Η υποτίμηση της Δεξιάς από την Αριστερά εξηγεί την κυριαρχία Μητσοτάκη

Διαβάζεται σε 5'
Η υποτίμηση της Δεξιάς από την Αριστερά εξηγεί την κυριαρχία Μητσοτάκη
Κυριάκος Μητσοτάκης ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ / EUROKINISSI

Γιατί εδώ και 10 χρόνια ο Μητσοτάκης παίζει σχεδόν μόνος του στο πολιτικό σκηνικό; Ισως (και) γιατί η Αριστερά έχει τη διαχρονική εμμονή να υποτιμά τη Δεξιά και τις προσβάσεις της στον λαϊκό κόσμο.

Η Αριστερά έχει, δυστυχώς γι’ αυτήν και τον κόσμο που την στηρίζει, μία παραδοσιακή εμμονή να υποτιμά τον τρόπο με τον οποίο η Δεξιά διεισδύει στις λαϊκές τάξεις εξασφαλίζοντας εκλογική και πολιτική δύναμη.

Πιστεύοντας ότι για ιδεολογικούς λόγους το λαϊκό κοινό αποτελεί προνομιακό της πεδίο στο οποίο έχει, θα μπορούσε να πει κανείς, και ιστορικά δικαιώματα, η Αριστερά δεν μπορεί να διανοηθεί ότι οι από κάτω μπορούν να στηρίξουν ακόμα και αντιλαϊκές πολιτικές οι οποίες όμως υποτίθεται ότι σχεδιάζονται και υλοποιούνται στο όνομά του και για το συμφέρον του.

Η ίδια εμμονή την χαρακτηρίζει και με συγκεκριμένα πρόσωπα. Αν μιλήσουμε για τα εν Ελλάδι δεδομένα, μπορούμε να πούμε ξεκάθαρα ότι η περίπτωση του Κυριάκου Μητσοτάκη υποτιμήθηκε πολύ από την κυβερνώσα Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά από τον Αλέξη Τσίπρα.

Όταν ο σημερινός Πρωθυπουργός επικράτησε (με τον τρόπο που επικράτησε) στις εσωκομματικές εκλογές της Νέας Δημοκρατίας το 2016, υπήρξε ένα διάχυτο αίσθημα ενθουσιασμού. Οι τότε ένοικοι του Μαξίμου πίστευαν ότι ο Μητσοτάκης θα ήταν εύκολος αντίπαλος. Μερικές εμφανίσεις του Τσίπρα στη Βουλή στις οποίες πράγματι επικράτησε με χαρακτηριστική άνεση του Μητσοτάκη (ο οποίος προσπαθεί να βρει πατήματα στο νέο του ρόλο) ενέτειναν αυτό το αίσθημα ευφορίας. “Ο Τσίπρας τον έχει τον Μητσοτάκη” ήταν το κεντρικό μότο.

Αποδείχθηκε, βέβαια, το αντίθετο. Οι συνεχείς εκλογικές νίκες του Κυριάκου Μητσοτάκη από το 2019 και μετά οφείλονται βέβαια σε παράγοντες όπως η μιντιακή υπεροπλία του, η δυνατότητά του να ξοδεύει χρήματα σε μοντέρνες μεθόδους στην επικοινωνία και στην αυτοκτονική πολιτική συμπεριφορά των αντιπάλων του, όμως οι παράγοντες των συνεχών νικών του δεν ήταν μόνο αυτοί.

Αν θέλουμε να είμαστε απολύτως τίμιοι με τους εαυτούς μας (και με την ιστορία) θα πρέπει να πούμε ότι ο Μητσοτάκης είχε… ευστοχία στην επιλογή προσώπων, παρουσιάστηκε, σε βάθος χρόνου, μεθοδικός και διαβασμένος και μπόρεσε, τις σφόδρα αντιλαϊκές και νεοφιλελεύθερες πολιτικές του, να τις ντύσει μ’ ένα μανδύα προοδευτικότητας. Ψεύτικο μεν, αποτελεσματικό δε.

Επιστρέφοντας στη γενικότερη συζήτηση για την πρόσβαση της Δεξιάς στις λαϊκές τάξεις, η Αριστερά δείχνει να μην μπορεί να αντιληφθεί ότι ο βασικός πολιτικός της αντίπαλος μπορεί να τα καταφέρει όχι με όρους καθαρά πολιτικούς και ιδεολογικούς αλλά με όρους παλαιοπολιτικής και συναλλαγής.

