“6-7” απαγόρευση
Διαβάζεται σε 8'
Περί απαγόρευσης πρόσβασης των ανηλίκων κάτω των 15 ετών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που προανήγγειλε ο πρωθυπουργός
- 09 Απριλίου 2026 16:14
Το «6-7», που επέλεξε ο Πρωθυπουργός ως hook για την εξαγγελία του, είχε ακριβώς το νόημα που ταιριάζει στην ουσία της ίδιας της εξαγγελίας: μια φράση – σήμα κατατεθέν για τη Gen A, χωρίς να είναι σαφές τι ακριβώς σημαίνει. Ένα σύνθημα, που απλά πρέπει να ειπωθεί.
Το ζήτημα του εθισμού των ανηλίκων στα social media είναι όντως υπαρκτό. Η κυβέρνηση ορθώς επικαλείται μια πραγματικότητα που αφορά την αύξηση του άγχους, τα προβλήματα ύπνου και τον εθισιστικό σχεδιασμό των πλατφορμών. Ο δημόσιος διάλογος στην Ευρώπη και όχι μόνο, στρέφεται όλο και περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο οι πλατφόρμες σχεδιάζουν προϊόντα που κρατούν παιδιά και εφήβους διαρκώς συνδεδεμένους.
Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι υπαρκτό και απαιτεί πολιτική απάντηση. Το ερώτημα είναι αν η συγκεκριμένη εξαγγελία ανταποκρίνεται πράγματι σε αυτή την ανάγκη.
Η καθημερινότητα πάνω στην οποία πατά αυτή η συζήτηση είναι πολύ πιο σύνθετη.
Για ένα παιδί 13 ή 14 ετών, τα social media δεν είναι μόνο ένας χώρος «χαζέματος». Είναι συχνά η ομαδική συνομιλία της τάξης, το μέρος όπου κανονίζεται η απογευματινή έξοδος, ο τρόπος με τον οποίο μαθαίνει τι συζητούν οι συνομήλικοί του, η πλατφόρμα όπου ακολουθεί πρόσωπα που θαυμάζει, αλλά και το σημείο όπου εκτίθεται σε σώματα-πρότυπα, σε εξευτελισμό, σε πίεση να αποδείξει ότι «ανήκει» κάπου.
Για έναν γονιό, το θέμα δεν είναι μόνο αν το παιδί του έχει TikTok ή Instagram, αλλά αν κοιμάται στις 2 το πρωί με το κινητό στο χέρι, αν δέχεται προσβλητικά μηνύματα, αν έχει εσωτερικεύσει ότι η αξία του μετριέται με προβολές, αν εκβιάζεται να στείλει φωτογραφίες, αν αποσύρεται από τη ζωντανή κοινωνική ζωή.
Για ένα σχολείο, το πρόβλημα εμφανίζεται στην προσοχή μέσα στην τάξη, στην κόπωση, στο bullying που συνεχίζεται μετά το κουδούνι, στην αδυναμία να μπουν όρια σε μια ψηφιακή ζωή που δεν τελειώνει ποτέ. Η απαγόρευση, λοιπόν, αφορά μια πραγματικότητα πολύ πιο σύνθετη από το αν τα παιδιά «μπαίνουν ή βγαίνουν από μια εφαρμογή».
Εδώ ακριβώς αρχίζει το πρώτο μεγάλο πρόβλημα της εξαγγελίας: η απόσταση ανάμεσα στο επικοινωνιακό μήνυμα και στον πραγματικό μηχανισμό εφαρμογής. Σύμφωνα με το ίδιο το κυβερνητικό ενημερωτικό σημείωμα, η ρύθμιση θα κατατεθεί το καλοκαίρι του 2026 και προβλέπεται να τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2027. Παράλληλα, η Αθήνα ζητά από την Ευρωπαϊκή Ένωση να δημιουργήσει κοινό σύστημα age verification και κοινό ηλικιακό όριο. Αυτό σημαίνει κάτι απλό: ο τίτλος λέει «η Ελλάδα απαγορεύει», αλλά η εφαρμογή του μέτρου μεταφέρεται χρονικά και πολιτικά σε ένα μελλοντικό ευρωπαϊκό πλαίσιο. Πρόκειται για μια εξαγγελία που παρουσιάζεται ως άμεση τομή, ενώ στην πραγματικότητα εξαρτάται από υποδομές και συμφωνίες που ακόμη διαμορφώνονται.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι τεχνικό και καθοριστικό. Η κυβέρνηση υπόσχεται αποκλεισμό των κάτω των 15 από πλατφόρμες όπως το TikTok, το Instagram, το Facebook ή το Snapchat, αλλά η ίδια η διεθνής συζήτηση γύρω από το age assurance δείχνει πόσο δύσκολη είναι η αξιόπιστη εφαρμογή του. Ο ΟΟΣΑ κατέγραψε το 2025 σημαντικά κενά στις πρακτικές επαλήθευσης ηλικίας σε 50 online υπηρεσίες που χρησιμοποιούν παιδιά, σημειώνοντας ότι μόνο δύο από αυτές έκαναν συστηματική επιβεβαίωση ηλικίας κατά τη δημιουργία λογαριασμού και ότι η εφαρμογή τέτοιων μηχανισμών είναι ιδιαίτερα περίπλοκη, ακριβώς λόγω της διασυνοριακής φύσης των υπηρεσιών.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι όσο οι πλατφόρμες λειτουργούν με τη λογική «δήλωσε ημερομηνία γέννησης και προχώρα», ο αποκλεισμός είναι εξαιρετικά εύθραυστος. Ένα παιδί μπορεί να δηλώσει άλλη ηλικία, να χρησιμοποιήσει λογαριασμό μεγαλύτερου αδελφού, να μετακινηθεί σε άλλη εφαρμογή ή να βρει μέσα σε λίγα λεπτά τρόπο παράκαμψης. Άρα η πολιτική εικόνα της «απαγόρευσης» απέχει πολύ από την πραγματική τεχνική κατάσταση.
