Ψέματα και αλήθειες για την ανάπτυξη της Κίνας
Διαβάζεται σε 9'
Η τεχνολογική υπεροχή της Κίνας απειλεί τις δυτικές πολυεθνικές που κάποτε ένιωθαν ανίκητες. Το πρόβλημα της Δύσης.
- 05 Απριλίου 2026 07:04
Καθώς πύραυλοι, βόμβες και ντρόουνς ισοπεδώνουν το Ιράν και την γύρω περιοχή, οι προοπτικές ενός ακόμη καταστροφικότερου πολέμου στον Ειρηνικό ενισχύονται. Προτεραιότητά μας θα έπρεπε να είναι η αποκλιμάκωση του Νέου Ψυχρού Πολέμου μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας. Προς αυτή την κατεύθυνση, είναι απαραίτητο να αποδομηθεί το μύθευμα που ενισχύει την πιθανότητα ενός τέτοιου πολέμου: η άποψη ότι η Κίνα ευημερεί με δόλια μέσα.
Η κινεζική οικονομία συμβάλλει πράγματι σε σοβαρές παγκόσμιες μακροοικονομικές ανισορροπίες, όπως κάθε μπλοκ ή χώρα που εξάγει πολύ περισσότερα απ’ όσα εισάγει, κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Όμως άλλο αυτό κι άλλο η βολική φαντασίωση, που υφαίνουν οι δυτικές ελίτ για να κρύψουν τις δικές τους αποτυχίες, ότι η Κίνα οφείλει την επιτυχία της στον εξαναγκασμό, την χειραγώγηση και την απάτη. Και δεν πρόκειται απλώς για ψέμα. Στο βαθμό που προετοιμάζει τη δυτική κοινή γνώμη για πόλεμο, πρόκειται για εξαιρετικά επικίνδυνο ψέμα.
Ακούμε εδώ και χρόνια ότι η Κίνα κλέβει. Πώς χειραγώγησε το διεθνές οικονομικό σύστημα. Παραβίασε τους κανόνες. Υπεξαίρεσε την ευημερία των δυτικών. Αυτές οι κατηγορίες περιφέρονται σε κανάλια και έντυπα συστηματικά για αρκετά χρόνια. Τις έχετε ακούσει. Έλα όμως που ούτε θεμιτές είναι αυτές τις κατηγορίες ούτε, στο βαθμό που εμπεριέχουν κάποιες δόσεις αλήθειας, εξηγούν την απίστευτη ανάπτυξη της Κίνας και τις οικονομικές αποτυχίες της Δύσης!
Αν θέλουμε να κατανοήσουμε σοβαρά τη φύση και τα αίτια της τραγωδίας που έχει πλήξει την εργατική τάξη της Δύσης, την συστηματική συρρίκνωση της μεσαίας τάξης της, τις αξιοσημείωτες προόδους της Κίνας στους τομείς των ηλεκτρικών οχημάτων, της πράσινης τεχνολογίας, της τεχνητής νοημοσύνης, των ταχύτατων σιδηροδρόμων – το γεγονός ότι η Αφρική αναπτύσσεται με κινεζικές, κι όχι δυτικές, επενδύσεις, θα πρέπει πρώτα να απορρίψουμε την ανοησία ότι η Κίνα υπεξαίρεσε την ευημερία της Δύσης. Δεν πρόκειται μόνο για τεμπέλικη αφήγηση· πρόκειται επίσης για τακτική που αποσκοπεί στο να συγκαλύψει τον τρόπο με τον οποίο οι μεγάλες επιχειρήσεις της Δύσης ξεπούλησαν την ευημερία της πλειοψηφίας των ανθρώπων της.
