Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου: 50 χρόνια από την ταινία – σταθμό που δεν θα γυριζόταν σήμερα
Διαβάζεται σε 6'
Πενήντα χρόνια από την κυκλοφορία μιας από τις καλύτερες ταινίες για την ερευνητική δημοσιογραφία που έχουν γίνει ποτέ.
- 07 Απριλίου 2026 16:31
Γρήγορη πληροφορία, τεχνητή νοημοσύνη, deepfakes, μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αποδικτύωσης, fake news, ελεγχόμενα media, τριγωνικές συναλλαγές, αχυράνθρωποι, και στο φόντο σκάνδαλα, συγκαλύψεις, παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κατακερματισμός της δημόσιας γνώμης, υπερπληροφόρηση και παραπληροφόρηση στην ίδια πλευρά του νομίσματος.
Εν Ελλάδι αυτή την περίοδο ζούμε την τριλογία του σκανδάλου. ΟΠΕΚΕΠΕ, Τέμπη, υποκλοπές. Παρόλα αυτά, η έννοια του “δικαίου”, είναι συγκεχυμένη. Στο διεθνές πεδίο, και σε πολύ μεγαλύτερη ένταση, σκάνδαλα σαν αυτό της υπόθεσης Επστάιν αλλά και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που εκκινούν από μονομερείς αποφάσεις αξιωματούχων, διυλίζονται μέσα από θραύσματα ειδήσεων, αποσπασματικών αναφορών, αποπροσανατολισμών και κατευθυνόμενης ατζέντας.
Προς πείσμα του καιρού ωστόσο, υπάρχει και η ερευνητική δημοσιογραφία μόνο που αντιμετωπίζει ένα διττό πρόβλημα:
Από τη μια πρέπει να έχει κανείς υπομονή και επιμονή, να ψάξει για να τη βρει μέσα από τις διαδρομές που δεν είναι οι “κραταιές”, και από την άλλη πρέπει να έχει το κριτήριο και την ικανότητα να διαχωρίζει το επίπλαστο ή το κατευθυνόμενο από τα data και τα facts. Η εποχή δεν το ευνοεί αυτό. Ο καταιγισμός πληροφορίας, η socialmediakή απομόνωση, η κατάτμηση της κοινωνίας σε ατομικότητες που προσπαθούν να “επιβιώσουν”, η εργαλειακή Παιδεία, δεν παρέχουν το γόνιμο έδαφος για να κάτσει πάνω του το ρεπορτάζ που θα “ταράξει” τον κόσμο. Ή έστω, καθιστά την κατάσταση πιο δύσκολη.
Πριν από ακριβώς πενήντα χρόνια, στις 7 Απριλίου του 1976 κυκλοφορούσε τις αμερικανικές αίθουσες το εμβληματικό φιλμ του Άλαν Πάκουλα, “Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου”. Το φιλμ είναι βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο των δημοσιογράφων Καρλ Μπέρνσταϊν και Μπομπ Γούντγουορντ που πραγματεύεται τις έρευνες πάνω στο σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ. Πρωταγωνιστούν οι Ντάστιν Χόφμαν και Ρόμπερτ Ρέντφορντ ως Μπέρνσταϊν και Γούντγουορντ αντίστοιχα, σε δύο συγκλονιστικές ερμηνείες.
Ένα έργο – ντοκιμαντέρ
Αυτό που κάνει μοναδική την ταινία είναι πως κυκλοφόρησε μόλις τέσσερα χρόνια μετά το Γουότεργκεϊτ που καταβύθισε τον Νίξον. Πόσο πιθανό είναι να συμβεί κάτι τέτοιο σήμερα; Ελαχίστως. Πρακτικά, τα γεγονότα που καταγράφονται στο “All The President’s Men” ήταν πολύ πρόσφατα και οι άνθρωποι τους οποίους αφορούσε η ιστορία ήταν σε θέση να δώσουν λεπτομέρειες για την κινηματογραφική μεταφορά, καθιστώντας την ένα ακριβές, ιστορικό κινηματογραφικό ντοκουμέντο.
Το βασικό θέμα της ταινίας δεν είναι ο Νίξον αλλά το πώς οι άνθρωποι που καταγράφουν την Ιστορία, μπορούν να γίνουν οι ίδιοι ιστορία από μόνοι τους. Αρκεί να τους εμπιστευτούν τα μεγάλα Media, όπως η Washington Post. Η ταινία καταγράφει ακόμη το πώς οι δύο δημοσιογράφοι εργάστηκαν νυχθημερόν για να διασφαλίζουν την δεοντολογία και την εγκυρότητα των πληροφοριών τους ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι πλήρως τεκμηριωμένο. Κάτι που επίσης απαιτεί εμπιστοσύνη, χρόνο και πίστη στην προσπάθεια και τη διαδικασία από το “κεφάλι” προς τα κάτω. Απαντάται αυτό στα σύγχρονα “newsrooms”; Ίσως σε κάποια, αλλά σίγουρα όχι στον βαθμό που θα έπρεπε.
Το δε 1972 οι δύο ρεπόρτερ της Post χρησιμοποίησαν τα τηλέφωνά τους, τις γραφομηχανές τους και τα σημειωματάριά τους για να φτάσουν στις πηγές και στην καταγραφή. Στο ρεπορτάζ τους ανέλυσαν τις συγκρούσεις συμφερόντων, τις διάφορες ιεραρχίες, και φυσικά τη διαφθορά και αντιμετώπισαν αρκετά ηθικά διλήμματα, κάτι που συνάδει με το βάρος του θέματος που εξέταζαν το οποίο και δεν είδαν καθόλου “επιδερμικά”. Στο σήμερα όμως της “ευκολίας”, της “γρήγορης είδησης” και της γρήγορης αλλαγής θεματολογίας, μια τέτοια αντιμετώπιση του ερευνητικού αντικειμένου περιθωριοποιείται.
Θα πει κανείς απαισιόδοξη αυτή την κριτική. Ενδεχομένως και να είναι, ενδεχομένως και να καταδεικνύει έναν ρεαλισμό. Σε κάθε περίπτωση όμως θέλει να υπογραμμίσει το ότι τίποτα δεν είναι “τυχαίο”.
Αξίζει εδώ να σημειώσουμε τον ρόλο που έπαιξε ένας “διάσημος” της εποχής για να γυριστεί η ταινία και να δοθεί περαιτέρω ορατότητα στο σκάνδαλο. Ο ρόλος δηλαδή του Ρέντφορντ που ήταν η κινητήριος δύναμη για να γυριστεί το φιλμ, καθώς ο ίδιος είχε δείξει τεράστιο ερευνητικό ενδιαφέρον για το Γουότεργκεϊτ. Ο Ρέντφορντ παρακολούθησε την έρευνα των Γούντγουορντ και Μπερνστάιν καθώς αυτή εξελισσόταν σε πραγματικό χρόνο. Το 1972, επικοινώνησε μάλιστα απευθείας με τον Γούντγουορντ, ελπίζοντας να κατανοήσει καλύτερα τόσο τα γεγονότα της υπόθεσης, όσο και τις μεθόδους της δημοσιογραφίας.
Επί της ουσίας ο Ρέντφορντ ήθελε να αποτυπώσει τα γεγονότα σε ένα ημι-μυθοπλαστικό ντοκουμέντο, αποτίνοντας φόρο τιμής σε δύο δημοσιογράφους που παρά τις πιέσεις που δέχονταν (ακόμη και από το FBI) τίμησαν μέχρι κεραίας τη δουλειά τους, χωρίς παρωπίδες, χωρίς “ευκολίες” και προχειρότητες, χωρίς ιδεολογικές προκαταλήψεις. Και αυτή η συνεισφορά του Ρέντφορντ, είναι σπουδαιότερη από οποιοδήποτε “αγαλματίδιο”.
Η Warner Bros είχε ενστάσεις για την ταινία, χαρακτηρίζοντάς την πριν γίνουν τα γυρίσματα ως “το πιο καταστροφικό της εγχείρημα”. Τελικά το Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου προτάθηκε για 8 Όσκαρ κερδίζοντας 4: Β’ ανδρικού ρόλου, διασκευασμένου σεναρίου, ήχου και καλλιτεχνικής διεύθυνσης. Προτάθηκε και για καλύτερη ταινία απέναντι στον Ταξιτζή και το πρώτο Ρόκι, με την ταινία του Σταλόνε να παίρνει το μεγάλο βραβείο. Και δικαίως.
Εν κατακλείδι, ο δημοσιογράφος Γκάρετ Μ. Γκραφ έγραφε για το σκάνδαλο την περίοδο που κυκλοφόρησε η ταινία: “Το Γουότεργκεϊτ είναι η ιστορία δύο ξεχωριστών εγκληματικών συνωμοσιών: των “βρώμικων κόλπων” του κόσμου του Νίξον που οδήγησαν στη διάρρηξη στις 17 Ιουνίου 1972, και της επακόλουθης ευρύτερης συγκάλυψης. Η πρώτη συνωμοσία ήταν σκόπιμη, ένα πρόχειρο και χαοτικό αλλά παρόλα αυτά προμελετημένο σχέδιο για την ανατροπή των εκλογών του 1972. Η δεύτερη ήταν αντιδραστική, σχεδόν ενστικτώδης – φαίνεται να συνέβη απλώς επειδή κανείς δεν είπε όχι”. Μέχρι που κάποιοι “γραφιάδες”, έκαναν αυτό που πρέπει να πράττουν όλοι οι επαγγελματίες του χώρου. Έλεγξαν σωστά την εξουσία.
Από εκεί και πέρα αποτελεί ευθύνη μας ως πολίτες το πώς και από πού επιλέγουμε να ενημερωθούμε, το πώς επιλέγουμε να δράσουμε και να αντιδράσουμε, καταλαβαίνοντας λίγο καλύτερα ότι τα σκάνδαλα και οι συγκαλύψεις τους θα υπάρχουν, όσο τα ανεχόμαστε βουβά.
Να τοποθετηθούμε δηλαδή ενεργά απέναντι στο “φαίνεται να συνέβη απλώς επειδή κανείς δεν είπε όχι…”.