Αναθεώρηση του Συντάγματος και Δικαιοσύνη

Νυχτερινή φωτογραφία της Βουλής την Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015.
(EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ)
Νυχτερινή φωτογραφία της Βουλής την Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015. (EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ) EUROKINISSI

Λαϊκισμός, διαφθορά και οι λόγοι που χάθηκε το "τρένο" της σύγκλισης στην Ελλάδα. Η απαραίτητη ανανέωση ώστε όχι μόνο να ελέγχουμε την διαφθορά όπου και να βρίσκεται αλλά και να εξασφαλίζουμε αποτελεσματική λογοδοσία για οποιονδήποτε ασκεί εξουσία

* Ο Παύλος Ελευθεριάδης γράφει στο NEWS 247 ενόψει της ομιλίας του στο Delphi Economic Forum, στις 26 Φεβρουαρίου, στο Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών

Δεν πιστεύω ότι το Σύνταγμα ευθύνεται για την οικονομική κατάρρευση της χώρας τα τελευταία έξι χρόνια. Οι κύριοι λόγοι για μένα που χάσαμε το τραίνο της σύγκλισης με την Ευρώπη είναι δύο: πρώτον η επικράτηση (από την εποχή Κοσκωτά και μετά) ενός κλίματος ατιμώρητης διαφθοράς στα υψηλότερα επίπεδα της πολιτικής και οικονομικής ζωής της χώρας (από τα κόμματα και τις τράπεζες μέχρι την τηλεόραση και το ποδόσφαιρο) και, δεύτερον, η επικράτηση μια ιδεολογίας πλειοψηφικού λαϊκισμού που αδυνάτισε όλους τους ελεγκτικούς μηχανισμός και εξοβέλισε την λογοδοσία (accountability) από την πολιτική ζωή του τόπου στο όνομα της πλειοψηφίας και του «λαού».

Ο λαϊκισμός εξυπηρέτησε την διαφθορά, και η διαφθορά τον λαϊκισμό. Ενίοτε οι εκφραστές και των δύο συνέπιπταν στο ίδιο πρόσωπο, αλλά η σχέση τους ήταν συνήθως πιο πολύπλοκη. Δεν ήταν όλοι οι διεφθαρμένοι λαϊκιστές και δεν ήταν – και δεν είναι - όλοι οι λαϊκιστές διεφθαρμένοι.

Το καλύτερο παράδειγμα αυτού του καταστροφικού για την Ελλάδα εναγκαλισμού ήταν η ιδιωτική τηλεόραση. Το κύριο πρόβλημα με την τηλεόραση δεν είναι η παρανομία των αδειών (που είναι από μόνο του ένα σκάνδαλο) αλλά το γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες κατευθύνουν τις ενημερωτικές εκπομπές τους. Το κάνουν όχι από αγάπη για την τέχνη της δημοσιογραφίας αλλά για να εξασφαλίσουν ως αντάλλαγμα της ψευδολογίας και της απόκρυψης της αλήθειας που μπορούν να προσφέρουν, την εύνοια των ισχυρών. Η ελευθερία του τύπου έγινε έτσι έρμαιο της προπαγάνδας ή έμμεσων ή άμεσων εκβιασμών. Σημειώνω εδώ ότι σε άλλες ευρωπαικές χώρες, όπως π.χ. στην Βρετανία, η ενημερωτική τηλεοπτική εκπομπή δεν είναι δικαίωμα και ρυθμίζεται εξαντλητικά με κριτήρια αμεροληψίας και αντικειμενικότητας.

Ενώ όμως η χειραγώγηση της δημοσιογραφίας είναι ευθεία παράβαση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και παραβίαση της ελευθερίας του τύπου, την έχουμε τόσο συνηθίσει στην Ελλάδα, που ούτε κάν συζητιέται ως πρόβλημα δημόσιας πολιτικής. Ξέρω ότι οι περισσότεροι δημοσιογράφοι κάνουν ευσυνείδητα τη δουλειά τους. Αρκεί όμως μια ασυνείδητη μειοψηφία για να καταστρέψει την αξιοπιστία του συνόλου. Έτσι φτάσαμε σήμερα να βλέπουμε την αξιοπιστία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης στο ναδίρ. αποτέλεσμα ήταν η απόλυτη απαξίωσή τους, όπως έδειξε η πρόσφατη έρευνα του ινστιτούτου διαΝΕΟσις, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα:

Αναθεώρηση του Συντάγματος και Δικαιοσύνη

(Πηγή: www.dianeosis.gr)

Ο ίδιος πίνακας όμως παρουσιάζει ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην ελληνική δικαιοσύνη. Ο βαθμός μεγάλης εμπιστοσύνης είναι μόλις 20.2%, πολύ χαμηλότερα από τις ένοπλες δυνάμεις αλλά και την αστυνομία. Πώς εξηγείται; Ας μην ξεχνάμε ότι η δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη. Δεν συνδέεται με ιδιωτικά συμφέροντα και την «διαπλοκή». Τι εξηγεί τη πτώση της; Πιστεύω ότι η απαξίωση της ελληνικής δικαιοσύνης είναι αντίστοιχο και ίσως και μεγαλύτερο πρόβλημα από αυτό των μέσων ενημέρωσης. Αυτό συμβαίνει γιατί ο ρόλος της δικαιοσύνης είναι να φτιάχνει τον συνεκτικό ιστό μιας κοινωνίας, να διαβεβαιώνει όλους τους κατοίκους της χώρας ότι είναι πολίτες με ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις, ότι οι όποιες οικονομικές ανισότητες δεν μεταφράζονται σε ταπεινωτική και μόνιμη μειονεξία. Η δικαιοσύνη στην χώρα μας όμως έχει πάψει να παίζει αυτόν τον θεμελιώδη εγγυητικό και ηθικό ρόλο.

Οι λόγοι είναι πολλοί. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η ελληνική δικαιοσύνη περνά βαθύτατη κρίση. Οι τεράστιες καθυστερήσεις στην διοικητική, πολιτική και ποινική δικαιοσύνη στη χώρας μας έχουν γίνει αντικείμενο πολλαπλής καταδίκης από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας για την Επιχειρηματικότητα (Doing Business Report) για το 2015 στον δείκτη που αφορά την διάρκεια μιας δίκης, δηλαδή τον μέσο χρόνο που παίρνει η δικαστική επίλυση μιας συμβατικής διαφοράς, η χώρα μας κατέρρευσε. Το 2015 η Ελλάδα ήταν 155η στον κόσμο με μέσο χρόνο 1580 ημέρες. Το 2014 ήταν 98η ήταν στον κόσμο, με μέσο χρόνο 1300 ημέρες. Την προηγούμενη χρονιά η χώρα μας ήταν 87η στον κόσμο με μέσο χρόνο 819 ημέρες. Κάθε χρόνο πάμε και χειρότερα.

Η Ελλάδα δεν πάσχει ούτε από έλλειψη δικηγόρων (έχουμε από τους περισσότερους στην Ευρώπη), ούτε από έλλειψη δικαστών. Δεν πάσχει ούτε από μεγάλη έλλειψη πόρων, τουλάχιστον σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ. Σύμφωνα με την ανεξάρτητη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης ( CEPEJ) η Ελλάδα ξόδεψε περίπου τα μισά από ότι ξοδεύουν για το δικαστικό της σύστημα άλλες χώρες της ΕΕ με αντίστοιχο πληθυσμό. Πάσχει όμως από έλλειψη μακροπρόθεσμου προγραμματισμού, μέτρησης αποτελεσμάτων και λογοδοσίας. Η έκθεση δείχνει όμως ότι ενώ η σχέση μισθών προς το συνολικές δαπάνες για την δικαιοσύνη είναι 66.1% κατά μέσο όρο στην ΕΕ, στην Ελλάδα είναι 95.9%. Δηλαδή σχεδόν όλες οι δαπάνες στην Ελλάδα πάνε σε μισθούς. Δεν πάνε σε υποδομές.

Η Ελλάδα έχει την χαμηλότερη επίδοση στην Ευρώπη στην χρήση νέων τεχνολογιών και πληροφοριακών συστημάτων στην δικαιοσύνη. Στην αρχή της κρίσης το πολιτικό σύστημα δεν είχε συνειδητοποιήσει το μέγεθος του προβλήματος. Η ετήσια δαπάνη για πληροφορικά συστήματα ήταν στην Ελλάδα 330,000€, ενώ αντίστοιχα στο Βέλγιο ήταν 37.5€ εκατομμύρια και στην Πορτογαλία 10.5€ εκατομμύρια. Η έκθεση του CEPEJ εκτιμά ότι στις 29 χώρες της ΕΕ το 2010 περίπου 3% του προϋπολογισμού των δικαστηρίων πήγε σε συστήματα πληροφορικής. Στην Ελλάδα ήταν λιγότερο από το 0.1%.

Τα προβλήματα αυτά δείχνουν ότι η δικαιοσύνη χρειάζεται ριζική αναδιοργάνωση. Όπως και σε κάθε άλλο τομέα του κράτους, η κομματοκρατία και η βραχεία θητεία των εκάστοτε υπουργών, έχουν εμποδίσει την πραγματική αντιμετώπιση του προβλήματος. Η προσαρμογή της διοίκησης στις ανάγκες του 21ου αιώνα δεν θα γίνουν όμως από τις σημερινές διοικητικές δομές, που έχουν αποτύχει παταγωδώς.

Ποια όμως πρέπει να είναι η απάντηση; Το Σύνταγμά μας με εξαντλητικά λεπτομερείς διατάξεις προστατεύει την ανεξαρτησία των δικαστών. Η ανεξαρτησία αυτή συνυπάρχει φυσικά με την διάταξη του άρθρου 90 που δίνει στην κυβέρνηση το δικαίωμα να διορίζει τους προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων (κάτι που το θεωρώ πηγή ασυγχώρητου κομματισμού της δικαιοσύνης). Το πρόβλημα όμως τώρα είναι αλλού. Οι δικαστές αποδείχτηκαν κακοί μάνατζερ. Τι να κάνουμε; Η απάντηση δεν είναι φυσικά ο περιορισμός της ανεξαρτησίας των δικαστών στο δικαστικό τους έργο, αλλά η ίδρυση νέων διοικητικών δομών για την υποστήριξη της δικαιοσύνης. 

Οι λεπτομερείς διατάξεις του Συντάγματος είναι όμως εμπόδιο στην αναδιάρθρωση της ελληνικής δικαιοσύνης. Απαιτείται κατά την γνώμη μου να καταργηθούν όλες. Αρκεί η αντικατάστασή τους από γενικές αρχές που θα εγγυώνται την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και θα επιτρέπουν διοικητική ευελιξία. Στελέχη με εμπειρία από την διαχείριση πολύπλοκων διοικητικών προβλημάτων θα μπορούν τότε να ασχοληθούν με την διοίκηση των δικαστηρίων, δίπλα στους ανώτερους και ανώτατους δικαστές. Πρέπει να επιτρέψουμε τον ορισμό έμπειρων δικηγόρων ως δικαστών μερικής απασχολήσεως με ορισμένη θητεία ώστε να αποσυμφορηθεί η δικαιοσύνη, την αξιολόγηση των δικαστηρίων από συμβουλευτικές επιτροπές της τοπικής αυτοδιοίκησης και την δημοσίευση ετησίων εκθέσεων για την αποτελεσματικότητα και λειτουργία όλων των τοπικών δικαστηρίων. Σήμερα η αξιολόγηση των δικαστών είναι μια προσχηματική διαδικασία. Πρέπει να γίνει μια σοβαρή διαδικασία ποιοτικής βελτίωσης δικαστών και δικαιοσύνης στο σύνολό της. Η Σχολή Δικαστών μπορεί να παίξει έναν αναβαθμισμένο ρόλο σε όλες αυτές τις αλλαγές.

Η κατάρρευση της δικαιοσύνης στη χώρα μας δεν είναι υπόθεση που αφορά μόνο τους δικαστές. Αφορά ολόκληρη την κοινωνία. Άρα οι θεσμοί της δικαιοσύνης πρέπει να ανοιχτούν στην κοινωνία, να εκτεθούν στην κριτική και να αποδείξουν ότι παράγουν το έργο που τους έχει αναθέσει – και πληρώνει αδρά - ο ελληνικός λαός. 

Η ριζική ανασυγκρότηση των θεσμών της δικαιοσύνης είναι κατά τη γνώμη μου απαραίτητη προϋπόθεση οποιασδήποτε άλλης μεταρρύθμισης στην χώρα. Η ανασυγκρότηση αυτή πρέπει να συνοδευτεί από μια εκστρατεία πειθούς για τις αρχές του κράτους δικαίου και την ιδέα της δικαιοσύνης, που πρέπει να επιστρέψει επιτέλους ως αναζωογονητική δύναμη στη χώρα. Η λογική του πολιτεύματός μας πρέπει να εγκαταλείψει την λογική της απόλυτης επικράτησης της πλειοψηφίας. Χρειαζόμαστε ριζική ανανέωση με σκοπό όχι μόνο να επιτρέπουμε στην πλειοψηφία να κυβερνά, όχι μόνο να ελέγχουμε την διαφθορά όπου και να βρίσκεται αλλά και να εξασφαλίζουμε αποτελεσματική λογοδοσία για οποιονδήποτε ασκεί εξουσία.

Αναθεώρηση του Συντάγματος και Δικαιοσύνη
MIMSAXL.PHOTOGRAPHY

* Ο  Παύλος Ελευθεριάδης  , Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης είναι ομιλητής στο Delphi Economic Forum, στην θεματική ενότητα «Ta διλήμματα της Συνταγματικής Αναθεώρησης», που θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου στο Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών. www.delphiforum.gr

SHARE:

24Media Network