Nielsen IQ: Ανάπτυξη με αιχμή τον όγκο και στροφή στην αξία στην αγορά FMCG
Διαβάζεται σε 5'
Σημάδια σταθεροποίησης και συγκρατημένης αισιοδοξίας καταγράφει η ελληνική αγορά ταχέως κινούμενων καταναλωτικών προϊόντων, με την ανάπτυξη να ενισχύεται και να αποκτά πιο ισορροπημένα χαρακτηριστικά μεταξύ όγκου και αξίας, σύμφωνα με την έρευνα της NielsenIQ που παρουσίασε ο Βάιος Δημοράγκας.
- 02 Απριλίου 2026 15:43
Επιστροφή σε τροχιά ανάπτυξης και μετατόπιση προς ένα πιο ισορροπημένο μοντέλο μεταξύ όγκου και αξίας αναδεικνύει η πρόσφατη έρευνα της NielsenIQ, την οποία παρουσίασε ο Managing Director της εταιρείας για την Ελλάδα και τη Βουλγαρία, Βάιος Δημοράγκας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, η αγορά των FMCG κατέγραψε ανάπτυξη 5,9% το 2025, ενώ το 2026 επιταχύνει περαιτέρω, φθάνοντας στο 6,7%. Η άνοδος αυτή στηρίζεται κυρίως στον όγκο πωλήσεων, ο οποίος ενισχύεται κατά 4,4%, ενώ αυξημένη είναι και η συμβολή της αξίας μονάδας, στο 2,3%, επιβεβαιώνοντας τη σταδιακή εξισορρόπηση του αναπτυξιακού μοντέλου.
Η εικόνα ανά κατηγορία
Σε επίπεδο κατηγοριών, τα Τρόφιμα και Ποτά εμφανίζουν τη μεγαλύτερη δυναμική, με ανάπτυξη 7,5% το 2026, εκ των οποίων το 4,9% προέρχεται από τον όγκο. Στην κατηγορία Υγεία και Ομορφιά, η αγορά κινείται στο 3,7%, με θετική συμβολή του όγκου κατά 4,3%, αλλά με ακόμη αρνητική επίδραση των τιμών, στο -0,6%. Αντίστοιχα, τα προϊόντα Οικιακής Φροντίδας καταγράφουν ανάπτυξη 4,4%, με ισχυρή αύξηση όγκου κατά 5,7% και υποχώρηση των τιμών κατά 1,3%.
Η εικόνα αυτή καταδεικνύει ότι η ανάπτυξη παραμένει κατά βάση όγκο-κεντρική, με διαφοροποιήσεις ωστόσο στη συμβολή της τιμής ανά κατηγορία.
Η καινοτομία ως βασικός μοχλός ανάπτυξης
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην καινοτομία, η οποία αναδεικνύεται σε κυρίαρχη στρατηγική επιλογή για την αγορά. Το 71% των στελεχών το 2026, έναντι 59% το 2025, θεωρεί ότι η ανάπτυξη μέσω νέων προϊόντων αποτελεί τον βασικό μοχλό ενίσχυσης της αγοράς.
Την ίδια στιγμή, το 32% του FMCG χαρτοφυλακίου έχει ανανεωθεί τα τελευταία τρία χρόνια, ενώ τα core προϊόντα εξακολουθούν να κυριαρχούν, αν και η συμμετοχή τους υποχωρεί στο 68% το 2025. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει τον αυξανόμενο ρόλο των νέων λανσαρισμάτων. Παράλληλα, τα νέα προϊόντα συμβάλλουν καθοριστικά στην ανάπτυξη, ιδιαίτερα στις κατηγορίες μη τροφίμων, όπου λειτουργούν αντισταθμιστικά απέναντι στις απώλειες από την απόσυρση παλαιότερων κωδικών.
Επιφυλακτικοί, αλλά πιο ανοιχτοί οι καταναλωτές
Ο Βάιος Δημοράγκας επισημαίνει ότι το καταναλωτικό συναίσθημα παραμένει συγκρατημένο, αν και παρουσιάζει σαφή σημάδια βελτίωσης. Οι βασικές ανησυχίες εξακολουθούν να επικεντρώνονται στο κόστος ζωής, με το 45% των καταναλωτών να δηλώνει ότι προβληματίζεται για τις τιμές των τροφίμων και το 21% για τους λογαριασμούς ενέργειας.
Την ίδια ώρα, καταγράφεται ενίσχυση της διάθεσης για πειραματισμό και δοκιμή νέων επιλογών. Οι καταναλωτές που αναζητούν νέες τάσεις αυξάνονται στο 35% το 2026, από 31% το 2025, ενώ οι πιο συντηρητικοί περιορίζονται στο 6%, επιβεβαιώνοντας τη σταδιακή άρση επιφυλάξεων. Παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλότερο ποσοστό οικονομικά ευάλωτων καταναλωτών σε σύγκριση με τον παγκόσμιο μέσο όρο.
Σε αναζήτηση ποιότητας και ουσιαστικής αξίας
Σύμφωνα με την παρουσίαση, οι καταναλωτές εμφανίζονται πλέον πιο πρόθυμοι να πληρώσουν περισσότερο για προϊόντα που προσφέρουν ουσιαστική αξία. Το 44% το 2026 δηλώνει διατεθειμένο να καταβάλει υψηλότερο τίμημα για καλύτερη ποιότητα, έναντι 40% το 2025, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για την ευκολία διαμορφώνεται στο 32%.
Οι βασικοί λόγοι για τους οποίους οι καταναλωτές αποδέχονται μια premium τιμή συνδέονται με την υγεία και την ευεξία, που συγκεντρώνουν ποσοστό 27%, τη βιωσιμότητα με 25%, την εμπειρία και την ποιότητα με 24%, καθώς και την ευκολία και την εξοικονόμηση χρόνου με 21%.
Θετικές προοπτικές, με έμφαση στη σαφή πρόταση αξίας
Ο Βάιος Δημοράγκας καταλήγει ότι η αγορά FMCG στην Ελλάδα εμφανίζει θετικές προοπτικές, με την ανάπτυξη να εξακολουθεί να στηρίζεται στον όγκο, αλλά με ολοένα αυξανόμενη συμβολή της αξίας και της καινοτομίας. Παρά το απαιτητικό περιβάλλον, διαμορφώνονται ευκαιρίες για τις επιχειρήσεις που επενδύουν σε ουσιαστική διαφοροποίηση.
Όπως υπογραμμίζει, η επιτυχία θα εξαρτηθεί από την ικανότητα των εταιρειών να προσφέρουν προϊόντα με σαφή, αξιόπιστη και κατανοητή πρόταση αξίας, εστιάζοντας σε βασικά οφέλη όπως η υγεία, η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα, διατηρώντας παράλληλα συνέπεια ανάμεσα στην υπόσχεση της μάρκας και στην πραγματική εμπειρία του καταναλωτή.