Η Χρυσή Αυγή στη φυλακή: Μισές αλήθειες και χυδαία ψέματα

Διαβάζεται σε 4'
Η Χρυσή Αυγή στη φυλακή: Μισές αλήθειες και χυδαία ψέματα
Δίκη της "Χρυσής Αυγής" σε δεύτερο βαθμό στο Εφετείο, Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2022. (ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI)

Τα κυβερνητικά ψέματα για την καταδίκη της Χρυσής Αυγής είναι, θα έλεγε κανείς, τερατώδη και συνοδεύονται πάντα από αποσπασματικές αλήθειες.

Στη συζήτηση τις προάλλες στη Βουλή ο Πρωθυπουργός είχε ένα εμφανές άγχος. Να εντάξει το κόμμα του στο αφήγημα για τη νίκη των Ελλήνων πολιτών επί του φασισμού-νεοναζισμού (γενικότερα) και της Χρυσής Αυγής (ειδικότερα).

Το έπραξε με το γνωστό επιχείρημα. Η Χρυσή Αυγή κατηγορήθηκε επισήμως από την ελληνική δικαιοσύνη επί κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης άφησε, έτσι, να εννοηθεί ότι η συγκεκριμένη κυβέρνηση διέθετε την πολιτική βούληση να εφαρμόσει το νόμο και να ξεριζώσει το φασιστικό φαινόμενο από το κοινωνικό σώμα.

Το εν λόγω αφήγημα όμως είναι πολύ ψεύτικο για να είναι αληθινό. Ο Πρωθυπουργός αποκρύβει, τεχνηέντως, άβολες αλήθειες για να καταλήξει σ’ ένα βολικό ψέμα το οποίο άλλωστε έχει επαναλάβει αρκετές φορές.

Οι αλήθειες, λοιπόν, είναι οι εξής:

Τη φασιστική δράση της Χρυσής Αυγής την πολέμησε από το ξεκίνημά της το αντιφασιστικό κίνημα. Όταν μέρη του συστήματος, ιδίως τα πιο αντιδραστικά, χαϊδευαν τους Χρυσαυγίτες, άνθρωποι αποφοσιωμένοι, κόντρα στο ρεύμα της εποχής πολεμούσαν την ελληνική έκφανση του νεοναζισμού στους δρόμους. Με τα σώματά τους.

Τη τριετία 2011-2013 η Χρυσή Αυγή, υπό την ανοχή της κεντρικής εξουσίας και με τη βοήθεια συγκεκριμένων ΜΜΕ και δημοσιογράφων που χαριερίζονταν με τον Κασιδιάρη, τον Μιχαλολιάκο και τα άλλα παιδιά, είχε ξεφύγει, είχε αποθρασυνθεί. Τρόπον τινά, κανονικοποιήθηκε στα μάτια των Ελλήνων πολιτών, εκ των οποίων πολύ έβλεπαν με “συμπάθεια” την (εγκληματική) δράση της οργάνωσης.

Μέχρι το 2013 η Χρυσή Αυγή έδερνε. Δεν είχε ακόμη δολοφονήσει. Στις 17 Ιανουαρίου αυτής της χρονιάς διέβη και αυτόν τον Ρουβίκωνα παίρνοντας τη ζωή του Πακιστανού εργάτη Σαχζάτ Λουκμάν. Το θύμα δεν ήταν Έλληνας και έτσι δεν κουνήθηκε φύλλο. Εξαίρεση αποτέλεσε φυσικά και πάλι το αντιφασιστικό κίνημα που διαδήλωσε, φώναξε, αγωνίστηκε. Πέραν τούτου ουδέν.

Το τότε δεξί χέρι του Πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, Τάκης Μπαλτάκος είχε “προνομιακές” συνομιλίες με τον Ηλία Κασιδιάρη σαν ίσος προς ίσο. “Ψηνόταν”, ήταν φανερό, σενάριο μελλοντικής συνεργασίας, σύμπραξης, πείτε το όπως θέλετε. Οι νεοναζί της Χρυσής Αυγής είχαν αποκτήσει μία σχεδόν προνομιακή σχέση με την τότε κυβέρνηση.

Στις 18 Σεπτεμβρίου έχουμε αυτό που θα χαρακτηρίζαμε turning point, τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από το Χρυσαυγίτη, Γιώργου Ρουπακιά. Το θύμα ήταν Ελληνας και το σχετικό ζήτημα έκανε “γκελ” στα συστημικά media. Η οργή πλέον δεν μπορούσε να συγκρατηθεί και κάποιες παλιές δικογραφίες, ξεχασμένες στα υπουργικά συρτάρια, ενεργοποιήθηκαν.

Τότε και ΜΟΝΟ ΤΟΤΕ, η κυβέρνηση Σαμαρά έδειξε κάποια στοιχειώδη αντανακλαστικά, μαζί με την αιωνίως βραδύνουσα ελληνική δικαιοσύνη. Επρεπε να δολοφονηθούν δύο άνθρωποι και ο τελευταίος από αυτούς να είναι Ελληνας για να κινηθούν τα γρανάζια της σκουριασμένης κρατικής μηχανής. Μέχρι τότε οι Χρυσαυγίτες ήταν συνομιλητές, μία πολιτική δύναμη, έστω ακραία, ένα κοινοβουλευτικό κόμμα.

Οι λίγοι όμως το είχαν επισημάνει. “Μην ξεγελιέστε, είναι εγκληματίες, είναι δολοφόνοι”. Αλλά τότε δεν ακούγονταν.

Σήμερα, ο Πρωθυπουργός της χώρας  διεκδικεί αντιφασιστικές δάφνες. Μα πόση υποκρισία και πόσα ψέματα να αντέξει κανείς πια; Η αλήθεια εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια μας, και όμως λένε μονάχα τμήματά της, αυτά που τους εξυπηρετούν επικοινωνιακά.

Και γνωρίζουν ότι 13 χρόνια μετά τα επίμαχα γεγονότα, έχουν πολλές πιθανότητες να ξεγελάσουν αρκετούς.

Όμως τα γεγονότα τα γνωρίζουμε. Και δεν πρέπει να πάψουμε ποτέ να τα ιστορούμε όπως έγιναν. Ευτυχώς δραστήριοι άνθρωποι, που έβαλαν μπροστά τα σώματά τους, το κάνουν ήδη και το κάνουν γραπτά. Δεν πρέπει όμως ποτέ να επιτρέψουμε σε σφετεριστές αντιφασιστικών νικών να παραποιούν την πραγματικότητα ούτε καν σε προφορικό επίπεδο.

Το χρωστάμε κυρίως στον Σαχζάτ Λουκμάν και στον Παύλο Φύσσα.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα