2026: Ναυάγιο και ελπίδα

Διαβάζεται σε 8'
Υποστηρικτής του Μαδούρο κρατά αφίσα του στα χέρια σε διαδήλωση στο Καράκας
Υποστηρικτής του Μαδούρο κρατά αφίσα του στα χέρια σε διαδήλωση στο Καράκας

«Έπλευσα καλά μονάχα αφότου ναυάγησα».

«Έπλευσα καλά μονάχα αφότου ναυάγησα» (Νυν ευπλόηκα, ότε νεναυάγηκα).  Αυτό, όπως μας παραδίδει ο Διογένης ο Λαέρτιος, είπε ο Ζήνων από το Κίτιο, θεμελιωτής της φιλοσοφίας του στωικισμού στα ελληνιστικά χρόνια. Έτσι συνόψισε την εμπειρία ενός πραγματικού ναυαγίου που υπέστη ως έμπορος κάπου κοντά στον Πειραιά. Μετά το ναυάγιο, ο Ζήνων άφησε το εμπόριο και ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία. Κάπως έτσι, το ναυάγιο έγινε για κείνον το σημείο εκκίνησης μιας νέας γνωστικής εμπειρίας.

Ένας από τους σημαντικότερους Γερμανούς φιλοσόφους του 20ού αιώνα, ο Χανς Μπούμενμπεργκ, σε μια παραδειγματική μελέτη για τις θεμελιώδεις μεταφορές της σκέψης, μελετά το ναυάγιο και το θεατή του ως συνολική  παραβολή για την ανθρώπινη ύπαρξη (Ναυάγιο με θεατή, μτφρ. Θοδωρής Δρίτσας, εκδ. Αντίποδες, 2017). Η μεταφορά του ναυαγίου προκειμένου οι «άνθρωποι να βγούνε από τα συντρίμμια των προηγούμενων προσπαθειών τους» είναι συγκλονιστική.

Μήπως λοιπόν η μόνη πιθανότητα να βάλουμε μυαλό είναι αφού ναυαγήσουμε; Και αν όντως υποθέσουμε πως μόνο μετά τη συντριβή έρχεται ο νους και η σύνεση, τι κόστος θα έχει ένα τέτοιο ναυάγιο σε απώλειες αλλά και στη μακρά διάρκεια;

Και ο θεατής; Πόσο μπορεί κάποιος να μείνει πραγματικά αμέτοχος στο ναυάγιο; Κάποια στιγμή, ο Γερμανός φιλόσοφος λέει ότι «ο θεατής χάνει τη θέση του». Ο Νίτσε θα γράψει ότι ο μόνος δυνατός θεατής είναι ο ναυαγός που κατορθώνει να φτάσει στην ακτή, παραβάλλοντας έτσι τη μετάβαση από τη φύση στο πολιτικό περιβάλλον της ανθρώπινης ιστορίας.

Από την άλλη, είμαστε καταδικασμένοι να παλεύουμε να προλάβουμε το ναυάγιο. Σε αυτό εξάλλου συνίσταται το ένστικτο της αυτοσυντήρησής και η τέχνη της επιβίωσης του ανθρώπου. Δεν υπάρχουν κοινωνίες που αφήνονται μοιρολατρικά στο ναυάγιο, ώστε μετά να σηκώσουν τα διαλυμένα τους κομμάτια και να χαράξουν νέα πορεία σοφότερες και ανθεκτικότερες.

«Κι όμως, δεν έφτανε ένα ναυάγιο για την Ευρώπη» θα αντέτεινε ο βυθισμένος στους μαύρους στοχασμούς Ευρωπαίος ναυαγός-θεατής. Χρειάστηκαν δύο ναυάγια –ο Α΄ και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος– ώστε να μπουν τα θεμέλια μιας μεταπολεμικής τάξης φτιαγμένης από σχετικά βιώσιμο υλικό.  Το υλικό αυτό ήταν ό,τι πιο στέρεο για τον καπιταλισμό τότε: άνθρακας και  χάλυβας σε ελεύθερη κυκλοφορία ήταν η φιλόδοξη και υποσχόμενη συνταγή των founding fathers της ενωμένης Ευρώπης για την ειρήνη.  Όχι όμως μόνη της: η φιλελεύθερη συνταγή του ελεύθερου ανταγωνισμού πλαισιώθηκε από ένα ρητό αντιφασισιστικό συμβόλαιο που συνομολογήθηκε από όλα τα κράτη. Σε αυτό όλοι συγκλίνανε σε Ανατολή και Δύση: «Never again». Και τώρα, τι κάνουμε που το «never» θαμπώνει στη λήθη ογδόντα ετών; Πώς τα καταφέραμε να βρεθούμε ενώπιον του ενδεχομένου again;

Το 2026, μπήκε με μια απαγωγή αρχηγού κράτους από τις ΗΠΑ. Όμως, αυτή δεν ήρθε από το πουθενά. Το έργο έχει προαναγγελθεί. Το 2011, ο πρόεδρος Ομπάμα διέταξε και παρακολούθησε την εξωδικαστική εκτέλεση του Μπιν Λάντεν από τον αμερικανικό στρατό της χώρας του σε αλλοδαπή επικράτεια. Η πράξη αυτή παραβιάζει τον Χάρτη του ΟΗΕ. Απαγορεύεται. Έγινε όμως και “όλα καλά”. «Κακός» ο Μπιν Λάντεν…Όμως το διεθνές δίκαιο δεν φτιάχτηκε για τους καλούς. Στους «κακούς» δοκιμάζεται.

Δεν φαίνεται λοιπόν παράλογο ότι το 2026, ο πρόεδρος Τραμπ, διέταξε και παρακολούθησε ζωντανά την απαγωγή Μαδούρο. Αναμενόμενη εξέλιξη ότι από τον «τρομοκράτη» θα φτάναμε στον αρχηγό κράτους. Όταν παραβιάζεις το διεθνές δίκαιο λόγω της όποιας ανάγκης, ο δρόμος είναι ανοιχτός η ερμηνεία της ανάγκης να οδηγεί κατά το δοκούν στην παραβίαση των κανόνων. Αυτό σήμερα γίνεται απροσχημάτιστα από μια βίλα στη Φλόριντα. Όμως, οι ΗΠΑ το κάνανε αδιαλείπτως όποτε θεωρούσαν ότι τους χρειάζεται. Το ότι ψάχνανε προσχήματα δεν είναι ασήμαντο, δεν είναι όμως το πιο ζωτικό.

Ο Τραμπ ναι μεν είναι νέος πολιτικός σωματότυπος, αλλά μεταξύ των μεθόδων του και κάποιων από αυτές των προηγουμένων υπάρχει συνέχεια και συνέπεια. Το καινούργιο υπάρχει στο παλιό. Να μην κοιτάμε μόνο τις τομές που φωνάζουν. Να βλέπουμε και τις συνέχειες που αντέχουν σε ένα έργο που βρίσκεται μακράν του τέλους.

Ούτε καλή χρονιά θα είναι το ’26 ούτε καλύτερη

Το να είναι κανείς αισιόδοξος ότι το 2026 θα είναι μια καλή χρονιά ισοδυναμεί με ασύγγνωστη αφέλεια. Είναι σαν να βρίσκεται κανείς ενώπιον θύελλας με μετεωρολογικό δελτίο που την προβλέπει και να είναι σίγουρος στην αμεριμνησία του, ότι «δεν θα κάνει καιρό» επειδή γενικώς «θέλει να βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο».

Ούτε καλή χρονιά λοιπόν θα είναι το ’26 ούτε καλύτερη. Έχουμε ακόμη δρόμο στο τούνελ υπό το αντίξοο καθεστώς μιας δομικής αντίφασης. Οι πόλεμοι  στην Ευρώπη –μεγάλη τύχη– δεν είναι το σύνηθες μέσο επίλυσης των διεθνών διαφορών, όπως μέχρι 80 χρόνια. Αυτό είναι το επίτευγμα του δευτέρου μισού του 20ού. Η Ευρώπη μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου κατάφερε στο εσωτερικό, αυτό που δεν μπόρεσε (δεν ήθελε, ακριβέστερα) να πετύχει στο διεθνές μετααποικιακό μέτωπο: να μην κάνει πολέμους.

Βυθισμένοι στην βολική ακινησία της μεταπολεμικής ειρήνης ξεχνάμε ότι δεν είναι πολλά τα χρόνια πίσω όπου ο πόλεμος ήταν η πάγια «συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα» (Φον Κλαούζεβιτς) κατεξοχήν στην Ευρώπη των εθνών. Όταν τον Φλεβάρη του ’22, η Ρωσία εισέβαλλε στην Ουκρανία, πολλοί Ευρωπαίοι έκαναν λόγο «για τον πρώτο πόλεμο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο». Άραγε, η στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο και οι γιουγκοσλαβικοί πόλεμοι που σπαράξανε μια χώρα και τέσσερις λαούς πριν 30 χρόνια τι να ήταν; Ή σκεφτείτε να είστε Βόσνιος και να ακούτε Γάλλους και Γερμανούς να μιλάνε για τον «πρώτο πόλεμο μετά το ΄44».  Στα όρια της προσβολής…Κι όμως: κάτι δείχνει αυτή η απώθηση. Δεν μπορεί να μη θυμάσαι έναν τόσο πρόσφατο πόλεμο. Πιο πιθανό είναι να μην αντέχεις να θυμάσαι.

