Σούδα: Πώς η ΕΥΠ παρακολουθούσε τον Γεωργιανό – Τα βήματα μέχρι τη σύλληψή του
Διαβάζεται σε 5'
Τι ισχυρίστηκε στην απολογία του στον ανακριτή ο 36χρονος Γεωργιανός που καταδικάστηκε για παράνομη είσοδο στην χώρα.
- 03 Μαρτίου 2026 23:33
Ένα ίδιο και μονότονο μοτίβο με τον συλληφθέντα Αζέρο του περασμένου Ιουνίου, επίσης στην Σούδα, επέδειξε ο 36χρονος Γεωργιανός με αζέρικη καταγωγή, που συνελήφθη το μεσημέρι της Δευτέρας στο αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος» στην Αθήνα, μετά από έναν μήνα στενής παρακολούθησης από την ΕΥΠ.
Το κοινό μοτίβο στις απαντήσεις τους κατά την ανάκρισή τους, φανερώνει την εκπαίδευσή τους από την ίδια Υπηρεσία, από στρατολόγους της “IRGC”, όπως πιστεύουν δηλαδή, οι ελληνικές Αρχές.
Τα στελέχη των ιρανικών μυστικών υπηρεσιών των «Φρουρών της Επανάστασης» στρατολογούν συνήθως Αζέρους και Πακιστανούς, όπως έχει φανεί και από άλλες συλλήψεις που έχουν γίνει στο παρελθόν από τις ελληνικές Αρχές Ασφαλείας και σε αυτή την περίπτωση, ο συλληφθείς τον περασμένο Ιούνιο και ο 36χρονος τώρα, απαντούσαν με τον ίδιο μονότονο τρόπο, πως ήταν δήθεν τουρίστες και επέλεξαν την Κρήτη για το ωραίο φαγητό και τα ωραία της γλυκά…
Στο εισαγγελέα, βεβαίως, άλλαξε λίγο το μοτίβο και ισχυρίστηκε πως είναι οδηγός φορτηγού στην Λιθουανία, χωρίς να είναι σε θέση να δικαιολογήσει επαρκώς το εύρος της διαμονής του και τις επιλογές που έκανε, ενώ σε μία γυναίκα στην Κρήτη που του είχε πιάσει την κουβέντα, της είπε ότι του αρέσει πολύ η Κρήτη και τον ενδιαφέρει να αγοράσει ένα σπίτι και να φέρει την οικογένειά του.
Έμεινε όπου και ο Αζέρος τον περασμένο Ιούνιο και έκλεισε μία βίλα έως και τον Μάιο
Η ΕΥΠ ακριβώς επειδή γνωρίζει πως Σούδα και Αλεξανδρούπολη αποτελούν στόχο παρακολούθησης ξένων μυστικών υπηρεσιών, έχει μονίμως κλιμάκια αξιωματικών σε αυτές τις περιοχές και σαρώνουν διαρκώς τις περιοχές προς αναζήτηση ατόμων που ταιριάζουν στο προφίλ των κατασκόπων που έχουν υπόψη τους, όπως έγινε και σε αυτή την περίπτωση.
Ο 36χρονος έφτασε στις 3 Φεβρουαρίου έφτασε αεροπορικώς στην Αθήνα από Γερμανία και αμέσως μετά με εσωτερική πτήση, πήγε στα Χανιά και στη συνέχεια στη Σούδα και έκλεισε ξενοδοχείο στην Πλατεία Σούδας, όπως ακριβώς είχε πράξει τα πρώτα 24ωρα και ο Αζέρος τον περασμένο Ιούνιο που στη συνέχεια άλλαξε ξενοδοχείο με καλύτερη θέα στον κόλπο, στην περιοχή της Άπτερας.
Στις 16 Φεβρουαρίου, προσπάθησε και ο ίδιος να κλείσει δωμάτιο στο ίδιο ξενοδοχείο με την προνονομιακή θέα, χωρίς όμως να τα καταφέρει και ύστερα βρήκε μία βίλα όπου και σε αυτή την περίπτωση πλήρωσε με μετρητά και δίνοντας προκαταβολή, έκλεισε την βίλα με καλή θέα στον κόλπο, ανάμεσα σε Άπτερα και Καλάμι και μάλιστα για ένα τρίμηνο έως τις 16 Μαΐου, απαιτώντας να μην τον ενοχλήσει κανείς.
Τα πρωινά έβγαινε και αναζητούσε σημεία από ψηλά που μπορούσε να φωτογραφήσει και να βιντεοσκοπήσει καλύτερα την Νατοϊκή ναυτική βάση και τα πλοία και έβγαινε μόνο το βράδυ για φαγητό. Πλήρωνε παντού μόνο με μετρητά και μιλούσε σε όλους μόνο αγγλικά …με μία εξαίρεση. Τα στελέχη της ΕΥΠ που τον στοχοποίησαν και τον παρακολουθούσαν, διαπίστωσαν πως στο δωμάτιό του όταν μιλούσε στο τηλέφωνο, μιλούσε μόνο περσικά και αραβικά και πλέον ήταν απόλυτα σίγουροι ότι είχαν να κάνουν με κατάσκοπο του Ιράν.
Στις 24 Φεβρουαρίου κατελήφθη να περιφέρεται πάλι στον κόλπο με ένα μισθωμένο αυτοκίνητο και να φωτογραφίζει και να βιντεοσκοπεί τις εγκαταστάσεις και τα πλοία, ανάμεσά τους και το αεροπλανοφόρο «USS FORD» που απέπλευσε στη συνέχεια για να συμμετάσχει στην πολεμική επιχείρηση στον περσικό κόλπο.
Αφού ολοκλήρωσε, όπως όλα δείχνουν την αποστολή του και έστειλε με κρυπτογραφημένο λογισμικό όσα είχε καταγράψει, στον αποδέκτη του υλικού, αποχώρησε το βράδυ στις 28 Φεβρουαρίου για την Αθήνα.
Κατέβηκε στο κέντρο, έκανε βόλτα στο Μοναστηράκι και το Σύνταγμα, διανυκτέρευσε σε ένα φθηνό ξενοδοχείο στην Ομόνοια και μέχρι το μεσημέρι της Δευτέρας 2 Μαρτίου που έφυγε για το αεροδρόμιο δεν συναντήθηκε με κανέναν.
Ως προς την σύντομη παραμονή του στο κέντρο της Αθήνας, οι Αρχές πιστεύουν ότι ενδεχομένως περίμενε κάποιες τελικές οδηγίες από τον «χειριστή» του για το τι να πράξει στη συνέχεια και χωρίς να το γνωρίζει τελούσε βεβαίως διαρκώς υπό στενή παρακολούθηση.
Αφού πλέον έφτασε στο αεροδρόμιο, αποφασίστηκε από την ΕΥΠ να γίνει η επιχείρηση για την σύλληψή του πριν προλάβει να διαφύγει στο εξωτερικό.
Για την παράνομη είσοδο στη χώρα καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλακή και 5.000 ευρώ χρηματικό πρόστιμο και οδηγήθηκε στις φυλακές και για την υπόθεση της κατασκοπείας διατάχθηκε από τον εισαγγελέα η διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας από την Αντιτρομοκρατική, ενώ το κινητό του και τα ψηφιακά πειστήρια που έχουν κατασχεθεί, έχουν μεταφερθεί στα Εγκληματολογικά Εργαστήρια, ώστε να εξαχθούν και να ανακτηθούν όσα είχε καταγράψει ώστε να έχουν οι Αρχές πλήρη εικόνα για το εύρος της κατασκοπείας.