Δημοψηφίσματα: άμεση δημοκρατία ή πολιτική δειλία;

Δημοψηφίσματα: άμεση δημοκρατία ή πολιτική δειλία;

Πότε όμως είναι το δημοψήφισμα μια πράξη άμεσης δημοκρατίας, και πότε μια πράξη υπεκφυγής για ένα σύστημα εξουσίας που δεν θέλει να αναλάβει τις ευθύνες του; Η απάντηση δεν είναι καθόλου προφανής.

Δυο 24ωρα πριν από το κρίσιμο βρετανικό δημοψήφισμα για την παραμονή ή όχι της χώρας στην ΕΕ ουδείς είναι σε θέση να προεξοφλήσει το αποτέλεσμα. Το προηγούμενο δεκαήμερο,  οι  δημοσκοπήσεις κατέγραφαν μια δυναμική υπέρ του Brexit, αλλά ο φόρος αίματος που πλήρωσε η δολοφονηθείσα βουλευτής των Εργατικών Jo Cox έδειξε να αντιστρέφει την τάση. Όλα δείχνουν ότι το αποτέλεσμα θα είναι οριακό, είτε κερδίσει το Remain είτε το Brexit, αφήνοντας βαθιά διχασμένο το βρετανικό λαό και την ευρωπαϊκή ηγεσία σε εμφανή αμηχανία και  αδυναμία να διαχειριστεί αποτελεσματικά και κυρίως πειστικά για τους πολίτες της, το ίδιο το μέλλον της.

Το έχουμε ξαναπεί: πέρα και πάνω από την έξαρση των εθνικισμών και των λαϊκισμών, που βρήκαν πρόσφορο έδαφος στις πολιτικές λιτότητας που επιβλήθηκαν λόγω της κρίσης, αλλά και στην έξαρση των μεταναστευτικών/προσφυγικών ροών, η Ευρώπη έχει πάψει να είναι ελκυστική για τους πολίτες της, που θεωρούν ότι ολοένα και περισσότερο εξυπηρετεί τα συμφέροντα μιας γραφειοκρατίας και κάποιων οικονομικών και πολιτικών ελίτ.

Η θεώρηση δεν είναι λάθος. Λάθος είναι να θεωρείται απάντηση στο πρόβλημα η εθνική περιχαράκωση και ο απομονωτισμός.

Σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, με την 4η βιομηχανική επανάσταση προ των πυλών, με τα σύνορα να καταργούνται στην πράξη, οι σειρήνες του εθνολαϊκισμού που «παίζουν» με την ανασφάλεια του κόσμου κι αναμοχλεύουν καταπιεσμένα ένστικτα ενός τραυματισμένου και ξεπερασμένου «πατριωτισμού», είναι συνταγές καταστροφής.

Βρίσκουν όμως απήχηση, έχουν διευρυνόμενα ακροατήρια γιατί λόγω της κρίσης (πολιτικής) εκπροσώπησης, που λαμβάνει πια διαστάσεις επιδημίας σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, το πολιτικό κατεστημένο δεν έχει ισχυρή πρόταση για το μέλλον και δεν μπορεί να εμπνεύσει, όταν απλώς επικαλείται τις «καταστροφές» που θα επέφερε η αμφισβήτηση του status quo.

Είναι δύσκολο να πείσεις μια κοινωνία δυσαρεστημένων να επιλέξουν και να επικυρώσουν με τη ψήφο τους αυτό που βιώνουν, προκειμένου να μην τους συμβεί κάτι πολύ χειρότερο…

 Στην Ελλάδα της κρίσης, το ζήσαμε αυτό κατά κόρον..

Μέσα σ αυτές τις συνθήκες των ανατροπών και των μεγάλων αβεβαιοτήτων για το μέλλον, οι πολιτικές ηγεσίες καταφεύγουν συχνά στην επιλογή του δημοψηφίσματος: «Ο λαός να αποφασίσει», λέγουν. 

Πότε όμως είναι το δημοψήφισμα μια πράξη άμεσης δημοκρατίας, και πότε μια πράξη υπεκφυγής για ένα σύστημα εξουσίας που δεν θέλει να αναλάβει τις ευθύνες του;

Η απάντηση δεν είναι καθόλου προφανής.

Προφανές όμως είναι ένα βασικό συμπέρασμα που προκύπτει και από το επικείμενο βρετανικό δημοψήφισμα κι από μια σειρά άλλων κρίσιμων δημοψηφισμάτων που διεξήχθησαν στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια:

Το δημοψήφισμα συχνά αποτυπώνει μια τάση κι ένα συσχετισμό της στιγμής, συχνά οριακό και άρα ευμετάβλητο και επηρεαζόμενο από απρόβλεπτα ή συγκυριακά γεγονότα.

Η Jo Cox που δολοφονήθηκε άγρια από έναν εθνικιστή ακροδεξιό παράφρονα ενδέχεται να γείρει την πλάστιγγα υπέρ του Remain στο δημοψήφισμα του Ηνωμένου Βασιλείου που θα αφήσει τη χώρα έτσι κι αλλιώς διαιρεμένη και που ξεκίνησε ως κίνηση αντιπερισπασμού για να λύσει ο Κάμερον τα εσωκομματικά του προβλήματα..

Στη Γαλλία, ο περίφημος «πολωνός υδραυλικός», ήτοι η προσωποποίηση  του «απεχθούς προσώπου» της Οδηγίας Μπόλκεστάϊν ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο η γάλλοι καταψήφισαν το Ευρωσύνταγμα-το οποίο ουδεμία σχέση είχε με τον Μπόλκεστάιν και την εν λόγω Οδηγία..

Στην Ελλάδα, στο δημοψήφισμα του προηγούμενου Σεπτεμβρίου θριάμβευσε το «Όχι» και η κυβέρνηση, που είχε εξαπατήσει τους πολίτες ότι «μένουμε στο ευρώ και χωρίς τη συμφωνία» το πήρε μετά και το έκανε ένα μεγάλο «Ναι»...

Ασφαλώς και η λύση δεν είναι να καταργήσουμε τα δημοψηφίσματα. Άλλωστε, η κρίση εκπροσώπησης και κοινοβουλευτισμού που βιώνουν κυρίως οι δυτικές κοινωνίες επιβάλλουν ένα αναστοχασμό ως προς τους θεσμούς και τα εργαλεία που χρειαζόμαστε για να ενισχυθεί και η αποτελεσματικότητα της πολιτικής και η δημοκρατία. Και σε εθνικό και ευρωπαϊκό και σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτή είναι η πραγματική συζήτηση που πρέπει να γίνει και σ αυτό το πλαίσιο πρέπει να εντάξουμε και τη συζήτηση για το πότε, σε ποιες θεματικές και με ποιες διαδικασίες και ασφαλιστικές δικλείδες πρέπει να γίνονται τα δημοψηφίσματα.

Για να μην οδηγούνται οι λαοί σε επιλογές που θα μετανιώσουν πικρά, επειδή κάπου, κάποτε, κάποιος πολιτικός θέλησε να αποφύγει το δικό του πικρό ποτήρι.

*H Άννυ Ποδηματά είναι δημοσιογράφος, πρώην ευρωβουλευτής και πρώην Αντιπρόεδρος του ΕΚ.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Brexit
SHARE:

24Media Network