Από την άλλη, η κοπιώδης προσπάθεια για ειρηνική  διευθέτηση των διενέξεων είναι βασανιστικά αργή και συχνά αναποτελεσματική. Αναγκαστικά. O πόλεμος αποφεύγεται, όμως και ειρήνη βιώσιμη δεν κατακτιέται. Από την Παλαιστίνη ως πιθανώς μεθαύριο την Ουκρανία, ανακωχές και παγωμένες συγκρούσεις (frozen conflicts). Η κατάσταση αυτή ενισχύει την καχυποψία από όλα τα στρατόπεδα. Το μότο είναι το γνωστό: «αν θέλεις ειρήνη, ετοιμάσου για πόλεμο». Και, κάπως έτσι, όλοι ετοιμάζονται για πόλεμο, ο οποίος γίνεται πιθανότερος.

Η αυτεκπληρούμενη προφητεία του πολέμου περιγράφει μια κατάσταση όπου ο φόβος, η προσδοκία ή η πεποίθηση ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος οδηγεί σε συμπεριφορές που τελικά τον προκαλούν. Αυτό ακριβώς που θα συνεχίσουμε να συμβαίνει στην Ευρώπη μέσα στο 2026.  Κράτη, κοινωνίες ή ηγεσίες πιστεύουν ότι ο αντίπαλος θα επιτεθεί οπωσδήποτε, ερμηνεύουν κάθε κίνηση ως εχθρική, εξοπλίζονται «αμυντικά» αλλά επιθετικά στα μάτια του άλλου. Έτσι εδραιώνεται η καχυποψία,  μειώνονται τα περιθώρια διπλωματίας, και μια σύγκρουση που πιθανώς θα μπορούσε να αποφευχθεί γίνεται πιθανότερη.

Μην πάτε μόνο στη Γερμανία, Βαλτικές χώρες, Πολωνία και Ρωσία. Δείτε την Ελλάδα με την Τουρκία. Στην Ελλάδα, όλοι όσοι είμαστε εναντίον των εξοπλισμών και της στρατιωτικοποίησης δεν το κάνουμε επειδή αγνοούμε ότι η Τουρκία είναι προβληματικός γείτονας. Το κάνουμε για λόγους αρχής αλλά και επειδή γνωρίζουμε ότι αυτή η κλιμάκωση δίνει μεγαλύτερες λαβές στον τουρκικό αναθεωρητισμό. Το να ζητά κανείς ειρήνη με συμβιβασμούς δεν τον κάνει ούτε αφελή, ούτε μειοδότη, ούτε ανόητο. Αντιθέτως.

Και κάτι ακόμη: ακούμε εσχάτως επαναληπτικά για «φέρετρα» με τα οποία πρέπει τάχα να μάθουμε να ζούμε. Να επιστρέψουμε δηλαδή εκεί που είμαστε πριν 80 χρόνια.  Αλήθεια, πιστεύουν σοβαρά αυτή η ανεκδιήγητη Μάγια Κάλλας, επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ –τρομάρα μας– ο Μερτς που εκλέχθηκε καγκελάριος με τη δέσμευση να επαναφέρει τη Γερμανία στην ευρωπαϊκή και διεθνή σκηνή –επίσης τρομάρα μας– και ο δικός μας Δένδιας που φέρεται ως ο μελλοντικός αρχηγός της ελληνικής Δεξιάς, ότι οι ευρωπαϊκές κοινωνίες μπορούν να επιστρέψουν στο 1944; Εδώ, οι νέοι Ευρωπαίοι, ούτε αγρότες και κτηνοτρόφοι δεν μπορούν να γίνουν… Στρατιώτες στον πόλεμο θα καταλήξουν;

Κλείνω: η «απαισιοδοξία της νόησης» δεν είναι κυνισμός ούτε αφέλεια ούτε, βέβαια, νομοτέλεια· είναι διαύγεια που αρνείται την αυτοεξαπάτηση.  Και μας αφορά όλους. Σε αυτή την απαισιοδοξία, ο Γκράμσι αντιπαραβάλλει την αισιοδοξία της βούλησης. Την ελπίδα ως υπαρξιακή θέση του αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο. Η ρωγμή της ελπίδας μόνο από αυτά τα κακομαθημένα παιδιά της ευρωπαϊκής ειρήνης μπορεί να έρθει. Αλλιώς, οι ρωγμές του ναυαγίου είναι ήδη ανοιχτές.

Καλή χρονιά.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα