Άρθρο αναδημοσιευμένο από τους

Πώς ο πόλεμος έπαψε να είναι αποτελεσματικός

Διαβάζεται σε 7'
Το τέλος του παραδοσιακού πολέμου - Καρέ από την Ουκρανία
Το τέλος του παραδοσιακού πολέμου - Καρέ από την Ουκρανία Anatolii Lysianskyi/Ukraine's 127th Separate Brigade via AP

Ουκρανία, Ιράκ, Αφγανιστάν – η ιστορία του αιώνα μέχρι τώρα, είναι η αναποτελεσματικότητα της πολεμικής ισχύος.

Για να εισέλθουν στο Μουσείο Θυμάτων Πολέμου στην πόλη Χο Τσι Μινχ, οι επισκέπτες περνούν δίπλα από ένα παλιό ελικόπτερο του αμερικανικού στρατού. Στην πραγματικότητα, ολόκληρο το προαύλιο είναι γεμάτο με απειλητικό – αλλά εντελώς άχρηστο – υλικό από το αμερικανικό οπλοστάσιο των μέσων του 20ού αιώνα.

Το υπονοούμενο μήνυμα – «Αυτό δεν ήταν αρκετό για να μας νικήσει» – είναι ξεκάθαρο.

Κάποια μέρα, το Κίεβο ίσως αποκτήσει ένα μουσείο γεμάτο με ρωσικό πολεμικό υλικό που απέτυχε να καταστρέψει την Ουκρανία. Οι Ταλιμπάν θα μπορούσαν σίγουρα να επιδείξουν τον εξοπλισμό που έμεινε πίσω μετά από δύο δεκαετίες αποτυχημένης ξένης κατοχής στο Αφγανιστάν. Όσο για το Ιράκ, φανταστείτε όλα τα «απομεινάρια» από την αμερικανική περιπέτεια εκεί.

Πότε ήταν η τελευταία φορά που ένα μεγάλο κράτος κέρδισε αδιαμφισβήτητα έναν χερσαίο πόλεμο σημαντικής κλίμακας; Ίσως στην «Καταιγίδα της Ερήμου» το 1991, αλλά εκείνος κρίθηκε σε μεγάλο βαθμό από αέρος.

Ο πόλεμος Ιράν – Ιράκ ήταν αμφίρροπος. Οι Σοβιετικοί ηττήθηκαν στο Αφγανιστάν, πριν από τις δυτικές δυνάμεις. Η Γαλλία εγκατέλειψε το 2022 την Επιχείρηση Barkhane, την αποστολή της κατά των εξεγερμένων στο Σαχέλ.

Απομένει να ανατρέξει κανείς στην εισβολή της Ρωσίας στη Γεωργία (πληθυσμός 4,4 εκατ. τότε), στην ακόμα εξελισσόμενη κατάσταση στη Γάζα και στον πόλεμο των Φόκλαντ, ο οποίος συνέβη πιο κοντά στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο παρά στο σήμερα.

Ο κόσμος φαίνεται να βιώνει μια τάση η οποία, αν εδραιωθεί, θα αποδειχθεί κομβικής σημασίας: την ολοένα αυξανόμενη αναποτελεσματικότητα του πολέμου.

Παρατηρείται πλέον ένα μοτίβο στρατιωτικής αποτυχίας – ή έστω αποτελμάτωσης- που αγγίζει εξίσου δημοκρατικούς και αυταρχικούς επιτιθέμενους, συρράξεις εντός της «γειτονιάς» τους αλλά και σε απομακρυσμένες ηπείρους, πολέμους εναντίον κυρίαρχων κρατών αλλά και εναντίον άτακτων δυνάμεων. Κάποτε, το Βιετνάμ αποτελούσε το απόλυτο σημείο αναφοράς για τη στρατιωτική ταπείνωση μιας μεγάλης δύναμης.

Ήταν ένα σοκ τόσο μοναδικό, που καθόρισε μια γενιά σπουδαίων ταινιών και γέννησε ακόμα και ένα «σύνδρομο». Σήμερα, φαντάζει πλέον ως ο κανόνας.

Είναι δύσκολο να προβάλει κανείς αυτό το επιχείρημα χωρίς να δώσει την εντύπωση ότι απλώς «σηκώνει τα χέρια ψηλά» μπροστά στη γενικευμένη ματαιότητα.

Για να είμαστε σαφείς: οι αεροπορικές επιδρομές χωρίς τη συνδρομή χερσαίων δυνάμεων έχουν υπάρξει αποτελεσματικές. Σκεφτείτε την ανατροπή του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς (μετά από κάποια χρονοτριβή) ή την αναχαίτιση του ISIS.

Αναλογιστείτε, όμως, και τους περιορισμούς. Μετά την πτώση του Μουαμάρ Καντάφι στη Λιβύη – που επιτεύχθηκε χωρίς επίγειες δυνάμεις – η Δύση έχασε πλήρως τον έλεγχο της επόμενης μέρας.

Στο Ιράκ, η Δύση βυθίστηκε σε ένα τέλμα, εν μέρει επειδή οι αεροπορικές επιθέσεις της δεκαετίας του ’90 είχαν προκαλέσει μόνο επιφανειακά πλήγματα στο καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν. Και τα δύο αυτά ιστορικά προηγούμενα θα έπρεπε να στοιχειώνουν τον Ντόναλντ Τραμπ, καθώς εξετάζει έναν νέο κύκλο πληγμάτων κατά του Ιράν.

Αν, λοιπόν, γινόμαστε μάρτυρες της αποδυνάμωσης των κορυφαίων στρατιωτικών δυνάμεων του πλανήτη, πού οφείλεται αυτό;

Πρώτον, τα μέσα άσκησης βίας έχουν γενικευθεί επικίνδυνα. Δεν απαιτείται πλέον η ισχύς ενός μεγάλου κράτους – ή έστω η ύπαρξη κρατικής οντότητας – για τη χρήση drones ή μεθόδων ανταρτοπόλεμου. Τα αυτόνομα οπλικά συστήματα μπορούν πλέον να αντισταθμίζουν την έλλειψη έμψυχου δυναμικού.

Για την Ταϊβάν έχει προταθεί η «στρατηγική του σκαντζόχοιρου», όμως ακόμη και μικρότεροι και πιο αδύναμοι δρώντες έχουν πλέον τα δικά τους «αγκάθια». Έχει περάσει μια γενιά από τότε που ο Βρετανός στρατηγός Ρούπερτ Σμιθ, στο έργο του The Utility of Force («Η Χρησιμότητα της Ισχύος»), έγραφε ότι οι ατέρμονοι «πόλεμοι ανάμεσα στους λαούς» διαδέχθηκαν τον ιπποτικό παλαιό κόσμο των διακριτών μαχών με τα ξεκάθαρα αποτελέσματα.

Αυτό διατυπώθηκε προτού η εκστρατεία στο Αφγανιστάν καταλήξει σε πανωλεθρία και προτού η Ρωσία εγκλωβιστεί στο τέλμα της Ουκρανίας. Αυτό το διορατικό βιβλίο χρειάζεται πλέον απλώς ένα «f» πριν τη δεύτερη λέξη του τίτλου του [σ.μ. μετατρέποντας το Utility σε Futility – «Η Ματαιότητα της Ισχύος»].

Ταυτόχρονα, ο τρόμος μιας πυρηνικής κλιμάκωσης λειτουργεί ως καταλυτικός ανασταλτικός παράγοντας. Τα κράτη δεν είναι πλέον διατεθειμένα να εξαντλήσουν κάθε μέσο για τη νίκη. Ακόμη και αν η αμυνόμενη χώρα δεν διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο, ο επιτιθέμενος οφείλει να συνυπολογίζει τις τρίτες δυνάμεις που το διαθέτουν.

Στον παλιό κόσμο, η Ρωσία ίσως να είχε πλήξει απευθείας τις ΗΠΑ ή τη Βρετανία για να ανακόψει τη στήριξή τους προς την Ουκρανία. Κάτι τέτοιο φαντάζει σήμερα (και το ελπίζουμε αυτό) αδιανόητο.

Είναι οξύμωρο που η Κορέα χαρακτηρίζεται ως ο «ξεχασμένος πόλεμος», τη στιγμή που προοιώνισε τον σημερινό μας κόσμο των αδιέξοδων συγκρούσεων. Το τέλμα στη χερσόνησο προέκυψε εν μέρει επειδή οι υπερδυνάμεις επεδίωκαν να αποφύγουν μια πυρηνική σύγκρουση περισσότερο από όσο επιθυμούσαν την επικράτηση των εντολοδόχων τους.

Όπως και να έχει, είναι ευκολότερο να κάνει κανείς εικασίες για τα αίτια των πρόσφατων αντικρουόμενων επιδόσεων του πολέμου, παρά να προβλέψει τις συνέπειές τους. Εκ πρώτης όψεως, ο πόλεμος θα έπρεπε να γίνεται σπανιότερος, καθώς τα κράτη διαπιστώνουν ότι συνεπάγεται υπερβολικό κόστος για πολύ πενιχρά οφέλη.

Υπάρχει μια διάχυτη δημοσιογραφική βεβαιότητα σήμερα ότι οδεύουμε προς έναν κόσμο όπου «η ισχύς βαφτίζεται δίκαιο». Αυτό, όμως, επιδέχεται κάποια επιφύλαξη. Τα ισχυρά κράτη ίσως αισθάνονται νομικά και ηθικά αποδεσμευμένα να χρησιμοποιήσουν βία στις «δικές τους» ιστορικές σφαίρες επιρροής. Αυτό, όμως, δεν προεξοφλεί την επιτυχία τους. Αν τελικά γίνουν πιο διστακτικά, έχοντας ιδίως υπόψη τη ρωσική εμπειρία στην Ουκρανία, αυτό αποτελεί την αμέσως καλύτερη εξέλιξη που θα βγει μέσα από έναν κόσμο όπου τέτοιοι πόλεμοι θεωρούνται καταδικαστέοι επί αρχής.

Όμως, η ζωή δεν θα ήταν ζωή αν τα πράγματα ήταν τόσο ξεκάθαρα. Υπάρχει ένα σενάριο στο οποίο η διαρκής στρατιωτική απογοήτευση αποβαίνει χειρότερη για τις ελεύθερες κοινωνίες.

Τα δικτατορικά καθεστώτα μπορούν να οικοδομούν ένοπλες δυνάμεις με μια απλή εντολή· οι δημοκρατίες, όμως, χρειάζονται τη λαϊκή συναίνεση. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι δημοκρατίες διατήρησαν τεράστιους αμυντικούς προϋπολογισμούς και υποχρεωτική στράτευση, επειδή η κοινή γνώμη εξακολουθούσε να συνδέει αυτά τα στοιχεία με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: τον «καλό πόλεμο», με την κρυστάλλινη ηθική του και τον ακόμη πιο ξεκάθαρο νικητή του. Αν αυτή η αντίληψη παραχωρήσει τη θέση της στον κυνισμό για τη χρησιμότητα της ισχύος, οι ελεύθερες κοινωνίες κινδυνεύουν να μείνουν αθωράκιστες. Οι επικλήσεις στον πατριωτισμό είναι θεμιτές, αλλά η νίκη είναι αυτή που πείθει πραγματικά.

Σε μια από τις σπάνιες περιπτώσεις αξιοσημείωτων αποχαιρετιστήριων λόγων Αμερικανού προέδρου, ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ είχε προειδοποιήσει ενάντια στη διείσδυση του στρατιωτικού στοιχείου στην πολιτική ζωή.

Το σύγχρονο πρόβλημα, ωστόσο, προσεγγίζει το ακριβώς αντίθετο: την αποξένωση της κοινωνίας των πολιτών από το στράτευμα, ως απόρροια δεκαετιών πενιχρών αποτελεσμάτων. Το «στον πόλεμο δεν υπάρχουν νικητές» αποτελούσε ένα ηθικοπλαστικό σύνθημα του περασμένου αιώνα. Στον αιώνα που διανύουμε, ηχεί πλέον ως μια απλή διαπίστωση.

Το άρθρο τροποποιήθηκε από τον συντάκτη του για να διευκρινιστεί ότι οι υπερδυνάμεις της εποχής ήθελαν να αποφύγουν μια πυρηνική σύρραξη

© The Financial Times Limited 2026. Όλα τα δικαιώματα διατηρούνται. Απαγορεύεται η αναδιανομή, αντιγραφή ή τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο. Το NEWS 24/7 φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την παρούσα μετάφραση και η Financial Times Limited δεν αποδέχεται καμία ευθύνη για την ακρίβεια ή την ποιότητα της μετάφρασης.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα