Μέτρα για τη βιομηχανία: “Ferto” λέει η αγορά αλλά επισημαίνει ελλείμματα
Διαβάζεται σε 7'
Μέτρα βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα ανακοίνωσε η κυβέρνηση, τα οποία δεν αντανακλούν το εύρος της επιβάρυνσης που έχει ήδη υποστεί η βιομηχανία.
- 07 Απριλίου 2026 08:12
Ως ένα βήμα στη σωστή κατεύθυνση αλλά που δεν αρκεί χαρακτηρίζει τις παρεμβάσεις της κυβέρνησης για το ενεργειακό κόστος στη βιομηχανία η αγορά.
Οι πρώτες αντιδράσεις εκπροσώπων του κλάδου συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η ενίσχυση της αντιστάθμισης CO2 και η αναπροσαρμογή του σχετικού συντελεστή αποτελούν μια κάποια στήριξη για περίπου 40–50 μεγάλες βιομηχανίες.
Ωστόσο, δεν αντιμετωπίζουν συνολικά το πρόβλημα για τη μεγάλη πλειονότητα των επιχειρήσεων, που παραμένουν εκτός βασικών μηχανισμών στήριξης.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι πρόκειται για μέτρα βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα, τα οποία δεν αντανακλούν το εύρος της επιβάρυνσης που έχει ήδη υποστεί η βιομηχανία από την εκτόξευση του ενεργειακού κόστους, ούτε προσφέρουν μόνιμη λύση.
Ο ΣΕΒ
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, σημείωσε ότι τα μέτρα κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, χωρίς όμως να επιλύουν το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές επιχειρήσεις.
Όπως επισήμανε για τις βιομηχανίες που λαμβάνουν αντιστάθμιση εκπομπών CO2 πρόκειται για ένα σημαντικό βήμα που ενισχύει την ανταγωνιστικότητά τους, χωρίς ωστόσο να καλύπτει το σύνολο των αναγκών τους. Αντίθετα, για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της μέσης και χαμηλής τάσης, η επίδραση των μέτρων είναι σαφώς πιο περιορισμένη.
Σε ό,τι αφορά το πρόγραμμα των 200 εκατ. ευρώ, υπογραμμίζει ότι απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση, ώστε να αποσαφηνιστεί το πεδίο εφαρμογής του — εάν δηλαδή θα αφορά αποθήκευση ενέργειας, εξηλεκτρισμό ή μείωση εκπομπών — με πιο σαφή εικόνα να αναμένεται τον Ιούνιο.
Παράλληλα, γνωστοποιεί ότι ο διάλογος με το υπουργείο Ενέργειας συνεχίζεται, με τον ΣΕΒ να έχει ήδη καταθέσει νέες προτάσεις, μεταξύ των οποίων και η επαναφορά του μηχανισμού διακοψιμότητας.
ΣΒΕ: Η βιομηχανία έχει ανάγκη μόνιμες λύσεις
Ενδεικτική είναι η δήλωση της προέδρου του ΣΒΕ, Λουκίας Σαράντη, η οποία τονίζει ότι «ιδίως στη σημερινή ενεργειακή και γεωπολιτική συγκυρία, η χώρα χρειάζεται άμεσα μια στρατηγική που να επιταχύνει τις διαρθρωτικές παρεμβάσεις
και να αποκαθιστά την ανταγωνιστικότητα της παραγωγής. Η λύση δεν βρίσκεται στην προσωρινή και μερική αντιστάθμιση των αυξήσεων, αλλά στη μόνιμη και ουσιαστική μείωση του ενεργειακού κόστους».
Αναλυτικά, ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ) θεωρεί θετική την ανακοίνωση μέτρων για τη μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας, καθώς επιτέλους διαμορφώνεται, για πρώτη φορά μετά από παρατεταμένη περίοδο υψηλών επιβαρύνσεων, ένα πλαίσιο άμεσης ανακούφισης των επιχειρήσεων.