Η επταετία Μητσοτάκη έχει δείξει μέχρι στιγμής ότι το παλιό ρουσφέτι έχει φτάσει σε άλλα επίπεδα. Σε συνδυασμό με τις χαμηλές προσδοκίες που καλλιεργεί η Δεξιά στις μάζες, η συναλλαγή την βοηθά να κρατά τμήματα του πληθυσμού σχετικώς ευχαριστημένα. “Δεν έχετε τη ζωή που σας αξίζει αλλά έχετε την καλύτερη δυνατή στη συγκυρία” είναι σαν να τους ψιθυρίζουν στο αυτό. Και συμπληρώνουν: “Μην ζητάτε άλλα, αυτά μπορείτε να έχετε τώρα”.

Μιλώντας τις προηγούμενες ημέρες μ’ ένα φίλο του οποίου την πολιτική ματιά εκτιμώ, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι το μπλοκ που έχει δημιουργήσει η ελληνική Δεξιά τα πολλά τελευταία χρόνια είναι σχεδόν αδιαπέραστο, ακόμα και από την ακροδεξιά.

Οι ρωγμές που υπέστη από τη μνημονιακή διακυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά αποδείχθηκαν μόνο προσωρινές. Αντιθέτως, το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ ουσιαστικά διαλύθηκαν (ή, τέλος πάντων, υπέστησαν βαριές απώλειες) λόγω (και) της μνημονιακής τους διακυβέρνησης. Κλειδί σ’ αυτό αποτελούν οι χαμηλές προσδοκίες. Η Δεξιά δεν μιλάει για οράματα, δεν ψάχνει το επόμενο βήμα, δεν ονειρεύεται ανατροπές. Είναι το σύστημα το ίδιο. Καλλιεργώντας την ανασφάλεια, κρατά σημαντικό μέρος του κόσμου, ακόμη και του λαϊκού κόσμου, στο δικό της μαντρί.

Οι παραπάνω σκέψεις ίσως να δίνουν μία εξήγηση για το παρατεταμένο της πολιτικής κυριαρχίας της Νέας Δημοκρατίας σ’ ένα κόσμο που ταλαιπωρείται από πολλαπλά επίπεδα κρίσεων. Αποσπασματικά έστω.

Δεν δίνουν όμως απαντήσεις για το τι πρέπει να κάνει η Αριστερά. Προφανώς δεν μπορεί να παίξει μπάλα στο γήπεδο της συναλλαγής και του ρουσφετιού. Ούτε ξέρει αυτό το παιχνίδι ούτε της πηγαίνει σε τελική ανάλυση. Το κλειδί θα είναι να πείσει τους πολίτες ότι η Δεξιά τους κρατά εγκλωβισμένους σ’ έναν κόσμο (σε μία χώρα αν μιλήσουμε για τα καθ’ημάς) που δεν αξίζουν. Ότι μπορούμε, όχι απλά καλύτερα αλλά πολύ καλύτερα και πιο δίκαια. Ότι οι πολιτικές της μιζέριας που απλώς πετούν στον κόσμο ξεροκόμματα επιβίωσης και ψήγματα βοήθειας δεν είναι η μοναδική τους επιλογή.

Όμως γι’ αυτό θα χρειαστούν συγκρούσεις σε πολλαπλά επίπεδα. Όχι μόνο με το πολιτικό κατεστημένο που υλοποιεί αυτές τις πολιτικές αλλά και με το επιχειρηματικό το οποίο τις απολαμβάνει. Χρειάζεται επίσης και απόλυτη επίγνωση των δυνατοτήτων του αντιπάλου. Καμία υποτίμηση δεν χωρά πλέον εδώ. Ξέρουμε ότι η Δεξιά μπορεί με τον τρόπο της να εκμαυλίσει τις συνειδήσεις. Η Νέα Δημοκρατία θριάμβευσε κατά τις εκλογές του 2023 στις λαϊκές γειτονιές της Β’ Πειραιά. Γιατί; Διότι, όπως μου είπε ένας πολιτικός παράγοντας της περιοχής, “το κόμμα ήταν πολύ κοντά στον κόσμο”.

Χωρά πολλή συζήτηση αυτή η διαπίστωση. Αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινή…

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα