Τέμπη: Η Δικαιοσύνη δεν χώρεσε στην αίθουσα
Διαβάζεται σε 7'
Οι σκηνές που εκτυλίχθηκαν κατά την πεντάωρη διαδικασία, δεν έχουν προηγούμενο
- 24 Μαρτίου 2026 06:06
Σε συνθήκες χάους, εντάσεων και συνεχών αντιπαραθέσεων προς και από κάθε κατεύθυνση διεξήχθη η πρώτη συνεδρίαση για το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη. Και από εκεί που οι συγγενείς και οι επιζώντες διεκδικούσαν Δικαιοσύνη για τις χαμένες 57 ψυχές και τα όσα υπέστησαν όσοι επέζησαν της φοβερής σύγκρουσης, άρχισαν να διεκδικούν τα αυτονόητα: Αξιοπρεπείς συνθήκες διεξαγωγής της δίκης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας.
Οι σκηνές που εκτυλίχθηκαν κατά την πεντάωρη διαδικασία, δεν έχουν προηγούμενο: Συγγενείς θυμάτων να αναγκάζονται να σταθούν στην πλευρά της υπεράσπισης, άλλοι να κάθονται στο εδώλιο, εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκονταν οι κατηγορούμενοι αυτής της τραγωδίας, οι μικροφωνικές εγκαταστάσεις προβληματικές και οι συνήγοροι όρθιοι δίχως έδρανα, να προσπαθούν να τοποθετηθούν.
Από την μία πλευρά, συγγενείς ζητούσαν “αξιοπρέπεια για να δικαστούν οι υπεύθυνοι” και από την άλλη κατήγγειλαν την αποτυχία του μηχανισμού. “Δηλαδή στην επόμενη συνεδρίαση θα έχετε μεριμνήσει ώστε να μην κάθομαι δίπλα στους κατηγορούμενους; Τέτοια προσβολή σε μία μάνα; Την επιτρέπετε;” ακούστηκε χαρακτηριστικά στη δικαστική αίθουσα.
Το επιτελικό κράτος έδειξε για ακόμη μια φορά την αδυναμία ή την αδιαφορία του για την τιμή της Δικαιοσύνης, για τη διεξαγωγή μίας δίκαιης -και κυρίως αξιοπρεπής- δίκης. Οι διαβεβαιώσεις του υπουργείου Δικαιοσύνης δεν υλοποιήθηκαν ποτέ, όπως άλλωστε ήταν το αναμενόμενο, αφού οι αριθμοί δεν έβγαιναν εξ αρχής. Στην κυρίως αίθουσα όπου βρίσκεται και η έδρα του δικαστηρίου, είχαν τοποθετηθεί συνολικά 257 καθίσματα, και συγκεκριμένα 221 θέσεις για τους δικηγόρους και για το ακροατήριο, και 36 στο εδώλιο. Ακριβώς έξω από την πόρτα της αίθουσας, στον διάδρομο όπου δεν υπήρχε οπτική επαφή με το δικαστήριο, είχαν τοποθετηθεί πρόσθετες 76 θέσεις με δύο τηλεοράσεις, ενώ έναν όροφο πιο κάτω, στην είσοδο ουσιαστικά του κτιρίου, είχαν τοποθετηθεί 150 καθίσματα και δύο τηλεοράσεις.
Όσο για την περιβόητη αίθουσα τύπου 17τμ, πρόκειται για ένα κοντέινερ στο οποίο δεν υπάρχει καμία οπτικοακουστική εγκατάσταση παρά μόνο 10 πρίζες και μερικά έδρανα, καθιστώντας το χώρο άχρηστο για τους εκπροσώπους του Τύπου, οι οποίοι έχουν ως κύριο μέλημα τους την παρακολούθηση και αναμετάδοση της διαδικασίας.
Για αυτό άλλωστε η αρχική απόφαση της προέδρου Γ. Στεφανίδου να αποχωρήσουν τα ΜΜΕ από την αίθουσα ώστε να καθίσουν οι διάδικοι έπεσε στο «κενό». Στην έναρξη της διαδικασίας, η ίδια είπε: «Στο σημείο αυτό το δικαστήριο θα διακόψει να απομακρυνθούν τα ΜΜΕ και να διευκολυνθούν οι διάδικοι να περάσουν στην αίθουσα, προκειμένου να αρχίσει η δίκη. Παρακαλώ τα ΜΜΕ να αποχωρήσουν. Όλοι οι δημοσιογράφοι να είναι σε άλλη αίθουσα. Να διευκολυνθεί η διαδικασία για να προχωράει. Πρέπει να έχουμε το χώρο και την ησυχία». Ωστόσο, η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε την απάντηση των πληρεξουσίων δικηγόρων, που έθεσαν ζήτημα εγγύησης της δημοσιότητας και κατ’ επέκταση ζήτημα διεξαγωγής μιας δίκαιης δίκης.
“Υποτιμητική αίθουσα”
Η επιμονή δε της προέδρου να ξεκινήσει με το στάδιο της νομιμοποίησης των συνηγόρων υπεράσπισης προτού λυθεί το θέμα της αίθουσας, δυναμίτισε την κατάσταση, με αποτέλεσμα ύστερα από τέσσερις διακοπές, η δίκη να μην έχει προχωρήσει καθόλου και διάδικοι, συγγενείς θυμάτων και επιζώντες να συγκρούονται είτε με την έδρα είτε με κατηγορούμενους είτε ακόμα και μεταξύ τους. Η κορύφωση ήρθε όταν εξέφρασε την κρίση της ότι μετά τη νομιμοποίηση της υπεράσπισης θα πρέπει να παραμείνουν μόνο οι πρώτοι 80 πληρεξούσιοι δικηγόροι της υποστήριξης της κατηγορίας στην αίθουσα ώστε να δηλώσουν παράσταση και μετά να ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι.
“Και τι είναι; Επιβίβαση σε αεροπλάνο να μπαίνουμε σιγά σιγά;” σχολίασε η Ζωή Κωνσταντοπούλου, με τον εκπρόσωπο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Θ. Μαντά, να λαμβάνει επίσης το λόγο: “Είχαμε σαφείς διαβεβαιώσεις ότι έχει διασφαλιστεί με πληρότητα χωρίς αποκλεισμούς η διεξαγωγή της δίκης. Ακούγαμε για μια αίθουσα 600 τμ και βρισκόμαστε σε μία άκρως υποτιμητική για Εσάς, για τους γονείς και για εμάς αίθουσα. Κάποιοι θεωρούν εντελώς διεκπεραιωτική αυτή τη δίκη. Βρισκόμαστε σε αυτήν την αίθουσα για να δικάσει την κορυφαία δίκη των τελευταίων ετών. Είμαστε εδώ για να συμβάλλουμε, όχι για να παρεμποδίσουμε, αλλά δεν θα νομιμοποιήσουμε αυτή την κατάσταση!”.
Πέντε ώρες αργότερα και δεκάδες τοποθετήσεις, η δίκη δεν είχε προχωρήσει ούτε βήμα. Το δικαστήριο αμετακίνητο στη θέση του επαναλάμβανε ότι αν δεν νομιμοποιηθούν οι δικηγόροι των δύο πλευρών δεν μπορεί να συζητηθεί το ζήτημα της αίθουσας. Από την άλλη, οι δικηγόροι συγγενών και θυμάτων επέμεναν ότι δεν μπορούν να συζητηθούν αιτήματα ενώ είναι “στοιβαγμένοι” και οι συγγενείς και επιζώντες φώναζαν διεκδικώντας σεβασμό… “Ντροπή…. Αυτός είναι ο σεβασμός που μας δείχνετε μετά από 3 χρόνια;;;;” ακούστηκε, ενώ αργότερα η μητέρα της 22χρονης Αφροδίτης Τσιώμα φώναξε προς το δικαστήριο: “Είμαι η μητέρα της Αφροδίτης. Δολοφονήσατε τα παιδιά μας και ερχόμαστε εδώ και δεν μπορούμε να τσαλαπατάτε εμάς και τη μνήμη των παιδιών μας! Ντροπή!”.
Ακόμα και όταν η πρόεδρος ξεκίνησε να εκφωνεί τα ονόματα των κατηγορουμένων, έφτασε μέχρι τον 5ο, ήταν τόσες έντονες οι αντιδράσεις συνηγόρων και συγγενών, που χάθηκε κάθε δυνατότητα να ολοκληρωθεί η διαδικασία, με ορισμένους δικηγόρους να θέτουν ζήτημα ασφάλειας της αίθουσας, καθώς κανείς δεν ήταν σε θέση να διαβεβαιώσει ότι πληρούνται όλοι οι κανόνες πυρασφάλειας για το κτίριο.
Το οξύμωρο σε αυτό το συνεχή και δίχως αποτέλεσμα διάλογο, ήταν ότι οι συνθήκες διεξαγωγής της δίκης πολύ σύντομα οδήγησαν αρχικά στη λιποθυμία μίας γυναίκας, μέλους του ακροατηρίου, όπου της παρασχέθηκαν πρώτες βοήθειες από τον Ερυθρό Σταυρό και στη συνέχεια στην παραδοχή της ίδιας της προέδρου ότι η δίκη πρέπει να διακοπεί για την 1η Απριλίου του 2026 “λόγω συνθηκών λιποθυμίας”. Παράλληλα, οι συνθήκες σαλαμοποίησης, όπως εύστοχα χαρακτηρίστηκαν από πληρεξούσιους δικηγόρους, είχαν σαν αποτέλεσμα να προπηλακιστεί ένας από τους τρεις κατηγορούμενους που έδωσαν το παρόν στη δίκη, ο πρώην διευθύνων σύμβουλος του ΟΣΕ, Σπύρος Πατέρας, όταν έγινε αντιληπτός από τους συγγενείς.