Όπως αναφέρει η ανακοίνωση του ΣΒΕ, η ενίσχυση της αντιστάθμισης εκπομπών CO₂, η μείωση των χρεώσεων Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας και η ενεργοποίηση πόρων μέσω του Ταμείου Εκσυγχρονισμού, κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση και είναι μέτρα ευπρόσδεκτα, αφού έρχονται μετά από ένα χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν είχε γίνει κάποια παρέμβαση.
Βέβαια, τα μέτρα αυτά δεν επαρκούν για να καλύψουν τις πραγματικές ανάγκες της βιομηχανίας. Παραμένουν βραχυπρόθεσμα και δεν αντιμετωπίζουν το βασικό πρόβλημα, που είναι το διαρθρωτικά υψηλό ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα, σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Ο ΣΒΕ υπογραμμίζει ότι η ενεργειακή πολιτική αποτελεί βασικό πυλώνα της βιομηχανικής πολιτικής και καλεί σε άμεσο σχεδιασμό της επόμενης φάσης, πέραν των προσωρινών μέτρων. Η τρέχουσα ενεργειακή και γεωπολιτική συγκυρία καθιστά αναγκαία την επιτάχυνση διαρθρωτικών παρεμβάσεων για τη μόνιμη μείωση του κόστους ενέργειας.
Στο πλαίσιο αυτό η Πρόεδρος του ΣΒΕ κ. Λουκία Σαράντη δήλωσε σχετικά:
«Τα μέτρα κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση και είναι σαφώς προτιμότερα από την απουσία παρεμβάσεων. Όμως δεν αντανακλούν το μέγεθος της επιβάρυνσης που έχει ήδη υποστεί η βιομηχανία από την εκτόξευση του ενεργειακού κόστους, ούτε λύνουν μακροπρόθεσμα το πρόβλημα. Ιδίως στη σημερινή ενεργειακή και γεωπολιτική συγκυρία, η χώρα χρειάζεται άμεσα μια στρατηγική που να επιταχύνει τις διαρθρωτικές παρεμβάσεις και να αποκαθιστά την ανταγωνιστικότητα της παραγωγής μας.
Η λύση του προβλήματος δεν είναι η προσωρινή μερική αντιστάθμιση της αύξησης του ενεργειακού κόστους, αλλά η πραγματική και μόνιμη μείωσή του. Αυτό περιμένουμε από την κυβέρνηση και ασφαλώς σε αυτή την κατεύθυνση είμαστε αποφασισμένοι να συμβάλουμε κι εμείς από την πλευρά μας.»
H EBIKEN
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ, Αντώνης Κοντολέων, επισημαίνει ότι τα μέτρα επικεντρώνονται κυρίως στην ενίσχυση της υφιστάμενης αντιστάθμισης CO2, η οποία εφαρμόζεται από το 2013 και δεν καλύπτει το σύνολο των ενεργοβόρων βιομηχανιών.
“Διαπιστώνουμε ότι τα μέτρα περιορίζονται κύρια στην ενίσχυση ενός υφιστάμενου μέτρου, εκείνου της Αντιστάθμισης CO2, που εφαρμόζεται από το 2013 και δεν αφορά το σύνολο των ενεργοβόρων βιομηχανιών” αναφέρει ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ και συμπληρώνει:
“Αυτή η ενίσχυση θα δοθεί υπό την προυπόθεση ότι τα επόμενα έτη θα διατεθούν τα ανάλογα ποσά από τα έσοδα από την πώληση των δωρεάν δικαιωμάτων CO2 > 25% , λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2023 διατέθηκε μόλις 16.2% και το 2025 μέχρι στιγμής το 20%.
Προφανώς η μείωση των ΥΚΩ δεν επαρκεί για να αντισταθμίσουν την αύξηση του κόστους ενέργειας εκείνες οι βιομηχανίες που δεν επιδοτούνται από το μέτρο της Αντιστάθμισης, που αποτελούν και την πλειοψηφία.
Ζητάμε από την κυβέρνηση να ενώσει τη φωνή της με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες στην προσπάθεια τους να βελτιώσουν το μέτρο που εχει εξαγγελθεί από την Κομισιόν και αφορά επιδότηση πάνω στις τιμές της αγοράς (CISAF), ώστε να εφαρμοστεί παράλληλα με το μέτρο της Αντιστάθμισης CO2 (κατάργηση συμψηφισμού).”
Τα μέτρα
Υπενθυμίζεται ότι με βάση, τις κυβερνητικές ανακοινώσεις, τα μέτρα κινούνται σε δύο άξονες: την άμεση ενίσχυση, ύψους 100 εκατ. ευρώ ετησίως για πέντε χρόνια, και την έμμεση, μέσω πράσινων επενδύσεων συνολικού ύψους 200 εκατ. ευρώ.
Όπως ανέφεραν, δε, κατά την εξειδίκευση των παρεμβάσεων ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου και ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος, η μείωση του ενεργειακού κόστους για τη βιομηχανία στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες.
Ο πρώτος αφορά την άμεση μείωση του κόστους κατά 100 εκατ. ευρώ ετησίως. Αυτή θα προκύψει από τον νέο συντελεστή αντιστάθμισης εκπομπών CO2 (περίπου 75 εκατ. ευρώ τον χρόνο) και από τη μείωση κατά 50% των χρεώσεων ΥΚΩ για τη βιομηχανία (περίπου 26 εκατ. ευρώ ετησίως).
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον υφυπουργό Νίκο Τσάφο, για περίπου 50 μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες «κλείδωσε» νέος συντελεστής αντιστάθμισης εκπομπών CO2. Από το 2026 έως το 2030, ο συντελεστής θα διαμορφωθεί στο 0,82 από 0,58 τόνους ανά μεγαβατώρα που ισχύει σήμερα, με ετήσιο κόστος περίπου 75 εκατ. ευρώ.
Για τις μικρότερες επιχειρήσεις, από την 1η Ιουλίου μειώνονται κατά 50% οι χρεώσεις Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) που καταβάλλουν περίπου 23.000 βιομηχανίες και βιοτεχνίες που ηλεκτροδοτούνται από τη μέση και υψηλή τάση. Το κόστος του μέτρου εκτιμάται σε 26 εκατ. ευρώ ετησίως.
Οι επενδύσεις για ενεργειακή αποδοτικότητα
Ο δεύτερος πυλώνας, που παρουσίασε ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος, αφορά επενδύσεις σε πράσινες δράσεις μέσω του Ταμείου Εκσυγχρονισμού για Στρατηγικές Επενδύσεις. Έχουν εξασφαλιστεί συνολικά 200 εκατ. ευρώ, τα οποία θα χρηματοδοτήσουν επενδυτικά σχέδια σε κλάδους όπως τα σιδηροκράματα, το αλουμίνιο, ο χαλκός, ο σίδηρος, οι μεταλλικές κατασκευές, τα πλαστικά, το τσιμέντο, το χαρτί, η ξυλεία και η χημική βιομηχανία, συμπεριλαμβανομένης της φαρμακοβιομηχανίας.
Όπως διευκρινίστηκε, κάθε επενδυτικό σχέδιο —καθώς και κάθε επιμέρους παρέμβαση— θα πρέπει να εξασφαλίζει τουλάχιστον 10% εξοικονόμηση ενέργειας σε σχέση με την αρχική κατάσταση. Οι ενισχυόμενες δαπάνες θα μπορούν να χρηματοδοτηθούν είτε μέσω του Γενικού Απαλλακτικού Κανονισμού (ΓΑΚ) είτε μέσω του νέου πλαισίου CISAF για τη βιομηχανία.