Άρθρο αναδημοσιευμένο από τους

Η διαγενεακή σύγκρουση είναι μια χαμένη πολιτική στρατηγική

Διαβάζεται σε 5'
Η διαγενεακή σύγκρουση είναι μια χαμένη πολιτική στρατηγική
Hugging lovingly in the park

Η ευκολία με την οποία στοχοποιούνται οι συνταξιούχοι δεν λαμβάνει υπόψη την πραγματική ζωή.

Μιλήστε με οποιονδήποτε υπουργό Οικονομικών και θα διαπιστώσετε ότι δύο προβλήματα τον κρατούν ξάγρυπνο τη νύχτα: η γεωπολιτική αβεβαιότητα και οι baby boomers. Καθώς η συγκεκριμένη γενιά μεγαλώνει, γίνεται ολοένα και πιο δαπανηρή, λόγω των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων και του αυξανόμενου κόστους υγειονομικής περίθαλψης, προκαλώντας πονοκέφαλο στα κράτη.

Διαφορετικές χώρες έχουν διαφορετικές αντιλήψεις για το ποιος ακριβώς πρέπει να επωμιστεί αυτό το κόστος. Σε συστήματα με συμμετοχή του ασθενούς (co-payment), μέρος του βάρους πέφτει στις ασφαλιστικές εταιρείες, ενώ σε συστήματα όπως της Βρετανίας ή της Ιταλίας, το μεγαλύτερο βάρος της αύξησης των δαπανών υγείας καταλήγει στον υπουργό Οικονομικών. Όταν όμως πρόκειται για τις δαπάνες που αφορούν τους συνταξιούχους, ουσιαστικά όλα τα κράτη είναι υποχρεωμένα να πληρώσουν κάτι.

Κανείς δεν θέλει να επιστρέψει σε έναν κόσμο με μικρότερο προσδόκιμο ζωής, και οι ιατρικές εξελίξεις σημαίνουν ότι η εποχή όπου λίγοι επιβίωναν από το πρώτο έμφραγμα ή εγκεφαλικό έχει – ευτυχώς – παρέλθει.

Αντ’ αυτού, ζούμε σε μια εποχή ακριβών μεταμοσχεύσεων και τεχνολογικών παρεμβάσεων, που μας επιτρέπουν να ζούμε περισσότερο, αλλά με υψηλότερο κόστος για τα συστήματα υγείας.

Αυτό αποτελεί πρόκληση για τους πολιτικούς, διότι οι υψηλότεροι φόροι και τα πιο εύρωστα κράτη συμβαδίζουν – και όχι μόνο επειδή χρειάζεται το πρώτο για να πληρωθεί για το δεύτερο.. Υγιείς άνθρωποι στη μέση της ζωής τους, χωρίς παιδιά, είναι σχεδόν πάντα καθαροί συνεισφέροντες, καθώς οι πιο δαπανηρές φάσεις της ανθρώπινης ζωής είναι η γέννηση, η εκπαίδευση, η συνταξιοδότηση και η ασθένεια – ιδανικά με αυτή τη σειρά.

Με άλλα λόγια, κοστίζουμε ακριβά όταν είμαστε νέοι και ξανά στο τέλος της ζωής μας, με μια – ελπίζουμε – μακρά ενδιάμεση περίοδο όπου κοστίζουμε λιγότερο. Όσο όμως αυξάνονται οι επιβαρύνσεις για όσους βρίσκονται σε αυτή τη «μεσαία» φάση, τόσο αυξάνεται και η δυσαρέσκειά τους, ενώ οι κυβερνήσεις έχουν κίνητρο να δαπανούν περισσότερα γι’ αυτούς, προκειμένου να τους κρατούν ικανοποιημένους.

Για τους πολιτικούς της δεξιάς, αυτό αποτελεί ιδιαίτερη ιδεολογική πρόκληση, καθώς κανείς τους δεν μπήκε στην πολιτική για να διευρύνει το Κράτος.

Όμως πρόκειται για πρόβλημα και για την αριστερά και το κέντρο, καθώς διοχετεύουν περισσότερους πόρους σε αυτό που οι περισσότεροι θεωρούν βασικές λειτουργίες του κράτους: την υπεράσπιση των βασικών λειτουργιών της Πολιτείας και τη φροντίδα των ηλικιωμένων.

Αυτό καθιστά πιο σκληρά τα διλήμματα μεταξύ της χρηματοδότησης των λεγόμενων «προαιρετικών» δαπανών και της διατήρησης της οικονομικής δυναμικής. Και ακριβώς επειδή οι περισσότεροι θεωρούν την διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της Πολιτείας και τη φροντίδα των ηλικιωμένων ως θεμελιώδη καθήκοντα του κράτους, κανείς δεν δείχνει ιδιαίτερα ευγνώμων γι’ αυτά – ενώ εξοργίζεται όταν απειλούνται.