Ας ξεκινήσουμε με τον ισχυρισμό ότι η Κίνα εξανάγκασε αμερικανικούς και ευρωπαϊκούς κολοσσούς να της παραδώσουν την τεχνολογία τους. Σοβαρά; Οι δυτικές πολυεθνικές διαγκωνίζονταν για το ποια θα παρέδιδε πρώτη την πνευματική της ιδιοκτησία σε κινέζικη εταιρεία με αντάλλαγμα μερίδιο της μεγαλύτερης αγοράς του κόσμου. Το μόνο που έκανε το Πεκίνο ήταν να τους κάνει μια προσφορά που δεν θέλησαν να αρνηθούν: «Θα σας αφήσουμε να εισέλθετε, αλλά πρέπει να διδάξετε στους δικούς μας τεχνολόγους πώς να παράγουν τα προϊόντα σας». Οι δυτικοί διευθύνοντες σύμβουλοι, οι οποίοι είχαν ορίζοντα σχεδιασμού λίγων τριμήνων, σε αντίθεση με τους Κινέζους που βλέπουν δεκαετίες μπροστά, απάντησαν: «Όπως αγαπάτε!».
Πάμε τώρα στο έτερο επιχείρημα, ότι η Κίνα χρησιμοποιεί τις επιδοτήσεις ως όπλο για να στηρίζει αθέμιτα τις κινεζικές επιχειρήσεις εξασφαλίζοντάς τους εγχώρια ζήτηση μέσα από κρατικά συμβόλαια. Φυσικά το κάνουν, αλλά μόνο επειδή αντέγραψαν τη Δύση. Για να μην ξεχνιόμαστε, ΗΠΑ και ΕΕ ξοδεύουν αμύθητα ποσά επιδοτώντας τα πάντα: από την οικολογικά επιζήμια, μη ανταγωνιστική γεωργία έως την οικοκτόνο βιομηχανία ορυκτών καυσίμων· το αδηφάγο στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα, του οποίου οι δαπάνες στήριξαν και συνεχίζουν να χρηματοδοτούν τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας· τους εγκληματίες τραπεζίτες τους οποίους τα δυτικά κράτη διέσωσαν μετά το 2008 τυπώνοντας 35 χιλιάδες δισεκατομμύρια δολάρια, την ώρα που επέβαλαν λιτότητα στην πραγματική οικονομία. Ή μήπως ξεχάσαμε τον νόμο του Τζο Μπάιντεν (Chips Act) που παραβίασε κάθε αρχή του Διεθνούς Οργανισμού Εμπορίου, επιδοτώντας όποια ξένη εταιρεία μετακόμιζε στις ΗΠΑ και απαγορεύοντας ακόμη και σε μη αμερικανικές εταιρείες (όπως η ολλανδική ASML) να πωλούν τσιπ στην Κίνα, δίνοντας έτσι στην Κίνα ένα τεράστιο κίνητρο να δημιουργήσει τις δικές της δυνατότητες παραγωγής μικροτσίπ;
Υπό αυτό το πρίσμα, η κύρια διαφορά μεταξύ των πρακτικών της Δύσης και εκείνων της Κίνας είναι ότι η τελευταία χρησιμοποιεί τα μέσα της για να ενισχύει τις παραγωγικές της δυνάμεις, σε έντονη αντίθεση με τη Δύση, όπου το σύστημα είναι στημένο για να κάνει κάτι εντελώς διαφορετικό: να εξυπηρετεί μια μικρή ομάδα μεγαλομετόχων.
Η δεύτερη καταγγελία είναι ότι η Κίνα κρατά υποτιμημένο το νόμισμά της. Αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη μιας «ορθής» συναλλαγματικής ισοτιμίας και ότι οι κινεζικές αρχές κρατούν με τρόπο τεχνητό το γουάν κάτω από αυτό το επίπεδο. Στην θεωρία, η ορθή συναλλαγματική ισοτιμία είναι εκείνη που εξισορροπεί το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κάθε χώρας. Στην πράξη, αυτό θα σήμαινε ότι το δολάριο είναι ιδιαίτερα υπερτιμημένο, κρίνοντας από το γιγαντιαίο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ. Εν ολίγοις, το να κατηγορούμε τους Κινέζους ότι διατηρούν το γουάν πολύ χαμηλά είναι η άλλη όψη της κατηγορίας ότι οι ΗΠΑ πληρώνουν τα ελλείμματα τους προσελκύοντας ξένα κεφάλαια. Μια Δύση που βασίζεται πλήρως στο υπερτιμημένο δολάριο δεν δικαιούται να κατηγορεί την Κίνα ότι υποτιμά το γουάν.
Η τρίτη καταγγελία αφορά τα capital controls (τους περιορισμούς κεφαλαίων) που εφαρμόζει η Κίνα, τα οποία και αυτά παρουσιάζονται στη Δύση ως μια άλλη μορφή απάτης. Ξεχάσαμε άραγε ότι η χρυσή εποχή του καπιταλισμού, η εποχή του Bretton Woods των δεκαετιών του 1950 και του 1960, βασίστηκε στα capital controls στις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ιαπωνία; Η λογική ήταν απλή: καμία κυβέρνηση δεν είναι νομικά ή ηθικά υποχρεωμένη να επιτρέπει στους τραπεζίτες να πλημμυρίζουν κατά το δοκούν τη χώρα της με «καυτό» χρήμα ή, αντίστοιχα, να επιτρέπει μια ανεξέλεγκτη κατά βούληση έξοδο κεφαλαίων.
Η τέταρτη καταγγελία αφορά την υποτιθέμενη τεράστια πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα της κινεζικής βιομηχανίας. Κι αυτή είναι σαθρή καθώς διαψεύδεται εύκολα από τα δεδομένα: το ποσοστό αξιοποίησης της παραγωγικής δυνατότητας των κινέζικων εργοστάσιων κυμαίνεται κάτω από το 75%, ποσοστό κατά τι χαμηλότερο από εκείνο στις ΗΠΑ. Το στοκ τους είναι σταθερό. Τα κέρδη των Κινέζων εξαγωγέων έχουν αυξηθεί πάνω από 10%. Επομένως, δεν υπάρχει πλεονάζουσα παραγωγική δυνατότητα. Πρόκειται για άλλη μια καταγγελία που χρησιμεύει ως δικαιολογία εκείνου που πραγματικά πονάει τις δυτικές άρχουσες τάξεις: την υπερ-ανταγωνιστικότητα που έχει επιτύχει η Κίνα μέσω του άριστου σχεδιασμού και των επενδύσεων της σε κορυφαία, αλλά φθηνή, παιδεία και κατάρτιση. Παρατηρώντας πώς μια εταιρεία στην Σενζέν μπορεί να δοκιμάσει τέσσερα πρωτότυπα με ελάχιστο κόστος και στο ένα δέκατο του χρόνου που απαιτείται στη Στουτγάρδη ή στο Ιλινόις για να δοκιμαστεί ένα μόνο πρωτότυπο, είναι ξεκάθαρο ότι η ανταγωνιστικότητα της Κίνας δεν οφείλεται στο «ντάμπινγκ» – στο ξεφόρτωμα προϊόντων κάτω του κόστους. Πρόκειται για άλλη μια ψευδή καταγγελία που βολεύει τους δυτικούς πολιτικούς καθώς πασχίζουν να αποκρύψουν από τους δικούς τους ψηφοφόρους ότι η Κίνα έχει αναπτύξει ένα μοναδικό δίκτυο κατασκευαστικής νοημοσύνης και δεξιοτήτων.
Η πέμπτη καταγγελία, και ίσως η πιο συνηθισμένη, είναι ότι οι Κινέζοι καταναλώνουν λιγότερο και αμείβονται λιγότερο. Ίσως. Αλλά σε σχέση με ποιον; Οι καταναλωτικές δαπάνες στην Κίνα έχουν αυξηθεί πολύ ταχύτερα απ’ ό,τι στις ασιατικές βιομηχανικές δυνάμεις που είναι σύμμαχοι της Δύσης, από την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα έως την Ινδονησία και τη Μαλαισία. Επιπλέον, όταν αυτές οι θαυματουργές οικονομίες της Νοτιοανατολικής Ασίας έφτασαν σε επίπεδο ανάπτυξης αντίστοιχο με αυτό της σημερινής Κίνας, έπεσαν στην παγίδα μιας απότομης επιβράδυνσης του ρυθμού αύξησης των καταναλωτικών δαπανών, κάτι που δεν παρατηρείται στην Κίνα. Ομοίως, οι κινεζικοί μισθοί έχουν αυξηθεί δραματικά. Πριν από δύο δεκαετίες, το ωριαίο κόστος εργασίας στην κινεζική μεταποίηση ήταν χαμηλότερο από εκείνο της Ινδίας. Από τότε, έχει οκταπλασιαστεί, ενώ της Ινδίας μόνο διπλασιάστηκε. Πράγματι, οι μισθοί στην Κίνα είναι πλέον υψηλότεροι από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη αναπτυσσόμενη χώρα.
Αυτές οι αλήθειες προκαλούν δυσφορία στους διαδρόμους της δυτικής εξουσίας. Η τεχνολογική υπεροχή της Κίνας απειλεί τις δυτικές πολυεθνικές που κάποτε ένιωθαν ανίκητες. Άλλες αναπτυσσόμενες χώρες στρέφονται πλέον προς την Κίνα για πιο αξιόπιστα, υψηλής ποιότητας και φθηνότερα προϊόντα. Αν και έχει μια λογική οι άρχουσες τάξεις της Δύσης να προβαίνουν σε ψευδείς καταγγελίες για να συγκαλύψουν την αποτυχία τους, οι μη κατέχοντες της Δύσης πρέπει να απορρίψουν αυτά τα ψέματα τα οποία ενισχύουν τους πολεμοκάπηλους που πολύ θα ήθελαν έναν καταστροφικό πόλεμο στον Ειρηνικό, τον οποίον θα «πουλήσουν» στους δυτικούς εργαζόμενους ως φυσιολογική κατάληξη κινεζικών πρακτικών που τους «έφαγαν το ψωμί μέσα από το στόμα».
Για αυτό έχει σημασία να γίνει κατανοητή απ’ όλους η αλήθεια: οι δυτικές εταιρείες δεν έπεσαν θύματα της Κίνας· απλώς «ξεπουλήθηκαν» στην Κίνα. Μετέφεραν θέσεις εργασίας εκεί για να αποδυναμώσουν τα συνδικάτα ενώ παραχώρησαν την πνευματική τους ιδιοκτησία για μια χούφτα δολάρια. Επί πλέον, ενώ ΗΠΑ, Βρετανία και Ευρωπαϊκή Ένωση ξόδευαν αμέτρητα τρισεκατομμύρια για να διασώζουν εγκληματίες τραπεζίτες και να διεξάγουν παράνομους πολέμους, η Κίνα επένδυε στην παιδεία, στα υπερσύγχρονα σιδηροδρομικά δίκτυα, σε λειτουργικά συστήματα υγείας, στην πράσινη ενέργεια, στα έξυπνα δίκτυα και κέντρα παραγωγής ικανά για έρευνα, ανάπτυξη και καινοτομία που οι δυτικές χώρες δεν μπορούν να ανταγωνιστούν.
Είναι καιρός η Δύση να σταματήσει να κατηγορεί την Κίνα για τις αποφάσεις των δικών της πολυεθνικών, της Γουόλ Στριτ και του πολιτικού της προσωπικού. Οι κυρώσεις κατά της Κίνας αποτελούν γελοίο υποκατάστατο της ανύπαρκτης βιομηχανικής πολιτικής στη Δύση. Ακόμη χειρότερα, οι τεμπέλικες σινοφοβικές αφηγήσεις, που διαδίδονται από τους ίδιους ανθρώπους που αιματοκυλούν τον Περσικό Κόλπο, ενδέχεται να προετοιμάζουν το έδαφος για μια ακόμη πιο παράλογη στρατιωτική αντιπαράθεση στον Ειρηνικό.
To άρθρο αποτελεί απόδοση από τα αγγλικά της μηνιαίας στήλης του Γ. Βαρουφάκη στο Project Syndicate.