Κι όμως μιλιέται. Και τραγουδιέται. Και έχει όνομα
Διαβάζεται σε 7'
Με το χρόνο, το τραύμα θεραπεύεται και τα νέα παιδιά εκδηλώνουν εμπράκτως τη θέλησή τους να μιλήσουν και να τραγουδήσουν τη γλώσσα των παππούδων τους, τη μακεδονική.
- 08 Απριλίου 2026 06:10
Ήταν 25 Ιανουαρίου 2019, όταν μετά από μια θυελλώδη συνεδρίαση στο ελληνικό κοινοβούλιο έγινε νόμος η Συνθήκη των Πρεσπών (4588/2019). Δύο βδομάδες αργότερα, στις 14 Φλεβάρη, σε προκήρυξη της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών αναφερόταν ως προσόν προς μοριοδότηση η γνώση της «μακεδονικής (νοτιοσλαβικής)» γλώσσας, για την κάλυψη θέσεων μεταφραστών.
Πριν καν στεγνώσει το μελάνι από την επικύρωση της Συμφωνίας, η ΕΥΠ σπεύδει να προσλάβει γνώστες της μακεδονικής. Είναι ιστορικά πανούργο βέβαια, το να μοριοδοτείται από την εθνική υπηρεσία πληροφοριών η γλωσσομάθεια που ακόμη και σήμερα αποτελεί την βασική εστία εθνικής καχυποψίας στην Μακεδονία και βεβαρυμμένου επαγγελματικού φόρτου της εν λόγω υπηρεσίας στην περιοχή.Όμως από την άλλη, είναι απολύτως εύλογο για την ΕΥΠ να έχει κόσμο που γνωρίζει μια γλώσσα που μιλιέται στη χώρα. Και μάλιστα αυτήν.
Μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών, η «εθνική» γραμμή στο μακεδονικό αναγκαστικά μετατοπίστηκε. Εφεξής, το ελληνικό κράτος δεν μπορεί να υποστηρίξει επισήμως ότι «δεν υπάρχει μακεδονική γλώσσα» – διότι κατά νόμον υπάρχει. Το νέο μέτωπο είναι ότι η γλώσσα που αναφέρει η Συμφωνία των Πρεσπών και ονομάζει «μακεδονική» δεν μιλιέται στην Ελλάδα, αλλά μόνο στη Βόρεια Μακεδονία. Ωστόσο, η δοξασία αυτή καταρρίπτεται καθημερινά στην αγορά του Μοναστηρίου όπου Φλωρινιώτες συρρέουν λόγω φθήνιας σε σχέση με την Ελλάδα μιλώντας άπταιστα τη γλώσσα των εκεί κατοίκων, διότι σε κάποιους είναι η μητρική τους. Ανάμεσά τους, μια χαρά και διάφοροι που κατά τα λοιπά ξορκίζουν τον «αλυτρωτισμό των Σκοπίων» αλλά μπροστά στις μισές τιμές, αυτά έχουν μικρή σημασία…
Αυτά όμως έχουν οι μύθοι. Πόσο πειστικά να υποστηρίξει κανείς ότι είναι άλλη η γλώσσα της Λάρισας από αυτήν της Θεσσαλονίκης; Όσο περισσότερο τους αναπαράγει κανείς, τόσο εγκλωβίζεται σε αυτούς. Τελικά αν η πραγματικότητα φωνάζει αλλιώς, τότε, τόσο το χειρότερο για εκείνην. Διότι εσύ μπορεί να προτιμάς να ζεις στα ψέματά σου, τους άλλους όμως πολύ δύσκολα θα τους πείσεις να ζούνε σε αυτά. Κάπου εκεί λοιπόν το story καταρρέει και δεν πείθει κανέναν. Ούτε καν τους ίδιους τους αφηγητές του.
Έπεται ο παραλογισμός της εχθροπάθειας. Όσοι λένε κάτι αντίθετο είναι «φορείς αλυτρωτικής προπαγάνδας». Και φτάνουμε στο σημείο να πηγαίνει η νεολαία στα μακεδόνικα πανηγύρια, να χορεύουν ανάμεσα στον Παντελίδη και το Ρέμο, τα «δικά τους» τραγούδια και αυτό να καταγράφεται ως αλυτρωτισμός των Σκοπίων … Και να επεμβαίνει κοτζάμ Δήμαρχος για να σταματήσει ένα τραγούδι στα μακεδόνικα για μια Σοφία στις φωτιές της Φλώρινας, προπαραμονές Χριστουγέννων του ’25 ή η αστυνομία να βρίσκει διάφορα προσχήματα «ωραρίου κοινής ησυχίας» για να αποτρέψει μουσικές εκδηλώσεις στα χωριά της περιοχής. Αυτά ακριβώς που έκαναν ως πρόσφατα Τούρκοι δήμαρχοι και αστυνομία στις κουρδικές μουσικές εκδηλώσεις στη Νοτιοανατολική Τουρκία. Δυσάρεστη αλλά εύλογη σύγκριση…
Στις μέρες μας, αυτές οι λογοκρισίες όμως φέρνουν ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που στοχεύουν. Δεν ζούμε σε εποχή όπου ο κόσμος υφίσταται άπραγος, φοβισμένος την καταστολή. Ούτε να ντρέπεται γι’αυτό που είναι. Κι ας το θέλουν οι Πλεύρηδες της κυβέρνησης επικαλούμενοι το «αίμα του παρελθόντος». Ο Γιάννης Μάνος, πανεπιστημιακός ανθρωπολόγος με καταγωγή από τη Φλώρινα, έκανε λόγο για το «δικαίωμα να υπάρχεις χωρίς να απολογείσαι». Το ότι αυτό είναι ακόμη ζητούμενο σήμερα, δεν περιποιεί τιμή στο πολίτευμά μας.
Το παρελθόν δεν είναι ποτέ παρελθόν, όμως το παρόν δεν είναι μόνο παρελθόν
«Το παρελθόν δεν πεθαίνει ποτέ. Δεν υπάρχει καν παρελθόν» έγραφε το 1951 ο νομπελίστας Αμερικάνος λογοτέχνης Γουίλιαμ Φώκνερ. Οι προηγούμενες εμπειρίες, τραύματα και γεγονότα διαμορφώνουν ενεργά το παρόν και το μέλλον. Το παρελθόν και η μνήμη του συνεχίζει να συγκροτεί τη ζωή μας μέσω των αναμνήσεων, των θεμελίων που θέτει, αλλά και των συνεπειών τους. Και όντως, η Μακεδονία έχει πολλαπλά τραυματισμένο παρελθόν και μάλιστα νωπό.
Ως ένα βαθμό, αυτά τα τραύματα είναι σε θέση να εξηγήσουν την άρνηση της μακεδονικής ταυτότητας στην Ελλάδα ακόμη και σήμερα. Ως ένα βαθμό όμως. Το παρελθόν δεν είναι παρελθόν, όμως το παρόν δεν μπορεί να είναι μόνο παρελθόν. Αυτό είναι ζωτικό για την κίνηση των κοινωνιών μας. Αν φτάσουμε στο σημείο το παρελθόν και η μνήμη του – η οποία είναι πάντα επιλεκτική, δηλαδή συνδυάζεται με αυτά που πρέπει να ξεχνάμε – να μας καθηλώνει για πάντα, τότε είμαστε καταδικασμένοι στην σκουριά της ακινησίας.
Ας το φωνάξουμε λοιπόν με σεβασμό σε όλες τις εκατέρωθεν μνήμες που τραυματίζουν την ανθρώπινη συμβίωση: εν έτει 2026, δεν είναι δυνατόν άνθρωποι να φοβούνται να μιλήσουν και να τραγουδήσουν στη γλώσσα τους στην Ελλάδα. Οι καιροί αλλάξανε.
Στο παρελθόν, η εξαφάνιση της μακεδονικής γλώσσας θεωρήθηκε πως ήταν ο κατεξοχήν τρόπος για την εξαφάνιση της εθνοτικής ετερότητας, του «μιάσματος», όπως την αποκαλούσαν ως την πρώιμη Μεταπολίτευση. Το ελληνικό κράτος τα κατάφερε. Η γλώσσα σήμερα ελάχιστα μιλιέται σε περιοχές που μέχρι πριν έναν αιώνα ήταν, κατά κύριο λόγο, μακεδονόφωνες.
Όμως, δεν είμαστε μετά τον Εμφύλιο σήμερα. Για την ακρίβεια, είμαστε μετά, όχι όμως αμέσως μετά. Όσο ο κρατικός αυταρχισμός επιβιώνει και ενίοτε εντείνεται στην περιοχή, τόσο ο κόσμος στηλώνει τα πόδια του. Όχι οι παλιοί. Αυτοί έχουν ενσωματώσει το φόβο και δε μιλάνε. Τα νέα παιδιά. Η νεολαία που δεν ξέρει ούτε από Εμφύλιο, ούτε από καχεκτική δημοκρατία ούτε καν από πρώιμη Μεταπολίτευση. Τα νέα παιδιά που έχουν μητρική γλώσσα τα ελληνικά. Αυτά τα παιδιά δεν υπάρχει περίπτωση να μην τραγουδήσουν και να μη χορέψουν μακεδόνικα τραγούδια επειδή κάποιοι φωστήρες στην περιοχή μποϋκοτάρουν τις εκδηλώσεις τους για «εθνικούς λόγους».
Ευτυχώς, για τη δημοκρατία στην Ελλάδα, τα παιδιά αυτά, ενώ έχουν νιώσει τι εστί φόβος δια των προγόνων τους, δεν προτάσσουν μόνο αυτόν. Ο φόβος κληρονομείται, όμως – γενιά με γενιά – καταλαγιάζει. Ο χρόνος θεραπεύει το τραύμα. Και αυτό είναι υγιές για την κοινότητά μας. Τα παιδιά μας δεν έχουν να αποδείξουν σε κανένα τίποτε για την ελληνικότητά τους. Δεν χρειάζεται καν να το διεκδικήσουν διότι η ελληνικότητα είναι κτήμα τους αναντίρρητο. Συνάμα όμως διεκδικούν και την τοπικότητά τους που κουβαλά τη μνήμη μιας στιγματισμένης γλώσσας.
Αυτό δεν ξεριζώνεται. Όπως ακριβώς, οι νεολαίες της Κρήτης και της Ηπείρου ξεφαντώνουν μαζικά στα πανηγύρια τους, έτσι και η ντόπια μακεδόνικη νεολαία κάνει το ίδιο και στα δικά της. Και εμείς να μιλάμε γι’αυτά ανεμπόδιστα και χωρίς αυτολογοκρισία. Αυτό είναι υπηρεσία στην δημοκρατία αυτού του τόπου.
«Και όμως κινείται» φέρεται πως γρύλισε ο Γαλιλαίος την ώρα που έφευγε σκασμένος από την Ιερά Εξέταση υποχρεωμένος να απαρνηθεί την πεποίθηση ότι η γη κινείται γύρω από τον ήλιο. Από τότε, αυτή φράση απέμεινε ως σύμβολο δύναμης του λόγου, έρευνας και επιστήμης έναντι σε κάθε προσπάθεια να φιμωθεί και να σιγάσει. Κανείς συσχετισμός δεν είναι άτρωτος.
«Και όμως μιλιέται», λοιπόν. Και τραγουδιέται. Και έχει όνομα.
* Επεξεργασμένη μορφή της εισήγησης του συγγραφέα στην εκδήλωση με τίτλο «Ελευθερία, τέχνη, λογοκρισία» που διοργανώθηκε από το Μεταπτυχιακό του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης Φλώρινας – Πανεπιστημίου Μακεδονίας στην Φλώρινα στις 2 Απρίλη 2026.