Τι φέρνει η συμφωνία για τους υδρογονάνθρακες – Επενδύσεις έως 1 δισ. σε έρευνες

Διαβάζεται σε 8'
Τι φέρνει η συμφωνία για τους υδρογονάνθρακες – Επενδύσεις έως 1 δισ. σε έρευνες
ISTOCK

Έως 10 ερευνητικές γεωτρήσεις με ορίζοντα παραγωγής το 2032–2035 περιλαμβάνει το δυνητικό πρόγραμμα του αμερικανικού κολοσσού που αναμένεται αν φέρει επενδύσεις έως 1 δισεκ. μόνο για έρευνα στα ελληνικά νερά.

Με γεωπολιτικές προεκτάσεις κι έντονη γεωπολιτική σφραγίδα αμερικανικής προέλευσης μπαίνει σε μια νέα φάση το ερευνητικό πρόγραμμα για υδρογονάνθρακες στα ελληνικά νερά με βάση τη χθεσινή συμφωνία της Chevron με το ελληνικό δημόσιο.

Ουσιαστικά, με βάση όσα ανέφεραν αρμόδιες πηγές, το ελληνικό ερευνητικό πρόγραμμα μπαίνει σε μια νέα φάση, όπου με πόρους του αμερικανικού κολοσσού θα γίνει μια αναλυτική επεξεργασία των δεδομενων ώστε να φανεί εάν και και ποιες ποσότητες υδργονανθράκων υπάρχουν.

Επίσης, μπαίνει με αμερικανοελληνική σφραγίδα ερευνητική διαδικασία σε περιοχές που αμφισβητούνται από το “διεθνή περίγυρο”, κάτι βέβαια που δεν τονίστηκε χθες κατά την τελετή υπογραφών, σε αντίθεση με ό,τι έχει αναφερθεί στο παρελθόν. Προφανώς, καθώς η Chevron έχει παρουσία σε όλη την περιοχή και φιλοδοξίες για έρευνες σε “όμορες” περιοχές, δεν θα ήθελε “εντάσεις”.

Οι προοπτικές

Πάντως, με βάση το πλάνο που έχει αρχικά σχεδιαστεί εκτιμάται ότι η όλη διαδικασία ερευνών θα φέρει επενδύσεις 1 δισεκ. μέσα από έως και τις δέκα ερευνητικές γεωτρήσεις από την κοινοπραξία της Chevron με τη HellenIQ Energy στα τέσσερα θαλάσσια οικόπεδα για τα οποία υπεγράφησαν χθες οι συμβάσεις έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων.

Το κόστος κάθε ερευνητικής γεώτρησης υπολογίζεται κοντά στα 100 εκατ. ευρώ, με τα περισσότερα από αυτά να πηγαίνουν σε μια αλυσίδα αξίας που αναπτύσσεται παράλληλα και έχουν να κάνουν και με εγχώριες εταιρείες.

Σημειώνεται ότι με βάση όσα ανέφερε ο πρόεδρος της ΕΔΕΥΕΠ, Αριστοφάνης Στεφάτος, οι ελάχιστες εγγυημένες δαπάνες της κοινοπραξίας υπερβαίνουν τα 20 εκατ. ευρώ στην πρώτη φάση και τα 24 εκατ. ευρώ στη δεύτερη. Στη, δε, τρίτη φάση, το ελάχιστο ύψος επένδυσης διαμορφώνεται στα 100 εκατ. ευρώ ανά ερευνητική γεώτρηση, στοιχείο που αποτυπώνει τόσο το τεχνικό κόστος όσο και τον υψηλό επενδυτικό κίνδυνο που συνεπάγεται η υπεράκτια έρευνα σε μεγάλα θαλάσσια βάθη.

Υπενθυμίζεται ότι, οι συμφωνίες υπεγράφησαν στο Μέγαρο Μαξίμου παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Από πλευράς εταιρειών υπέγραψαν ο αντιπρόεδρος της Global New Ventures, θυγατρικής της Chevron, Gavin Lewis, και ο διευθύνων σύμβουλος της HellenIQ Energy Ανδρέας Σιάμισιης, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσώπησαν ο πρόεδρος της ΕΔΕΥΕΠ Αριστοφάνης Στεφάτος και ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου.

Οι περιοχές

Η κοινοπραξία αναλαμβάνει τις περιοχές «Νότια της Πελοποννήσου», «Α2», «Νότια Κρήτη I» και «Νότια Κρήτη II». Στο εταιρικό σχήμα, η Chevron κατέχει ποσοστό 70% και τη διαχείριση των έργων, ενώ η HellenIQ Energy συμμετέχει με 30%.

Οι φάσεις

Το μοντέλο που ακολουθείται είναι εκείνο των συμβάσεων μίσθωσης, όπως προβλέπεται από το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο. Το ερευνητικό πρόγραμμα διαρθρώνεται σε τρεις φάσεις συνολικής διάρκειας επτά ετών, δηλαδή ένα έτος λιγότερο από το  μέγιστο που επιτρέπει η νομοθεσία.

Η πρώτη φάση, διάρκειας τριών ετών, περιλαμβάνει δισδιάστατες σεισμικές έρευνες στα τρία από τα τέσσερα οικόπεδα. Στο οικόπεδο «Α2», το οποίο βρίσκεται νότια της Πελοποννήσου, συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθούν εξαρχής τρισδιάστατες σεισμικές έρευνες, επιλογή που αναμένεται να επιταχύνει τη γεωλογική αξιολόγηση και να συντομεύσει τον χρόνο λήψης απόφασης για την πρώτη γεώτρηση. Η δεύτερη φάση, διάρκειας δύο ετών, προβλέπει τη διενέργεια πρόσθετων τρισδιάστατων σεισμικών ερευνών όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Η τρίτη φάση αφορά τις ερευνητικές γεωτρήσεις, οι οποίες θα προχωρήσουν μόνο εφόσον τα αποτελέσματα των προηγούμενων σταδίων αξιολογηθούν ως ενθαρρυντικά.

Τι παίρνει το Δημόσιο

Με βάση το χρονοδιάγραμμα που αποτυπώνεται στις συμβάσεις, εφόσον οι σεισμικές έρευνες και οι ερευνητικές γεωτρήσεις οδηγήσουν σε εντοπισμό εμπορικά αξιοποιήσιμου κοιτάσματος και ληφθεί επενδυτική απόφαση ανάπτυξης, η έναρξη παραγωγής τοποθετείται χρονικά στην περίοδο 2032–2035.

Σε περίπτωση εντοπισμού ικανού κοιτάσματος και μετάβασης στο στάδιο παραγωγής, το συνολικό όφελος για το Ελληνικό Δημόσιο εκτιμάται στο 38%–41% επί των καθαρών κερδών της κοινοπραξίας. 

Το ποσοστό αυτό προκύπτει από τον συνδυασμό μισθωμάτων σε περίπτωση παραγωγής, φόρου εισοδήματος 20%, περιφερειακού φόρου, δηλαδή για τις τοπικές κοινωνίες 5%, καθώς και των προβλεπόμενων μπόνους υπογραφής και παραγωγής, των ετήσιων στρεμματικών αποζημιώσεων και λοιπών συμβατικών υποχρεώσεων. Παράλληλα, με την προσθήκη των νέων παραχωρήσεων, η συνολική έκταση της ελληνικής επικράτειας όπου έχουν πραγματοποιηθεί ή προγραμματίζονται έρευνες για υδρογονάνθρακες αυξάνεται από 47.905 σε 94.094 τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Η διεύρυνση αυτή σχεδόν διπλασιάζει το γεωγραφικό αποτύπωμα του εθνικού προγράμματος και ενισχύει τις πιθανότητες εντοπισμού εμπορικά εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων.

Στο ίδιο ευρύτερο χρονοδιάγραμμα, έως τα τέλη του 2026 ή στις αρχές του 2027 αναμένεται να πραγματοποιηθεί και η πρώτη ερευνητική γεώτρηση στη χώρα μετά από περίπου τέσσερις δεκαετίες από την ExxonMobil στο Οικόπεδο 2 στο Ιόνιο Πέλαγος, εξέλιξη που σηματοδοτεί την επανεκκίνηση των υπεράκτιων ερευνών σε πιο συστηματική βάση.

Αντίδραση ΣΥΡΙΖΑ

Στο μεταξύ με βάση την ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει εκμετάλευση σε πολιτικό επίπεδο της όλης συμφωνίας. Όπως αναφέρει, η  “υπογραφή των συμφωνιών έρευνας και πιθανής εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της κοινοπραξίας Chevron–HelleniQ Energy για τις θαλάσσιες περιοχές νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης συνοδεύτηκε από έναν ακόμη ορυμαγδό επικοινωνιακών πανηγυρισμών της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει τη σημερινή εξέλιξη ως ιστορικό ορόσημο για την ενεργειακή ασφάλεια και τη γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας. Ωστόσο, η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να ασκείται με όρους εντυπώσεων, αλλά με θεσμική σοβαρότητα, στρατηγικό σχεδιασμό και διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος.

Πρόκειται για την ίδια κυβέρνηση που στο παρελθόν διακήρυσσε ότι «δεν θα κάνουμε το Αιγαίο Κόλπο του Μεξικού» και ότι «μας ενδιαφέρει το φυσικό αέριο και όχι το πετρέλαιο». Πρόκειται επίσης για την ίδια κυβέρνηση που επί επτά χρόνια δεν προχώρησε ουσιαστικά καμία από τις ώριμες παραχωρήσεις που είχαν υπογραφεί το 2019 από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με την ExxonMobil και την τότε Total, συμβάσεις που είχαν διασφαλίσει τη δημόσια παρουσία και τον έλεγχο μέσω των ΕΛΠΕ. Η μακρά περίοδος αδράνειας από το 2019 έως σήμερα αποδεικνύει ότι η σημερινή τελετή δεν μπορεί να υποκαταστήσει την έλλειψη ουσιαστικής προετοιμασίας και συνεκτικού εθνικού σχεδίου.

Η έρευνα και πιθανή εξόρυξη υδρογονανθράκων τέτοιου μεγέθους απαιτεί ενίσχυση των αρμόδιων δημόσιων υπηρεσιών, τεχνική και ρυθμιστική επάρκεια, σαφείς όρους δημόσιου ελέγχου και πλήρη διαφάνεια. Τίποτε από αυτά δεν έχει ουσιαστικά ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια. Αντιθέτως, η μείωση της συμμετοχής του Δημοσίου στο «οικόπεδο 2» στο Ιόνιο από 25% σε 10%, χωρίς εμφανές αντάλλαγμα, γεννά εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο διασφαλίστηκε επαρκώς το δημόσιο συμφέρον.

Και τέλος, η ίδια κυβέρνηση που με τις διακηρύξεις περί «Κάθετου Διαδρόμου» φιλοδοξεί να παρουσιάσει τη χώρα ως ενεργειακό κόμβο, επιλέγει μια στρατηγική που κινδυνεύει να δημιουργήσει νέες εξαρτήσεις αντί να ενισχύσει την ενεργειακή αυτονομία. Η εμπλοκή της δημόσιας ΔΕΠΑ Εμπορίας σε κοινοπραξίες όπως η Atlantic–SEE, με συμμετοχή ιδιωτών και συμβατικές δεσμεύσεις με την αμερικανική εταιρεία Venture Global, εγείρει εύλογα ερωτήματα ως προς την οικονομική βιωσιμότητα των συμφωνιών, την κατανομή του ρίσκου και τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η αγορά LNG χαρακτηρίζεται από υψηλή μεταβλητότητα τιμών και αβεβαιότητα ζήτησης, η χώρα δεν μπορεί να αναλαμβάνει μακροχρόνιες δεσμεύσεις χωρίς πλήρη διαφάνεια, σαφή στρατηγικό σχεδιασμό και ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Παράλληλα, παρατηρείται αυξανόμενη πίεση για επιδοτήσεις νέων μονάδων επαναεριοποίησης (FSRU) με εθνικούς πόρους. Οι δημόσιοι πόροι δεν μπορούν να λειτουργούν ως εγγύηση ιδιωτικού επιχειρηματικού ρίσκου. Οφείλουν κατά προτεραιότητα να κατευθύνονται στη χρηματοδότηση της ενεργειακής μετάβασης, στην αποθήκευση ενέργειας, στην ενίσχυση των Ενεργειακών Κοινοτήτων και της αυτοπαραγωγής/αυτοκατανάλωσης, δηλαδή σε παρεμβάσεις που μειώνουν άμεσα και διατηρήσιμα το ενεργειακό κόστος για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις.

Την ώρα που καλλιεργούνται αφηγήματα περί «ελληνικού Ελντοράντο υδρογοναθράκων» και γεωπολιτικής αναβάθμισης, τα ελληνικά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να δοκιμάζονται από υψηλές τιμές ενέργειας, αυξημένο κόστος πρώτων υλών και ακριβό δανεισμό, λειτουργώντας σε περιβάλλον χαμηλών μισθών και ασφυκτικών συνθηκών ανταγωνισμού. Η ενεργειακή πολιτική οφείλει να υπηρετεί πρώτα την κοινωνική συνοχή, τη μείωση του κόστους για τους πολίτες και την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της χώρας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ δεν αντιμετωπίζει ιδεοληπτικά την αξιοποίηση των φυσικών πόρων της χώρας. Η διερεύνηση υδρογονανθράκων μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εθνικού σχεδιασμού, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται ο δημόσιος έλεγχος, η διαφάνεια και η ένταξή της σε μια συνολική στρατηγική δίκαιης ενεργειακής μετάβασης. Οι συμβάσεις που υπογράφηκαν θα κριθούν αναλυτικά όταν κατατεθούν στη Βουλή. Εκεί θα αποδειχθεί αν υπηρετούν πράγματι το εθνικό συμφέρον ή αν αποτελούν ακόμη ένα κεφάλαιο μιας πολιτικής που επενδύει περισσότερο στην εικόνα παρά στη στρατηγική ουσία που έχει ανάγκη η χώρα.”

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα