Αξίζουμε καλύτερα
Διαβάζεται σε 4'
Όταν το 2015 ο Κυριάκος Μητσοτάκης αρνήθηκε να ψηφίσει τον Προκόπη Παυλόπουλο για την Προεδρία της Δημοκρατίας, το έκανε στο όνομα της ρήξης με το πελατειακό κράτος. Σήμερα, με φόντο τη δικογραφία του ΟΠΕΚΕΠΕ, η παράταξή του μοιάζει να διολισθαίνει σε μια επικίνδυνη αναβάπτιση του ρουσφετιού ως “κοινωνική πολιτική”.
- 03 Απριλίου 2026 06:14
Τα της δικογραφίας του ΟΠΕΚΕΠΕ 2 που θα διαβιβαστεί στη Βουλή οσονούπω, θα τα πληροφορηθούμε όταν έρθει η ώρα και θα διαβάσουμε με προσοχή τις θέσεις των νομικών -δηλαδή των ειδικών- για τη φύση των αδικημάτων που περιλαμβάνουν. Γι’ αυτό και ελπίζουμε η διαρροή ότι «ο Πρωθυπουργός θα μελετήσει τους φακέλους και θα αποφανθεί για τη σοβαρότητα των αδικημάτων κάθε βουλευτή» να είναι άλλη μια αποκοτιά, αγραμματοσύνη για την ακρίβεια, των γνωστών «κύκλων του Μαξίμου» που δεν χάνουν ευκαιρία να τον γελοιοποιούν. Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες είχαν εξουσία δικαστή. Όχι οι αιρετοί πρωθυπουργοί.
Αξίζει όμως να εξετάσουμε τα πολιτικά επιχειρήματα που ακούγονται στη δημόσια σφαίρα για την υπόθεση, αλλά πριν πάμε εκεί, ας θυμίσουμε κάποια facts.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναδείχθηκε ως πολιτικός «πρώτης γραμμής» όταν, τον Φεβρουάριο του 2015, αρνήθηκε να ψηφίσει τον Προκόπη Παυλόπουλο για ΠτΔ. «Δεν αντιστάθηκε στις Σειρήνες του πελατειακού κράτους», είχε δηλώσει τότε, αυτολεξεί.
Αυτή η στάση από μόνη της ήταν αρκετή για να συσπειρώσει γύρω του, ακαριαία, όλο το «Μένουμε Ευρώπη», τον κόσμο που όχι μόνο τον οδήγησε, αναπάντεχα, στην καρέκλα του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, αλλά έγινε και ο πιο παθιασμένος πολλαπλασιαστής των μηνυμάτων του στην κοινωνία.
Την απέχθειά του (αυτή είναι η λέξη) προς το πελατειακό κράτος την εκδήλωνε με δηλώσεις του σε κάθε ευκαιρία ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά και από την πρώτη δήλωσή του όταν εξελέγη πανηγυρικά Πρωθυπουργός, τον Ιούλιο του 2019: «Η διαφάνεια, η λογοδοσία και η αξιοκρατία επιστρέφουν στη χώρα», είχε δηλώσει, μεταξύ άλλων, τότε.
Το πελατειακό κράτος το κατήγγειλε μέχρι και στην περσινή ΔΕΘ, σχολιάζοντας την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ: «Είπα ότι θα πάρουμε πίσω τα κλεμμένα και το κάνουμε… Τελειώνουμε με το πελατειακό κράτος. […] Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να διοικηθεί μια χώρα με σοβαρότητα».
Αναρωτιόμαστε εύλογα, λοιπόν, τι σκέφτονται όσοι στο όνομα αυτού του πολιτικού -που έχει αποκηρύξει μετά βδελυγμίας το ρουσφέτι, μικρό ή μεγάλο- βγαίνουν από χθες και μας λένε ότι το πελατειακό κράτος είναι μια «δίκαιη εξυπηρέτηση» στον πολίτη. Μάλιστα, ο κ. Ανδρέας Λοβέρδος, νυν πολιτευτής της ΝΔ, μιλώντας στο Action24, δεσμεύτηκε δημοσίως πως κάθε φορά που θα του δίνεται η ευκαιρία θα κάνει εξυπηρετήσεις γιατί αυτό είναι το δίκαιο. Αυτή είναι η αντίληψη περί δικαίου ενός νομικού και δη συνταγματολόγου; Αλήθεια τώρα;
Άλλοι, πάλι, μας είπαν ότι το ρουσφέτι είναι ένας τρόπος αναδιανομής του πλούτου. Το ακούσαμε και αυτό. Αυτά ίσχυαν, ίσως, επί ΕΡΕ τη δεκαετία του ’50. Λίγο η μεγάλη φτώχεια, λίγο η άγρια τρομοκράτηση του λαού με την επίκληση του «κομμουνιστικού κινδύνου», ήταν μια στρατηγική για να μαζεύεις ψήφους εύκολα, χωρίς έργο. Μια στρατηγική όμως που ο ίδιος ο εμπνευστής της την αποκήρυξε μετά το 1974, όταν ίδρυσε τη Νέα Δημοκρατία και «άλλαξε πίστα» στη χώρα.
Το πιθανότερο είναι ότι οι εμπλεκόμενοι βουλευτές στον ΟΠΕΚΕΠΕ 2 δεν θα πάθουν ούτε γρατζουνιά. Ποιος βουλευτής και πότε έπαθε και το παραμικρό κατά την εφαρμογή του άρθρου 86 του Συντάγματος, δηλαδή του νόμου περί ευθύνης υπουργών;
Το τραύμα όμως που θα μείνει στην κοινωνία από την τερατώδη επιχείρηση εκλογίκευσης του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, μέσω της αναγωγής του πελατειακού κράτους σε κυρίαρχη ιδεολογία του μεγαλύτερου κόμματος στη χώρα, θα είναι βαθύτατο. Θα είναι άλλο ένα βαθύ και βαρύ τραύμα στη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, μετά από αυτό που άφησε η εθνολαϊκιστική λαίλαπα κατά τη δεκαετία της κρίσης.
Κάθε πολίτης που σέβεται τον εαυτό του, ειδικά αυτοί που με την ψήφο τους έδωσαν στον Κυριάκο Μητσοτάκη την εντολή να τα αλλάξει όλα -με πρώτο αυτό, το ειδεχθές πελατειακό κράτος που αναπαράγει τις ανισότητες και τη φτώχεια- πρέπει να σηκώσει το ανάστημά του και να φωνάξει: «Όχι! Μέχρι εδώ! Οι Έλληνες αξίζουμε καλύτερα!».