Ακούτε τα τσεκούρια; Kόβουν τον βυσσινόκηπο
Διαβάζεται σε 4'
Αθήνα και Θεσσαλονίκη γεμίζουν με Βυσσινόκηπους, ο Τσέχωφ ναι εμπνέει, αλλά μήπως αυτό δεν είναι και τόσο τυχαίο;
- 09 Μαρτίου 2026 09:01
Το θεατρικό σανίδι φέτος πλημμυρίζει με Βυσσινόκηπους και αυτό είναι κάτι που δεν θυμάμαι να έχει ξαναγίνει. Την τρέχουσα θεατρική σεζόν παίζεται ήδη ο εξαιρετικός Βυσσινόκηπος στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου με την Αμαλία Μουτούση στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Λιουμπόφ Αντρέγιεβνα, ενώ ετοιμάζεται και η νέα παραγωγή του ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία της Αθανασίας Καραγιαννοπούλου με την Γιολάντα Μπαλαούρα στον αντίστοιχο ρόλο (πρεμιέρα στις 20 Μαρτίου).
Την ίδια στιγμή έχουν προαναγγελθεί δύο ακόμη Βυσσινόκηποι για την ερχόμενη σεζόν σε δύο επιδραστικές σκηνές της Αθήνας. Ο Δημήτρης Τάρλοου θα σκηνοθετήσει στο θέατρο Πορεία το έργο του Τσέχωφ με την Αλεξία Καλτσίκη στον ρόλο της Λιουμπόφ και η Σοφία Σπυράτου θα σκηνοθετήσει το ίδιο έργο στο θέατρο Κάτια Δανδουλάκη με την ίδια την Κάτια Δανδουλάκη στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ο Τσέχωφ στον Βυσσινόκηπο, καταγράφει με τον δικό του μοναδικό ιδιοσυγκρασιακό τρόπο τις αλλαγές στην κοινωνία, τις ανθρώπινες σχέσεις και τα προσωπικά αδιέξοδα την ώρα που ένα ολόκληρο κοινωνικό σύστημα καταρρέει. Μιλά για την ακινησία και την αναβλητικότητα, για την αδυναμία του ανθρώπου να αντιληφθεί τις ριζικές κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές που συμβαίνουν γύρω του. Μιλά για την αίσθηση της απώλειας και του κενού που μας ακολουθεί καθώς μεγαλώνουμε, για το παρελθόν που προσπαθούμε να διατηρήσουμε σαν σανίδα σωτηρίας σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία και απειλητικά.
Ο Βυσσινόκηπος, όπως τον περιγράφει ο Τσέχωφ, χάνεται, το ίδιο και οι ήρωές του. Τα πάντα αποδομούνται, αλλά οι ήρωες, καθηλωμένοι στην παιδικότητά τους και στις αναμνήσεις τους αρνούνται να παραδεχτούν ότι ο κόσμος γύρω τους έχει πια γυρίσει σελίδα. Πνιγμένοι στις αυταπάτες τους, δεν καταλαβαίνουν ότι η αποτυχία τους δεν προέρχεται από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά από την άρνησή τους να αποδεχτούν τη νέα τάξη πραγμάτων. Η ακινησία τους, η αδράνεια στην οποία παραμένουν καθηλωμένοι τους ματαιώνουν. Δεν είναι η εξωτερική αλλαγή που τους καταστρέφει, αλλά η εσωτερική τους αδυναμία να την παρακολουθήσουν και να την αγκαλιάσουν.
Και είναι εδώ που το έργο του Τσέχωφ αποκτά απίστευτη επικαιρότητα. Μήπως οι ήρωες του Βυσσινόκηπου είμαστε εμείς οι ίδιοι; Εμείς, οι σύγχρονοι παρατηρητές της ίδιας μας της δυστυχίας, που παρακολουθούμε μουδιασμένοι τις εξελίξεις και αφήνουμε να μας παρασύρουν. Κι εμείς που, όπως οι ήρωες του Τσέχωφ, γαντζωνόμαστε από το παρελθόν, από την ασφάλεια της νοσταλγίας, την ώρα που γύρω μας οι κοινωνίες καταρρέουν και οι ηγέτες μας – γεμάτοι τρέλα, απόλυτη εξουσία και τυφλή εμμονή – στήνουν πολέμους, καταστρέφουν ζωές, βομβαρδίζουν σχολεία, νοσοκομεία, ανθρώπους.
Έχουμε συνειδητοποιήσει πως πλέον κοιτάμε τον ουρανό με τρόμο μήπως έχει ξεφύγει κάποιος “συστημένος” πύραυλος προς κάποια αμερικανική βάση; Η επανεμφάνιση του Βυσσινόκηπου στις σκηνές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης δεν αποτελεί σύμπτωση, αλλά καλλιτεχνική ανάγκη. Ο κόσμος γύρω μας, διαλύεται, καταρρέει και χρειάζεται έναν “τόπο” για να μιλήσει για τα ανείπωτα. Και το έργο του Τσέχωφ, με την ανθρώπινη αδυναμία, την παραίτηση, τη συναισθηματική σύγκρουση και την ακατανίκητη επιθυμία για επιστροφή στο παρελθόν, είναι ακριβώς αυτός ο τόπος. Ο κόσμος μας, η κοινωνία μας, βυθίζονται και εμείς, όπως και οι ήρωες του Βυσσινόκηπου, προσπαθούμε να σωθούμε γαντζωμένοι από το παρελθόν.
Δεν προχωράμε στη δράση, περιμένουμε έναν από μηχανής θεό. Είμαστε όλοι εμείς οι ήρωες του Βυσσινόκηπου. Ακούμε τα τσεκούρια να κόβουν τις βυσσινιές της ζωής μας, αυτές που αποτελούν τις ίδιες τις επιθυμίες μας, σαν να προσπαθούμε να σώσουμε κάτι που ποτέ δεν πρόκειται να επιστρέψει. Κι έτσι, μέρα τη μέρα, χάνουμε ό,τι αξίζει και ό,τι θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε κάτι καλύτερο, αφήνοντας το παρελθόν να μας καταπιεί. Η παραίτηση και η αδράνεια είναι οι σύμμαχοί μας, αλλά αυτό το αδιέξοδο δεν είναι μόνο δικό μας. Αφορά όλους μας, τον κόσμο γύρω μας, μια εποχή που καίγεται και ξεχνά την ανάγκη της αλλαγής. Όσο περιμένουμε, όσα αγαπάμε χάνονται, και η ζωή μας περνάει αδιάφορη, σαν ένα έργο που κανείς δεν τολμά να ανατρέψει.
Τι πλήξη και αυτή, να παρακολουθείς το τέλος χωρίς να μπορείς να πας παρακάτω, να επιμένεις σε ό,τι έχει πεθάνει και να αγνοείς τη ζωή που ακόμα ανασαίνει γύρω σου.