Για διαφορετικούς λόγους, λοιπόν, πολιτικοί τόσο της αριστεράς όσο και της δεξιάς μπορεί να δελεαστούν από τη ρητορική στοχοποίησης των συνταξιούχων.

Στην αριστερά, η εικόνα του «τυχερού, εγωιστή boomer» που συσσωρεύει πλούτο, αποτελεί έναν επιφανειακά ελκυστικό στόχο για αναδιανομή.

Στη δεξιά, η παρουσίαση των τάξεων των συνταξιούχων ως αυτών που χρηματοδοτούνται από φόρους ψηφοφόρων σε ηλικία εργασίας φαίνεται, τουλάχιστον στα χαρτιά, μια πιθανή οδός για την εξασφάλιση της υποστήριξης των τελευταίων για τη μείωση του πεδίου εφαρμογής των κρατικών συντάξεων και, ως εκ τούτου, για την απαλλαγή από την ταλαιπωρία των ολοένα και υψηλότερων φόρων.

Υπάρχει ένας πυρήνας αλήθειας στη θεωρία του «τυχερού boomer» – μια σειρά από μοναδικά οικονομικά γεγονότα όντως ευνόησαν αυτή τη γενιά με τρόπο που καμία προηγούμενη ή επόμενη γενιά δεν γνώρισε ούτε θα γνωρίσει.

Ωστόσο, ως πολιτική στρατηγική, προσκρούει σε ένα σοβαρό και κεντρικό πρόβλημα: οι περισσότεροι άνθρωποι αγαπούν τους γονείς και τους παππούδες τους. Μπορεί θεωρητικά να πιστεύουν ότι ένας ηλικιωμένος «boomer» αξίζει λιγότερες δημόσιες δαπάνες, αλλά είναι πολύ πιο απρόθυμοι να δουν τους δικούς τους ανθρώπους να υφίστανται μείωση του βιοτικού τους επιπέδου.

Ακόμη και όσοι δεν έχουν καλές σχέσεις με τους ηλικιωμένους γονείς τους κατανοούν ότι η μείωση της δημόσιας στήριξης προς τους συνταξιούχους, θα οδηγήσει σε αύξηση της ιδιωτικής φροντίδας – κόστη που, τελικά, θα επιβαρύνουν και πάλι τους ίδιους. Στην πράξη, αυτό θα σήμαινε τη μετατόπιση από μια συλλογική, κοινωνική επιδότηση των συνταξιούχων σε επιδοτήσεις σε επίπεδο νοικοκυριού.

Δεδομένου ότι οι περισσότεροι από εμάς σκοπεύουμε να γεράσουμε και να συνταξιοδοτηθούμε κάποια μέρα, κατανοούμε ενστικτωδώς ότι η προστασία των σημερινών συνταξιούχων είναι, τελικά, προς όφελός μας.

Αυτό που φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται η πολιτική τάξη είναι ότι, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν να πάρουν χρήματα από τους γονείς τους, έτσι δεν περιμένουν ούτε από τα παιδιά τους να πάρουν χρήματα από εκείνους. Ένας καλός τρόπος για να κατανοήσει κανείς το πρόβλημα της αντισυνταξιουχικής πολιτικής είναι να αντικαταστήσει τον όρο “συνταξιούχος” με τις λέξεις «μαμά» ή «μπαμπάς».

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν τρόποι να μειωθεί το κόστος. Η σύνδεση των αυξήσεων των συντάξεων με το προσδόκιμο ζωής στην Ιταλία και η εξίσωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης ανδρών και γυναικών στο Ηνωμένο Βασίλειο αποτελούν καλά παραδείγματα.

Όμως τέτοιες λύσεις απαιτούσαν επιδέξια πολιτική διαχείριση και σοβαρό δημόσιο διάλογο. Δεν επιτεύχθηκαν υπό το φάντασμα του άπληστου boomer που θα μπορούσε να υπερισχύσει της πραγματικότητας ενός αγαπημένου συγγενή.

© The Financial Times Limited 2026. Όλα τα δικαιώματα διατηρούνται. Απαγορεύεται η αναδιανομή, αντιγραφή ή τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο. Το NEWS 24/7 φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την παρούσα μετάφραση και η Financial Times Limited δεν αποδέχεται καμία ευθύνη για την ακρίβεια ή την ποιότητα της μετάφρασης.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα