Σιγά μην (τους) φταίει ο Πελεγρίνης…
Διαβάζεται σε 4'
Μόνο οι μικρομαγαζάτορες και καρεκλοκένταυρο ι(κάνουν ότι) δεν το βλέπουν και επιμένουν σε «αυτόνομες» πορείες και «διευρύνσεις» άνευ ουσίας, που οδηγούν με μαθηματική βεβαιότητα στο «Μητσοτάκης ξανά».
- 12 Μαρτίου 2026 08:26
Κάποτε το ΠΑΣΟΚ ήταν ένα σοβαρό-και, κυρίως, μεγάλο- κόμμα, που το σέβονταν όλοι, ακόμα και οι πιο σφοδροί επικριτές του. Από την εποχή αυτή έχουν περάσει καμιά δεκαπενταριά χρόνια και έκτοτε δεν μπορεί να σηκώσει κεφάλι.
Μετά την τελευταία εκλογική του νίκη (2009) έχει αλλάξει τρεις αρχηγούς(Βενιζέλος, Γεννηματά, Ανδρουλάκης), αλλά προκοπή δεν βλέπει. Εκτός αν είναι προκοπή το 12,79% των ευρωεκλογών του 2024 ή τα σημερινά δημοσκοπικά ποσοστά του, που κυμαίνονται από 10% έως 14% ανάλογα με το πώς μετρούν οι δημοσκόποι και οδηγούν την υπό τον Νίκο Ανδρουλάκη κομπανία να άδει «πάμε για νίκη με μια ψήφο διαφορά» (ελπίζουμε τη μουσική να γράψει ο διευρυνσίας, αειθαλής συνθέτης, Χρήστος Νικολόπουλος).
Προσπαθώντας να κάνει τη βελόνα να κουνηθεί, η κομπανία αυτή είπε να κάνει «διεύρυνση». Δηλαδή, να φωνάξει κάποιους παλιούς ΠΑΣΟΚους, που είχαν σκορπιστεί δεξιά κι αριστερά ή και άλλους, που δεν ήταν ΠΑΣΟΚ, για να φανεί ότι κάτι κάνει, έστω μαζεύει σπόρια. Αλλά τα έκαναν μπάχαλο, καθώς είτε ανακοινώθηκαν ονόματα που δεν ήθελαν να «διευρυνθούν» είτε άλλα που προκάλεσαν εσωκομματικές αντιδράσεις, όπως αυτό του καθηγητή και πρώην υφυπουργού του ΣΥΡΙΖΑ Θ.Πελεγρίνη.
Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι η εκ των υστέρων επικριτική στάση υψηλόβαθμων στελεχών, τα οποία αντέδρασαν μόλις είδαν τις λοιδοριστικές αναφορές σε φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης. Χαρακτηριστικά η Άννα Διαμαντοπούλου, ουσιαστικά Νο2 στο κόμμα με επιλογή Ανδρουλάκη, είπε: «Η διεύρυνση είναι δύσκολη πολιτική διαδικασία. Όσοι έφυγαν ή επιτέθηκαν στο ΠΑΣΟΚ, στις στιγμές που αυτό προσπαθούσε να σώσει τη χώρα, συχνά ξεπέρασαν τα όρια της πολιτικής ηθικής και της στάσης στην διαφωνία».
Η ίδια είχε φύγει από το ΠΑΣΟΚ στην πιο δύσκολη στιγμή του, λέγοντας ότι «δεν την εκφράζει» και γλυκοκοίταζε προς τη ΝΔ τασσόμενη υπέρ της αυτοδυναμίας της το 2019. Αυτή, προφανώς, ήταν «πολιτική ηθική».
Όμως, αυτά έχουν μικρή έως ελάχιστη σημασία για την πορεία του άλλοτε κραταιού αυτού κόμματος. Και η πορεία αυτή μοιραία οδηγεί είτε στη συνεχή απίσχνανση είτε στο ρόλο της τσόντας σε συγκυβέρνηση με τη ΝΔ. Διότι μπορεί ο κ. Ανδρουλάκης να λέει σήμερα ότι δεν θα συνεργαστεί με τη ΝΔ, με ή χωρίς Μητσοτάκη, αλλά αυτό δεν(θα) είναι στο χέρι του το βράδυ των εκλογών.
Το βράδυ εκείνο, αν ο καλός θεός του ΠΑΣΟΚ δεν βάλει το χέρι του και η ΝΔ του Μητσοτάκη πιάσει το 25%, ποσοστό που δίνει το μπόνους εδρών και την καθιστά σχεδόν απόλυτο ρυθμιστή των εξελίξεων, τότε το ΠΑΣΟΚ του Ανδρουλάκη δεν θα ξέρει πού θα πατά και πού θα πηγαίνει. Διότι η δεξιόστροφη τάση θα λέει «δεν θα αφήσουμε τη χώρα ακυβέρνητη»(άρα, συγκυβέρνηση με τη ΝΔ) και οι άλλοι θα(του) λένε «ηττηθήκαμε, φταις, φύγε». Και Κύριος οίδε αν, ελλείψει ισχυρού συνεκτικού ιστού, θα μείνει ένα ή θα σπάσει σε κομμάτια.
Όλα αυτά συμβαίνουν διότι όσοι συγκροτούν σήμερα τον πάλαι ποτέ προοδευτικό χώρο είτε δεν έχουν αίσθηση της πραγματικότητας είτε προτιμούν τα μικρομάγαζα, για να έχουν καρέκλες και δεν δίνουν δεκάρα για το αν έτσι λένε στον Μητσοτάκη και στη ΝΔ «περάστε ελεύθερα για την τρίτη θητεία σας». Οι μικρομαγαζάτορες του ΠΑΣΟΚ και του (πρώην ενιαίου) ΣΥΡΙΖΑ είτε λόγω πολιτική ευήθειας είτε λόγω στυγνών μικροκομματικών και προσωπικών φιλοδοξιών αδυνατούν να κάτσουν σε ένα τραπέζι, να συμφωνήσουν σε πέντε βασικά πράγματα που ενδιαφέρουν το 80% των ψηφοφόρων και να φτιάξουν μια ενιαία και μεγάλη παράταξη. Η οποία θα αμφισβητήσει την πρωτιά της ΝΔ, με ή χωρίς Μητσοτάκη και θα κάνει πράξη αυτό που η συντριπτική πλειονότητα ζητάει(πολιτική αλλαγή) και το δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις. Ιδού ένα παράδειγμα:
Μόνο οι μικρομαγαζάτορες και καρεκλοκένταυροι (κάνουν ότι) δεν το βλέπουν και επιμένουν σε «αυτόνομες» πορείες και «διευρύνσεις» άνευ ουσίας, που οδηγούν με μαθηματική βεβαιότητα στο «Μητσοτάκης ξανά».
Είναι αυτοί που ο στίχος του ποιητή αποκαλεί «μοιραίους και άβουλους αντάμα». Οι οποίοι, φυσικά, δεν «προσμένουν κάποιο θάμα». Απλώς περιμένουν να τους αποδοθεί ο τίτλος «Μοιραίοι»…