Το τρίτο πρόβλημα είναι ότι η εξαγγελία μετατρέπει μια σύνθετη κοινωνική και τεχνολογική βλάβη σε απλή υπόθεση πρόσβασης. Σαν να αρκεί να βάλεις έναν ηλικιακό φραγμό και να έχεις λύσει το θέμα. Στην πράξη, όμως, αυτό που βλάπτει τα παιδιά δεν είναι μόνο το γεγονός ότι βρίσκονται «μέσα» στα social media, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτά είναι σχεδιασμένα. Το ατέρμονο scroll, οι μετρήσεις δημοφιλίας, τα recommender systems που σπρώχνουν διαρκώς προς πιο ακραίο ή πιο φορτισμένο περιεχόμενο, η εμπορευματοποίηση της ανασφάλειας και της προσοχής: όλα αυτά είναι στοιχεία του επιχειρηματικού μοντέλου των πλατφορμών. Όταν η πολιτική περιορίζεται στο «σου κλείνω την είσοδο», αφήνει σχεδόν ανέγγιχτο τον πυρήνα του προβλήματος. Και έτσι μεταφέρει την κουβέντα από τη ρύθμιση των εταιρειών στη διαχείριση των χρηστών.
Το τέταρτο πρόβλημα φαίνεται όταν περάσουμε από τη θεωρία στα παραδείγματα της καθημερινότητας. Τι σημαίνει στην πράξη «απαγόρευση social media» για έναν ανήλικο;
Σημαίνει ότι ένας μαθητής της Β΄ Γυμνασίου μπορεί να πάψει να έχει πρόσβαση σε αυτές τις πλατφόρμες, αλλά να παραμένει εκτεθειμένος στο ίδιο ακριβώς υλικό μέσω YouTube Shorts, gaming chats ή εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων που δεν βρίσκονται στον στενό πυρήνα της δημόσιας συζήτησης. Σημαίνει ότι μια μαθήτρια που δέχεται body shaming στο Instagram μπορεί απλώς να δει το ίδιο μοτίβο να μεταφέρεται αλλού, σε λιγότερο ορατά και συχνά λιγότερο ελεγχόμενα ψηφιακά περιβάλλοντα. Σημαίνει ότι οι πιο ενημερωμένοι ή κοινωνικά προστατευμένοι ανήλικοι θα βρουν ευκολότερα τρόπους παράκαμψης, ενώ οι λιγότερο προστατευμένοι θα μείνουν με ένα θολό πλαίσιο απαγόρευσης χωρίς ουσιαστική στήριξη.
Η πολιτική, δηλαδή, κινδυνεύει να αναπαράγει ανισότητες αντί να τις μειώσει. Αυτή ακριβώς η κριτική βρίσκεται πίσω από τη θέση της UNICEF, η οποία τονίζει ότι οι ηλικιακοί περιορισμοί από μόνοι τους δεν κρατούν τα παιδιά ασφαλή και ότι η πραγματική προστασία χρειάζεται ασφαλέστερο σχεδιασμό, εκπαίδευση και λογοδοσία των εταιρειών.
Το πέμπτο πρόβλημα είναι η διεθνής εμπειρία, που μόνο απλή δεν είναι. Η Αυστραλία αποτέλεσε το πιο εμβληματικό παράδειγμα χώρας που προχώρησε σε σαρωτική απαγόρευση για ανηλίκους. Κι όμως, η πρώτη αποτίμηση υπήρξε πολύ πιο αμφίσημη από ό,τι αφήνουν να εννοηθούν όσοι παρουσιάζουν τέτοιες κινήσεις ως αυτονόητη λύση. Το Tech Policy Press κατέγραψε ότι, παρά τις μαζικές αφαιρέσεις και απενεργοποιήσεις λογαριασμών, δεν υπήρξε σαφής πτώση στις αναφορές για κυβερνοεκφοβισμό και image-based abuse στους πρώτους μήνες, ενώ πολλά παιδιά συνέχισαν να αποκτούν ή να διατηρούν πρόσβαση. Το CNBC συγκέντρωσε αντίστοιχα προειδοποιήσεις ειδικών ότι οι γενικές απαγορεύσεις είναι συχνά εύκολα παρακάμψιμες και πολιτικά βολικές, ακριβώς επειδή παράγουν ισχυρό μήνυμα χωρίς να λύνουν το σύνολο του προβλήματος.
