίκης. “Κανονικά θα έπρεπε μέχρι στιγμής να έχει φύγει το 50%, όμως, μέχρι τώρα έχει φύγει μόλις το 5%, δηλαδή περίπου 10 χιλιάδες τόνοι“, σημειώνει και προσθέτει πως ακόμα και αυτή η ποσότητα έφυγε σε εξευτελιστικές τιμές. “Οι τιμές παραγωγού ήταν φέτος 25-26 λεπτά το κιλό, τη στιγμή που πριν από τρία χρόνια ήταν 55 λεπτά“. Ο κ. Μπότας τονίζει πως ανταγωνίζονται τιμές Ασίας, ενώ ο κόσμος συνεχίζει να αγοράζει το ρύζι στην ίδια τιμή.
Η Ασία, οι συμφωνίες της ΕΕ και το αδιάθετο ρύζι
Ο κ. Μπότας εξηγεί το πώς έχουν επηρεαστεί οι εξαγωγές από τα χρόνια του κορωνοϊού, ενώ εφιστά τον κίνδυνο για τις συμφωνίες που έχει υπογράψει η ΕΕ με χώρες της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής που βάζει ταφόπλακα στις εξαγωγές ρυζιού από τη Γηραιά Ήπειρο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το διάστημα του κορωνοϊού, χώρες όπως η Ταϊλάνδη, η Καμπότζη και η Μιανμάρ, που ήταν και είναι από τους μεγαλύτερους παραγωγούς ρυζιού στον κόσμο, ανέστειλαν προσωρινά τις εξαγωγές τους για να εξασφαλίσουν την επισιτιστική τους επάρκεια, με αποτέλεσμα οι εξαγωγές από τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου (Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα και Πορτογαλία) να είναι σε υψηλό επίπεδο.
Όταν, όμως, πριν από δύο περίπου χρόνια, οι εξαγωγές εξομαλύνθηκαν, η αγορά “πλημμύρισε με στοκαρισμένο φθηνό ρύζι“, όπως λέει, “το οποίο διέθεταν όσο όσο“. “Οι χώρες αυτές στοκάρισαν προϊόν σχεδόν τριών ετών και έτσι άρχισαν να το δίνουν σε πολύ χαμηλές τιμές. Το ελληνικό ρύζι κατά κύριο λόγο εξάγεται. Σχεδόν τα 2/3 της ετήσιας παραγωγής φεύγει προς Γερμανία, Ολλανδία, Πολωνία, Ουγγαρία, Βαλκανικές χώρες αλλά και στην Τουρκία. Όταν οι χώρες της Ασίας ξεκίνησαν να εξάγουν ξανά μεγάλες ποσότητες, το ελληνικό ρύζι έμενε αδιάθετο”, τόνισε.
Έχοντας ήδη τεράστιες ποσότητες ρυζιού αδιάθετες και μετά τις συμφωνίες με την Ασίας, οι παραγωγοί βλέπουν τη συμφωνία της ΕΕ με τις χώρες της Mercosur και τώρα τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου που υπεγράφη με την Ινδία ως τελευταίο χτύπημα για την εγχώρια παραγωγή. “Το ρύζι δεν είναι προϊόν ΠΟΠ για να προστατεύεται από τις συμφωνίες. Επίσης, η Ινδία είναι ο μεγαλύτερος παίκτης στην παραγωγή και εξαγωγή στον κόσμο. Αυτοί οι δύο λόγοι είναι αρκετοί για να πούμε πως οι συμφωνίες της Ένωσης με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής και την Ινδία δείχνουν πόσο υποβαθμισμένος είναι ο ευρωπαϊκός Νότος στην ατζέντα των Βρυξελλών“, εξήγησε.
Αν και η Συμφωνία με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής έχει παγώσει μέχρις ότου το Δικαστήριο της ΕΕ αποφασίσει για το κατά πόσο είναι σύννομη με τους νόμους της Ένωσης, η ΕΕ προχώρησε στη νέα συμφωνία με την Ινδία που φαίνεται πως δημιουργεί ακόμα ένα αγκάθι στους αγρότες.
Επίσης, σημαντικό πρόβλημα είναι και το γεγονός πως στην Ελλάδα (και γενικά στην Ε.Ε.) η αναγραφή της χώρας προέλευσης στο ρύζι δεν είναι αυτόματα υποχρεωτική για όλα τα ρύζια. “Καταλήγουμε να έχουμε… βαφτίσια στη συσκευασία και ο καταναλωτής να πληρώνει για ελληνικό ρύζι, χωρίς να είναι ελληνικό“, λέει.
Κάτω από το κόστος παραγωγής
Ο γεωπόνος και ορυζοπαραγωγός από τα Μάλγαρα Θεσσαλονίκης, Παναγιώτης Σουμπάρας, λέει, από πλευράς του, στο NEWS 24/7 ότι πλέον δεν υπάρχει ενδιαφέρον για το ρύζι. “Πουλάμε κάτω από το κόστος παραγωγής. Το κιλό κοστίζει περίπου 40-45 λεπτά το κιλό, αν συμπεριλάβουμε τα ενοικιαζόμενα χωράφια, τα εργατικά χέρια κτλ και το πουλήσαμε φέτος 25-26. Είναι τεράστια η απόκλιση“, λέει ο ίδιος.
Ο κ. Σουμπάρας φέρνει ως παράδειγμα το ρύζι Καρολίνα. “Όταν οι παραγωγοί πουλάνε στους συνεταιρισμούς ή στους ορυζόμυλους το ρύζι Καρολίνα για 40 λεπτά το κιλό, μιας και αυτή η ποικιλία είναι η πιο ακριβή, και πάνε οι αγοραστές και το παίρνουν για 1,40 λεπτά το κιλό και στα ράφια του σούπερ μάρκετ φθάνει να έχει 4 ευρώ το κιλό, βλέπουμε πως υπάρχει τεράστια αισχροκέρδεια, η οποία φαίνεται στην τσέπη του καταναλωτή“, πρόσθεσε.
Κοινό το πρόβλημα στον Ευρωπαϊκό Νότο
Το ρύζι χρειάζεται ζεστό κλίμα και πολύ νερό για να μπορέσει να ευδοκιμήσει. Για τον λόγο αυτό, οι χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου είναι οι κύριοι παραγωγοί του. Η Ιταλία έχει τα πρωτεία, ακολουθεί η Ισπανία και την επόμενη θέση μοιράζεται η Πορτογαλία και η Ελλάδα. Εκτός της παραγωγής, βέβαια, μοιράζονται και τα ίδια προβλήματα ως προς το αδιάθετο προϊόν αλλά και τις χαμηλές τιμές.
“Είμαστε σε συνεχή επικοινωνία με παραγωγούς της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας και βλέπουμε πως όσο και να φωνάζουμε, ο Νότος παραμένει δευτερεύον θέμα στις συζητήσεις στην Ευρώπη. Είναι τόσο μεγάλη η απαξίωση και αν δεν αλλάξει κάτι δραστικά, η κατάσταση θα πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο“, προειδοποιεί ο κ. Μπότας.