15 νεκροί στη Χίο: Το κράτος δεν πείθει ούτε αυτούς που το επιδοκιμάζουν
Διαβάζεται σε 5'
Το ελληνικό κράτος, από τη στιγμή που έχει υιοθετήσει τη ρητορική του πολέμου για τη μετανάστευση, δεν μπορεί να πείσει κανέναν για το «λάθος» του. Μα κανέναν πλέον. Ούτε αυτούς που θεωρούμε την ενέργεια εγκληματική και αποτρόπαια, ούτε αυτούς που την επικροτούν ως θεμιτή και αναγκαία.
- 07 Φεβρουαρίου 2026 07:19
Τον όχι και τόσο μακρινό Οκτώβριο του 2012, ο τότε βουλευτής της Χρυσής Αυγής και κατόπιν έγκλειστος Παναγιώταρος έκανε την ακόλουθή δήλωση στο BBC: «Βρισκόμαστε σε εμφύλιο πόλεμο και όσοι δεν το βλέπουν αυτό στρουθοκαμηλίζουν». O Βρετανός δημοσιογράφος αντέτεινε ότι «εμφύλιος είναι βαριά λέξη», όμως ο συνομιλητής του ήταν ασταμάτητος – όπως όλη η Χρυσή Αυγή τότε – και απάντησε :
«Βλέπουμε λαθρομετανάστες να διαδηλώνουν με την υποστήριξη της αριστεράς και των αναρχικών και βουλευτές να τους υπερασπίζονται στα δικαστήρια ή στα αστυνομικά τμήματα. Η σημερινή ελληνική κοινωνία είναι έτοιμη να πολεμήσει ένα νέο είδος εμφυλίου, αν και σε κανένα δεν αρέσει αυτό. Από τη μια πλευρά βρίσκονται οι εθνικιστές, όπως εμείς, και όσοι Έλληνες θέλουν η χώρα τους να ξαναγίνει όπως ήταν στο παρελθόν, και από την άλλη λαθρομετανάστες, αναρχικοί και όλοι όσοι καταστρέφουν την Αθήνα».
Την δήλωση αυτή τότε και ο γράφων και άλλοι (θυμάμαι επίσης τον Δημήτρη Ψαρρά να το γράφει και να το μαρτυρά στο δικαστήριο) είχαμε ερμηνεύσει ως στιγμιότυπο στρατηγικής της έντασης που ήθελε να εδραιώσει η Χρυσή Αυγή. Να προκαλεί δηλαδή τους αντιπάλους της στην κλιμάκωση της βίας ώστε να έχει πρόφαση να απαντήσει με ισχυρότερη βία και να φέρει τους ουδέτερους νοικοκυραίους ενώπιον του διλήμματος: προτιμούν τους Χρυσαυγίτες ή τους αναρχικούς και τους μετανάστες; Η διαρκής ελπίδα του φασισμού είναι ότι στο δίλημμα αυτό, ο «παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος» θα προτιμήσει τους φασίστες.
Τότε, η Χρυσή Αυγή δεν τα κατάφερε, αν και βρέθηκε σε απόσταση βολής. Ήταν ο Παύλος Φύσσας που έκοψε το δρόμο της.
Φαντάζομαι ότι ο Παναγιώταρος, άρτι αποφυλακισθείς τον Ιούλιο 2025 με περιοριστικούς όρους, θα παρακολουθεί σήμερα τις αντιδράσεις του διαδικτυακού φασισμού που ο ίδιος και οι συν αυτώ εξέθρεψαν με περισσή επιμέλεια εδώ και μια δεκαπενταετία και θα είναι υπερήφανος. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, το «δίλημμά» του βρίσκεται σε καλά χέρια. Θα στενοχωριέται όμως κιόλας.
To ερώτημα που διατυπώθηκε στη Βουλή μετά το συμβάν από υπουργικά χείλια ήταν: «είστε με το Λιμενικό ή με τους διακινητές;» Ήταν περίπου σαν να είχε γίνει ο Παναγιώταρος υπουργός και να προσπαθούσε να επιχειρηματολογήσει, όπως έκανε στον δημοσιογράφο του BBC. O παλιόφιλος του Πλεύρης, του κλέβει τη δόξα. Εκείνος με απαγόρευση εξόδου από την Ελλάδα και υποχρεωτική εμφάνιση στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του μία φορά τον μήνα και ο άλλος, Υπουργός Μετανάστευσης! Αδικία…
Κατόπιν αυτών, μόνο έκπληξη δεν μπορεί να δημιουργεί η ετοιμότητα με την οποία αντιμετώπισε ο διαδικτυακός κόσμος του φασισμού (πραγματικός και πλασματικός) τις αντιδράσεις πολλών εξ ημών μετά το συμβάν της Χίου. Ο οχετός υπήρξε τόσο ακατάσχετος που ακόμη και οι εμπειρότεροι με την απανθρωπιά εξεπλάγησαν. Είχαμε καιρό να δούμε τέτοια ομοβροντία αισχρότητας και απειλών.
Όμως, μέσα στην ομοβροντία αυτή, ουδείς σχεδόν ασχολήθηκε με το να υποστηρίξει ότι η εκδοχή του λιμενικού είναι η ορθή, δηλαδή ότι όντως το σκάφος του εμβολίστηκε από το πλεούμενο στο οποίο επέβαιναν οι Αφγανοί. Αντιθέτως, ο διαδικτυακός συρφετός πραγματικών χρηστών και προπαγάνδας φωνάζει ότι «καλά τους έκαναν». Λογικό: φασίστες είναι οι άνθρωποι, όχι βλάκες.
Γι’αυτό λοιπόν, απροσχημάτιστα επιδοκιμάζουν το λιμενικό για την ενέργειά του. Επικροτούν τους θανάτους. Όχι ως προϊόντα ατυχήματος. Από αμέλεια εξάλλου ουδείς θάνατος επιδοκιμάζεται. Ο θάνατος επικροτείται ή γίνεται ανεκτός μόνο όταν είναι προϊόν συνειδητής επιλογής. Και αυτή δεν είναι άλλη από την επιλογή της αποτροπής της εισόδου των ανθρώπων αυτών στην επικράτεια.
Όταν κατά λάθος χτυπάω έναν άνθρωπο και τον σκοτώνω με το αυτοκίνητο, χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο. Όταν όμως τον στοχεύω για να τον απωθήσω αναλαμβάνοντας συνειδητά τον κίνδυνο να τον σκοτώσω, αλλάζει το πράγμα.
Το ελληνικό κράτος, από τη στιγμή που έχει υιοθετήσει τη ρητορική του πολέμου για τη μετανάστευση, δεν μπορεί να πείσει κανέναν για το «λάθος» του. Μα κανέναν πλέον. Ούτε αυτούς που θεωρούμε την ενέργεια εγκληματική και αποτρόπαια, ούτε αυτούς που την επικροτούν ως θεμιτή και αναγκαία.
Σε ανάρτησή μου μετά το συμβάν κατέληγα:
«Η πιο μαύρη όμως αλήθεια είναι ότι όταν η αξία της ανθρώπινης ζωής αποδομείται και οι ηθικοί φραγμοί καταρρέουν, τότε οι αποστάσεις ανάμεσα στους “δικούς μας” και τους “άλλους” νεκρούς, περιορίζονται. Και στο τέλος και οι “δικοί μας”, σαν ξένοι θα φαίνονται. Κυρίως αν είναι φτωχοί.»
Είχα στο μυαλό μου και το ICE στις ΗΠΑ που φτιάχτηκε για να απωθεί μετανάστες και πλέον εκτελεί και Αμερικάνους πολίτες. Έκανα όμως ένα λάθος: υποστήριξα ότι «οι δικοί μας» θα φαίνονται σαν ξένοι, κυρίως αν είναι φτωχοί. Αν το επαναδιατύπωνα σήμερα, μετά από αυτό το κύμα του μίσους που εκπέμφθηκε, θα αναγκαζόμουν να χρησιμοποιήσω και κάτι από τα πονηρά λόγια του χρυσαυγίτη Παναγιώταρου.
Στο στόχαστρο πλέον, δεν είναι μόνο οι μετανάστες. Είναι – είμαστε δηλαδή – και αυτοί που στηρίζουν ότι οι άνθρωποι αυτοί έχουν δικαίωμα στη ζωή. Άπαξ η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει τη ρητορική της μετανάστευσης ως εισβολής, τότε οι υπερασπιστές των δικαιωμάτων των εισβολέων γίνονται εχθροί και το χρυσαυγίτικο δίλημμα πραγματικότητα.
Στο στόχαστρο πλέον είμαστε αυτοί που παλεύουμε για να μην καταλήξει εντελώς ανέκδοτο το μη αναθεωρητέο άρθρο 5. 2 του Ελληνικού Συντάγματος
«Όλοι όσοι βρίσκονται στην Eλληνική Eπικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων.»
Ένα άρθρο που η κυβέρνηση έχει ευτελίσει σε βαθμό κακουργήματος: κατά κυριολεξία, κακουργήματος.