Όταν, λοιπόν, η κυβέρνηση εμφανίζει την απαγόρευση σαν καθαρή λύση και περηφανεύεται που η Ελλάδα είναι από τις πρώτες χώρες που εφαρμόζει κάτι τέτοιο, αποκρύπτει το πιο κρίσιμο μέρος της διεθνούς εμπειρίας: ότι τα αποτελέσματα παραμένουν αμφισβητούμενα.
Το έκτο και ίσως πιο πολιτικό πρόβλημα είναι ότι η εξαγγελία εμφανίζεται ως προστασία των παιδιών, ενώ στην πραγματικότητα μεταφέρει ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης πίσω στην οικογένεια. Αν η εφαρμογή του μέτρου στηριχθεί τελικά σε λογικές τύπου parental controls, Kids Wallet ή επαλήθευση από τη συσκευή, τότε ο γονιός θα βρεθεί ξανά μόνος απέναντι σε μια τεχνολογία που σχεδιάζεται από κολοσσούς με ασύγκριτα περισσότερη τεχνογνωσία, πόρους και δυνατότητα προσαρμογής.
Και εδώ ακριβώς φαίνεται ο ιδεολογικός πυρήνας της επιλογής: αντί για μια βαθιά σύγκρουση με το μοντέλο λειτουργίας των πλατφορμών, αντί για δημόσιες πολιτικές ψυχικής υγείας, αντί για συστηματική ψηφιακή παιδεία και ενίσχυση των σχολείων, το βάρος πέφτει ξανά στον γονιό και στο παιδί. Το κράτος εμφανίζεται αυστηρό, αλλά το δύσκολο κομμάτι της προστασίας μένει πάλι στην κοινωνία να το σηκώσει μόνη της.
Αυτή είναι και η βασική ένσταση. Η αντίρρηση στην εξαγγελία δεν έχει καμία σχέση με μια χαλαρή λογική «αφήστε τα παιδιά στις οθόνες». Το ακριβώς αντίθετο.
Είναι ανάγκη για κάτι ουσιαστικότερο από μια εξαγγελία απαγόρευσης: μάθημα ψηφιακού γραμματισμού στο σχολείο, δημόσια υποστήριξη γονιών, ενίσχυση δομών ψυχικής υγείας, σαφείς ευρωπαϊκούς κανόνες για safety-by-design, περιορισμούς στα dark patterns και στα recommender systems που στοχεύουν ανηλίκους. Αυτή θα ήταν πολιτική που χτυπά το πρόβλημα στον πυρήνα του.
Κι έτσι επιστρέφουμε στο «6-7». Όχι απλώς ως αστεία λεπτομέρεια ενός βίντεο, αλλά ως σύμβολο μιας ολόκληρης μεθόδου: ενός εύκολου και άμεσου μηνύματος, που όμως δεν έχει περιεχόμενο και πεδίο εφαρμογής στην πραγματικότητα.
Η κυβέρνηση ξέρει ότι το θέμα «παιδιά και οθόνες» αγγίζει ένα αληθινό κοινωνικό άγχος. Και έχει δίκιο να αναγνωρίζει ότι η ανεξέλεγκτη έκθεση των ανηλίκων στα social media είναι υπαρκτό πρόβλημα, που απαιτεί όρια, κανόνες και δημόσια παρέμβαση.
Αυτό, όμως, είναι πολύ διαφορετικό από το να παρουσιάζεται μια μονομερής και ακόμη ασαφής εξαγγελία ως απόδειξη πολιτικής αποφασιστικότητας. Η προστασία των παιδιών στο ψηφιακό περιβάλλον θα κριθεί στην ικανότητα του κράτους να διαμορφώσει εφαρμόσιμους μηχανισμούς, να πιέσει για κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο, να συγκρουστεί με το ίδιο το μοντέλο λειτουργίας των πλατφορμών και να στηρίξει έμπρακτα σχολεία, γονείς και ανηλίκους.
Η κοινωνία πράγματι έχει ανάγκη από ουσιαστικά μέτρα περιορισμού της έκθεσης των παιδιών στα social media. Αυτό, βέβαια, μπορεί να γίνει μόνο με σοβαρή ρύθμιση, τεχνική επάρκεια, διεθνή συντονισμό και πραγματική βούληση σύγκρουσης με τις ψηφιακές πλατφόρμες.
Μέχρι τότε, αυτό που παρουσιάζεται ως τομή, μοιάζει περισσότερο με μήνυμα που εξυπηρετεί την αλλαγή ατζέντας, παρά με ολοκληρωμένη πολιτική προστασίας των ανηλίκων.