Ο πιο πλούσιος Έλληνας για σήμερα
Διαβάζεται σε 9'
Βλέποντας τον ήλιο να δύει απέναντι στα βουνά, έχοντας περάσει μια γεμάτη μέρα όσο πιο ζωντανοί γίνεται εκεί έξω, ποδηλατώντας, περπατώντας, προχωρώντας τέλος πάντων μπροστά, κατέληγα στο ότι για εκείνη την ημέρα, μπορεί και να ήμουν ο πιο “πλούσιος” Έλληνας.
- 18 Ιανουαρίου 2026 07:10
Αντί γνωριμίας και προλόγου σε αυτή τη νέα γωνιά που μου παρέχει το NEWS 24/7 για να τα λέμε σε εβδομαδιαία βάση, και κόντρα στη ζοφερή επικαιρότητα που έκανε το 2026 να μπει με κλωτσιά στην πόρτα, πήρα την απόφαση το πρώτο μου άρθρο μετά από χρόνια, να αφορά όλα αυτά τα καταφύγια σκέψης που κάνουν πεισματικά το καραβάνι να προχωράει προς τα μπροστά, κι ας γαυγίζουν τα σκυλιά στο πέρασμα του.
Η ανηφόρα είναι αρκετά επίπονη και διαρκείας. Συγκεντρώνομαι στην αναπνοή μου ενώ το ποδήλατο τρίζει κάτω από τα πόδια μου σε κάθε πεταλιά, δείγμα της κλασικής μου αμέλειας να φροντίσω τα πράγματα στον καιρό τους, πριν τα βρω μπροστά μου. Δεν πειράζει, το τρίξιμο με βοηθάει να βρω ρυθμό στην αναπνοή μου, ένας ψεύτικος μαέστρος που προσπαθεί να συντονίσει μια μπάντα που τον τελευταίο καιρό είχε αφήσει για τα καλά τον εαυτό της και, αν και Χριστούγεννα, αποφάσισε να ξεκινήσει τη δική της ανάσταση. Καλύτερο φαγητό, καλύτερος ύπνος, περισσότερο διάβασμα, περισσότερος χρόνος στη φύση, λιγότερο screen time σίγουρα.
Μπροστά μου ξεπλαταίνει ο δρόμος για την Βλαχάβα, πίσω μου μακριά στέκεται η Τριγγία, χιονισμένη και επιβλητική. Έχω περάσει από ώρα τα Μετέωρα, αφήνοντας τις ορδές τουριστών στη μεγάλη τους αναμονή για μια ακόμη φασόν εμπειρία. Θα πρέπει να περιμένουν πολλή ώρα για να βγάλουν την ίδια φωτογραφία, τα καλά spot είναι πιασμένα τέτοια εποχή.
Μια φθαρμένη πινακίδα ενημερώνει τους περαστικούς ότι εδώ ζούσε ο Ασπροπάρης, ένα από τα πιο σπάνια είδη γύπα που κινδυνεύει πλέον με εξαφάνιση. Ποδηλατώ τόσο αργά πια, που μπορώ να διαβάσω τί γράφει. Από 50 ζευγάρια πουλιά που ζούσαν πριν καμιά 50αρια χρόνια στην περιοχή, πλέον απομένουν 2. Και αυτά αρσενικά. Τεράστιο πρόβλημα για τη διαιώνιση του είδους. Κάθε φθινόπωρο μεταναστεύουν στην Αφρική για να ξαναέρθουν πίσω όταν ο καιρός καλυτερέψει. Ο ερχομός τους σηματοδοτεί τον ερχομό της άνοιξης για όλους, όχι όμως για τον ‘’Στραβοουρά’’, τον πιο χαρακτηριστικό εργένη Ασπροπάρη των Μετεώρων, που πριν κάμποσα χρόνια το ταίρι του δεν γύρισε ποτέ από την Αφρική μαζί του. Κάθε άνοιξη πλέον όλοι περιμένουν με ελπίδα ένα θηλυκό να έρθει πίσω, μπας και διαιωνιστεί το είδος και βρει παρέα κάποιος από τους 2 μαγκούφηδες γύπες. Δεν είναι προνόμιο των ανθρώπων η μοναξιά, απλώς στα πουλιά οι incels δεν έχουν podcast και δεν θησαυρίζουν στην πλάτη των υπόλοιπων μοναχικών πουλιών. Οι λόγοι πάντως που το είδος κοντεύει να εκλείψει είναι πάνω κάτω γνωστοί. Δηλητηριασμένα δολώματα (φόλες), λαθροθηρία, ηλεκτροπληξία από καλώδια και εσχάτως σύγκρουση με ανεμογεννήτριες. Φαντάζομαι έναν επιστήμονα να μεταφέρει αυτό σε κάποιον υπουργό περιβάλλοντος και να αντιμετωπίζεται σαν μαλάκας. Άλλωστε, δεν υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά μια διαφημιστική εταιρία. Λίγη παραπάνω στόχευση στην περιβαλλοντική συνείδηση και την πράσινη ενέργεια και κανείς δεν θα νοιαστεί, ακόμη κι αν εξαλείψουμε ένα ολόκληρο είδος. Ας περιμένουν οι γύπες.
Πίσω στην ιστορία μας όμως και συγγνώμη για την παρέκβαση, αλλά κάπως έτσι λειτουργεί το μυαλό όταν είσαι πάνω σε μια σέλα για ώρες. Άλλες φορές δεν σκέφτεσαι τίποτα, άλλες τα πάντα, άλλες συνδυάζεις τα πάντα ακόμη κι αν δεν συνδυάζονται λες και μια αόρατη κλωστή τα συνδέει και τα κάνει να βγάζουν νόημα. Όταν κάνεις μια άσκηση που διαρκεί τόση ώρα με επαναλαμβανόμενη συνέπεια, το μυαλό έχει την τάση να συγκεντρώνεται με τρόπο που δεν έχεις ξανασυνηθίσει. Αυτός είναι, θεωρώ, και ο λόγος που πολλοί άνθρωποι εθίζονται στις υπερ-αποστάσεις με τρέξιμο ή ποδήλατο. Ξεκλειδώνει έναν άλλον τρόπο σκέψης.
Κοιτάζω μπροστά. Η ανηφόρα τελειώνει σιγά σιγά. Ξεκορφιάζουμε. Σε λίγο θα πέσουμε στα μονοπάτια και όλη αυτή η ομορφιά που υπήρχε πίσω, θα βρίσκεται μπροστά μας και πάλι. Μπροστά μου, σε εμφανώς καλύτερη φυσική κατάσταση οι φίλοι μου. Με περιμένουν για να ξεκινήσουμε την κατηφόρα μαζί. Γνωριστήκαμε ως φοιτητές, κατά βάση, τότε που νόμιζες ότι αυτή η σχέση θα κρατούσε για πάντα. 14 χρόνια μετά, βρισκόμαστε ακόμη μια στο τόσο για να ξεκινήσουμε μια περιπέτεια στα βουνά παρέα. Τώρα δεν υπάρχουν ψευδαισθήσεις ότι το για πάντα υπάρχει. Η ζωή έβγαλε τον έναν στη Ζυρίχη, τον άλλον στην Αθήνα, κάποιοι έμειναν Θεσσαλονίκη, άλλοι τριγυρνάνε χωρίς βάση όλη την Ελλάδα από σεζόν σε σεζόν και τον υπόλοιπο χρόνο λείπουν, αρνούμενοι μια ταυτότητα ενήλικης πραγματικότητας σε μια χώρα που τους την αρνήθηκε όμως πρώτη. Είναι τρελό ότι μετά από τόσα χρόνια, το ποδήλατο μας κρατάει κοντά. Η δυνατότητα να βρίσκεις χρόνο να κάνεις αυτά που ανέκαθεν σε ευχαριστούσαν, έχω την εντύπωση τελικά ότι είναι το μεγαλύτερο αντίδοτο στο να κακομεγαλώνεις.
Θυμάμαι κάποτε, με την αυθάδεια των 22 ετών μου και με έναν φίλο που δεν υπάρχει στη ζωή μου πια, είχαμε θεσμοθετήσει μια ατάκα, από τη μία για να νιώσουμε ότι κάτι έχουμε στις εποχές της μεγάλης κρίσης και της ακόμη μεγαλύτερης φτώχειας μας, από την άλλη για να διασκεδάσουμε τις εντυπώσεις απέναντι στον κοινωνικό ανταγωνισμό που αντανακλαστικά μας προκαλούσε το να βλέπουμε συμφοιτητές μας πιο τυχερούς από εμάς, να οδηγούν ήδη αυτοκίνητα που τους είχαν πάρει οι γονείς τους, να ντύνονται ακριβά και να ταξιδεύουν συχνά. Για εμάς τότε, είτε από ζύμωση, είτε από ενδιαφέρον, είτε από αφραγκία, το να είμαστε εκεί έξω στη φύση, κάνοντας ποδήλατο σε μέρη που οριακά δεν έχει άλλον, ήταν το μεγαλύτερο luxury που θα μπορούσαμε να έχουμε.
Έτσι συχνά, βλέποντας τον ήλιο να δύει απέναντι στα βουνά, έχοντας περάσει μια γεμάτη μέρα όσο πιο ζωντανοί γίνεται εκεί έξω, ποδηλατώντας, περπατώντας, προχωρώντας τέλος πάντων μπροστά και τρώγοντας σάντουιτς φτιαγμένα από το σπίτι, καταλήγαμε στο ότι για εκείνη την ημέρα, μπορεί και να ήμασταν οι πιο πλούσιοι Έλληνες, κοροϊδεύοντας και λίγο τις ηλίθιες λίστες πλούτου που βομβαρδιζόμασταν συνεχώς .Ήταν ένα ιδιότυπο μάντρα, μια εσωτερική προσευχή που μας έδινε υπόσταση, σε ένα σύστημα που ακόμη δεν είχαμε καταλάβει ακριβώς πώς λειτουργεί, αλλά νιώθαμε ότι ήδη μας διαχώριζε κοιτώντας μας στην τσέπη.
Τα χρόνια πέρασαν, η ατάκα ξεχάστηκε. Δουλέψαμε και αποκτήσαμε, σπάσαμε την τάξη μας και την ειμαρμένη μας, όπως θες πες το. Κανείς δεν θα μας πίστωνε πια υπέρ μας την αφετηρία από το τίποτα, αντιθέτως θα ήταν σα να μην υπάρχει καν. Η αδικία που κάποιες φορές κοιτάξαμε τον κόσμο μεγαλώνοντας ως ‘’μη έχοντες’’, ήταν έτοιμη να μας επιστραφεί αυτούσια, κι ας ματώσαμε για να αλλάξουμε τη ζωή μας. Κι ας χάσαμε φίλους μεταναστεύοντας, κι ας αφήσαμε πίσω οικογένειες για ένα καλύτερο αύριο, κι ας χρεωθήκαμε ως η γενιά της κρίσης μια ταπεινωτική απρέπεια από τη γενιά που την αρχιτεκτόνισε. Έτσι μάλλον θα αδικήσουμε και εμείς την επόμενη. Η αδικία είναι από τα πιο δημοκρατικά συναισθήματα, κυρίως λόγω της αδικίας της. Τους αφορά σχεδόν όλους. Κυρίως όμως μεγαλώνοντας, αυτή η χαρά του να φεύγουμε μακριά κάνοντας αυτά που αγαπάμε, μειώθηκε λόγω υποχρεώσεων, δουλειάς και διάθεσης.
Όσα έγραψα παραπάνω, μάλλον είναι ένας αβυσσαλέος πρόλογος για να φτάσω εδώ που ήθελα. Καθώς ετοιμάζομαι να ξεκινήσω την κατηφόρα, σκέφτομαι αστραπιαία ότι τα αδέρφια μου περιμένουν κάτω, στο σπίτι στο χωριό, δίπλα στους γονείς μου που ετοιμάζουν μεσημεριανό. Πριν ξεκινήσω, η γιαγιά μου, που την προηγούμενη μέρα γιορτάσαμε τα 100 της χρόνια, απαιτεί να με φιλήσει πριν φύγω για ποδήλατο – χώνει το χέρι της στη μούρη μου και μου χαϊδεύει τα μαλλιά, με τον ίδιο τρόπο που το έκανε όταν ήμουν 5 χρονών, 30 χρόνια πίσω. Κάπως μόνο από αυτήν το ανέχομαι ακόμη, υποθέτω έχουν δίκιο όταν λένε ότι δεν μπορείς να μάθεις σε ένα γέρικο σκυλί νέα κόλπα. Η παρέα μου είναι ήδη εκεί, μετά από χρόνια, παρόντες. Έχω νέους φίλους που με αγαπάνε και αγαπώ πολύ, έχω παλιούς που χαθήκαμε αλλά ακόμη σκέφτομαι με αγάπη. Οι δουλειές μου πάνε καλά, δεν έχω παράπονο, αλλά κυρίως πάνε με αξιοπρέπεια. Αυτό είναι που με κάνει περήφανο περισσότερο. Δεν χρειάστηκε να πουλήσω πολλά στο δρόμο μου, ούτε να ξαλαφρώσω από ηθικά αντίβαρα που πολλοί μου έλεγαν να πετάξω. Είμαι ήρεμος και τακτικά χαρούμενος, μετά από καιρό.
Το σώμα μου κατάφερε να με κουβαλήσει σε ακόμη μια ανηφόρα. Και τώρα ξεκινάει το καλό, όσο λίγο κι αν κρατήσει. Μια βουτιά στον φόβο και στα κατηφορικά μονοπάτια. Όσο λίγο κι αν κρατήσουν, σκοπεύω να τα απολαύσω. Και να είμαι έτοιμος για την επόμενη ανηφόρα. Βλέπω τον ήλιο να δύει πίσω από τη χιονισμένη κορφή απέναντι. Μετά από καιρό, ήμουν ο πιο πλούσιος Έλληνας για τις 26 Δεκέμβρη.
Αυτό εύχομαι και για εσάς το 2026. Όσο περισσότερο πλούτο αντέχετε.