Είναι θέμα αυτογνωσίας

Snapshot from the City Hall of Thessaloniki, on May 13, 2015. /     ,  13  2015.
Snapshot from the City Hall of Thessaloniki, on May 13, 2015. / , 13 2015. KONSTANTINOS TSAKALIDIS / SOOC

Αν κάτι 'θετικό' προέκυψε το τελευταίο -εν πολλοίς- καταστροφικό επτάμηνο είναι η αρχή του τέλους των ψευδαισθήσεων για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας

«Δημαγωγούντες εκάστοτε τον ελληνικόν λαόν και καπηλευόμενοι τον πατριωτισμόν, διά να παραστήσωμεν εις αυτόν ότι είναι λαός περιούσιος [...] καταντήσαμεν να πείσωμεν αυτόν ότι εις τον αγώνα του πολιτισμού και εις τον αγώνα της προόδου και εις τον αγώνα της αμίλλης δεν έχει ανάγκην, όπως επικρατήση, να μεταχειρισθή τα ίδια όπλα τα οποία μεταχειρίζονται οι άλλοι λαοί. [...] Πάντα ταύτα κατορθώσαμεν να πείσωμεν τον λαόν ότι ήσαν περιττά. Συγχρόνως αφήσαμεν αυτόν να επαναπαύεται ότι, εάν του λείψουν όλα τα άλλα εφόδια, δύναται όμως, κρατών επάνω εις τον δίσκον της επαιτείας τας παρελθούσας δόξας του, να προσέρχεται εκάστοτε προς τους ισχυρούς εκείνους, οι οποίοι κατ’ άλλον τρόπον εργασθέντες εγένοντο ισχυροί, διά να ζητή υπέρ εαυτού ως επαιτείαν, επί τη βάσει των παλαιών περγαμηνών του, όπως υπερασπίζη τα δίκαιά του». Ελευθέριος Βενιζέλος

Εργάζομαι σε ένα από τα καλύτερα νοσοκομεία της χώρας, ίσως και από τα πλέον διακεκριμένα στο είδος του ακόμα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αποτελεί -ακόμα και μέσα στην κρίση- ένα ευχάριστο και παραγωγικό εργασιακό περιβάλλον για το ιατρικό, νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό του και κυρίως -γιατί αυτή είναι η αποστολή του- ένα υψηλής εξειδίκευσης νοσηλευτικό ίδρυμα, όπου οι ασθενείς μπορούν -κατά το μάλλον ή ήττον- να απολάβουν ιατρο-νοσηλευτική φροντίδα επιπέδου σε συνθήκες αξιοπρέπειας και σεβασμού της προσωπικότητάς τους. Τα προβλήματα και οι δυσλειτουργίες δε λείπουν και είναι σαφές ότι επιτάθηκαν την τελευταία εξαετία. Πολλά πράγματα χρήζουν αναδιοργάνωσης και επαναπροσδιορισμού, προσαρμογές στις διαμορφωθείσες συνθήκες απαιτούνται, πολλά μπορούν να γίνουν καλύτερα, αλλά πολλά μπορούν να γίνουν και χειρότερα. ...Πολύ χειρότερα.

Το τελευταίο λοιπόν επτάμηνο -και όχι μόνον- έχω κάνει δεκάδες φορές πάνω-κάτω την ακόλουθη συζήτηση. Συνήθως βραδυνές ώρες, στην ανάπαυλα μιας εφημερίας μου ανοίγει την κουβέντα π.χ. ένας τραυματιοφορέας.

-Τι έγινε γιατρέ; Τι κάνουμε; Πώς τα βλέπεις τα πράγματα;

-Τι να σου πω, ρε συ, δύσκολα μου φαίνονται. Νομίζω ότι δεν πάμε και πολύ καλά.

-Έλα μωρέ γιατρέ, πάντα απαισιόδοξος είσαι. Θα στρώσουν τα πράγματα, θα δεις. Έχουν αναλάβει νέοι άνθρωποι, άφθαρτοι, χωρίς εξαρτήσεις και το παλεύουν, διαπραγματεύονται σκληρά, κάτι καλύτερο θα πετύχουν, κάτι παραπάνω θα αναγκασθούν να μας δώσουν κι αυτοί οι Ευρωπαίοι και οι παλιο-γερμαναράδες που μας έχουν λιώσει τόσα χρόνια.

-Φαίνεται ότι παλεύουν, δε λέω, αλλά το καθυστερούν πολύ, δεν μπαίνουν στην ουσία, πετούν τη μπάλα συνεχώς στην εξέδρα, ο χρόνος δεν είναι υπέρ μας, κυλάει εναντίον μας. Έχει εγκατασταθεί μια αβεβαιότητα, που παραλύει τα πάντα στην πιάτσα, ο κόσμος μαζεύει τα λεφτά στα σεντούκια και τις ντιβανοκασέλες και νομίζω ότι στο τέλος θα βρεθούμε με την πλάτη στον τοίχο και θα αναγκασθούμε να υπογράψουμε πολύ χειρότερα πράγματα για να μη σκάσουν οι τράπεζες και τα χάσουμε όλα.

-Τελικά, σ' αρέσει να κάνεις πάντα την Κασσάνδρα.

-Έχει γίνει ξέρεις μια παρεξήγηση χιλιετιών εδώ, της έρμης της Κασσάνδρας ο χρησμός ήταν ...σωστός. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν την άκουσαν...

Μέχρι εδώ καλά. Κατανοώ την εσωτερική ανάγκη κάθε ανθρώπου να υιοθετεί μια αισιόδοξη προοπτική, να βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο, να δικαιολογεί -στο κάτω-κάτω της γραφής- τις επιλογές του στον εαυτό του. Δεν είναι θέμα ισχυρογνωμοσύνης, είναι θέμα ψυχικής ηρεμίας. Αλλά η ατάκα που ακολουθούσε ήταν αυτή που με ξεπερνούσε και με μπλόκαρε εντελώς. Προηγείτο συνήθως ένα φιλικό, συγκαταβατικό χτύπημα στην πλάτη μου και...:

-Και δηλαδή, ρε γιατρέ, τι άλλο χειρότερο, απ' όσα έχουμε πάθει, μπορούμε να πάθουμε δηλαδή;

Προσέξτε. Εδώ, δε μιλάει ένας άνεργος με οικογένεια να θρέψει και τον κόσμο του όλο να έχει καταρρεύσει (και υπάρχουν χιλιάδες τέτοιοι), δε μιλάει ένας νέος με σπουδές, μεταπτυχιακά, διδακτορικά και τους δρόμους όλους κλειστούς μπροστά του με επιλογές μόνο την κατάθλιψη της αεργίας ή το ξερίζωμα της μετανάστευσης (άλλες πολλές χιλιάδες), ούτε ένας απόμαχος της δουλειάς με 300 ευρώ σύνταξη και δυο άνεργα παιδιά να μαραζώνουν (επίσης πολλές χιλιάδες). Εδώ μιλάει ένας 45άρης εργαζόμενος με μειωμένο μεν τα τελευταία χρόνια, αλλά ακόμη αξιοπρεπέστατο οικογενειακό εισόδημα (συχνά με σύζυγο επίσης εργαζόμενη στο νοσοκομείο), που δουλεύοντας με εργατικότητα και φιλοτιμία σε μια δουλειά που μόνο αυτά απαιτεί, ζει με σχετική άνεση -στην παρούσα εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία- την οικογένεια του. Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος, που δουλεύοντας σε ένα τεταρτοβάθμιο νοσοκομείο εξαρτάται απολύτως από τη στοιχειώδη ευστάθεια του οικονομικού συστήματος της χώρας και που λόγω ηλικίας και δεξιοτήτων δεν έχει -τις περισσότερες φορές- την επιλογή να εργασθεί κάπου αλλού ή στο εξωτερικό, θεωρούσε και πιθανώς θεωρεί ακόμη ότι ΟΧΙ, δεν έχω τίποτα να χάσω, έχω μόνο να κερδίσω, γιατί αυτό δικαιούμαι. Και ότι για να συμβεί αυτό, αρκεί απλώς να το επιθυμώ, ή έστω να αναθέσω σε κάποιον επαρκώς νέο ή επαρκώς ...τσαμπουκαλή να το διεκδικήσει για λογαριασμό μου.

Έχω την εντύπωση ότι το βασικό μας πρόβλημα ως μεμονωμένων πολιτών, ως κοινωνίας, ως πολιτικού συστήματος και εν τέλει ως έθνους-κράτους είναι η έλλειψη επαρκούς αυτογνωσίας. Η ανεπαρκής ενδοσκόπηση και η ατελής εν-αισθησία βρίσκονται στη ρίζα της συλλογικής μας «κακοδαιμονίας». Χωρίς μελέτη του εαυτού σου, χωρίς  ανασκόπηση της διαδρομής και των επιλογών σου, χωρίς  αποτίμηση των αδυναμιών και των μειονεκτημάτων σου, χωρίς συνειδητοποίηση των πραγματικών (και όχι θεωρητικών) συγκριτικών σου πλεονεκτημάτων είναι αδύνατον να σταθμίσεις σωστά την πραγματικότητα που αντιμετωπίζεις, το εύρος, την πολυπλοκότητα και την ιεράρχηση των προβλημάτων που καλείσαι να επιλύσεις, τους συσχετισμούς δυνάμεων που πρέπει να λάβεις υπόψιν σου, τις συμμαχίες που πρέπει να χτίσεις. Δεν ξέρεις, με δυο λόγια που πατάς και που πηγαίνεις.

Ο βίαιος (και νομοτελειακός) τερματισμός μιας στηριγμένης στον κρατικό υπερδανεισμό ψευδαισθητικής ευημερίας επέτεινε τη σύγχυση που προκαλούσε η ελλιπής αυτογνωσία. Τυφλή οργή, ακατάσχετη συνωμοσιολογία, μετάθεση ευθυνών επικράτησαν εύκολα της ψύχραιμης ανάλυσης, της ειλικρινούς αυτοκριτικής, του ορθολογικού σχεδιασμού της ανάκαμψης. Δαιμονοποιήθηκε το -όντως τοξικό- φάρμακο των μνημονίων και αγνοήθηκε η παθοφυσιολογία της ασθένειας. Ακατέργαστα ερμηνευτικά σχήματα, σκουριασμένες ιδεοληψίες, και υστερόβουλη δημαγωγία («λεφτά υπάρχουν», «Ζάππεια», και το κορυφαίο όλων «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης») έδωσαν τον τόνο και καταλήξαμε γρήγορα να κατηγορούμε ο ένας τον άλλο και όλοι μαζί τους «δανειστές» σε ένα φαύλο κύκλο διχόνοιας, στασιμότητας και μιζέριας. Υποκύψαμε (για μια ακόμη φορά) στη σαγήνη της αυτο-θυματοποίησης (με την Ελλάδα πάντα στον ρόλο του αθώου θύματος και τον κόσμο ολάκερο πάντα να μας επιβουλεύεται και να μας καταδιώκει). Αρνούμενοι την ενδοσκόπηση και την ειλικρινή αυτοκριτική, μπορεί να ησυχάσαμε τη «συνείδησή» μας -όταν για όλα φταίει πάντα κάποιος άλλος, η συνείδησή σου είναι «ήσυχη»-, αλλά βυθιστήκαμε στο έλος της αδράνειας και της μοιρολατρείας.

Αν κάτι «θετικό» προέκυψε το τελευταίο -εν πολλοίς- καταστροφικό επτάμηνο είναι η αρχή του τέλους των ψευδαισθήσεων για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Η σύγκρουση -γιατί περί συγκρούσεως πρόκειται και όχι περί «προσγείωσης»- με την πραγματικότητα ενός ερασιτεχνικού και παιδαριώδους βολονταρισμού που προηγήθηκε ίσως αποτελέσει την αρχή της ωρίμανσης που φέρνει η αυτογνωσία. Εδώ που φθάσαμε δεν χωρούν άλλα ψευδοδιλήμματα (μνημόνιο-αντιμνημόνιο, παλιό-νέο, «ασυμβίβαστοι»-«συμβιβασμένοι», «πατριώτες»-«εθελόδουλοι»). Απαιτείται -και το αντιλαμβάνεται πλέον μια όλο και διευρυνόμενη πλειοψηφία- στοιχειώδης συνεργασία, συν-αντίληψη και συναίνεση για να κατορθώσουμε να ανασυνταχθούμε και αφού σκάψουμε βαθειά -και μέσα μας-να θεμελιώσουμε σε στέρεο έδαφος τις ορίζουσες μιας πραγματικής ανάπτυξης στηριγμένης στις υπαρκτές μας δυνατότητες και τα ρεαλιστικά συγκριτικά μας πλεονεκτήματα. Ειδάλλως, ούτε αυτές οι εκλογές, όπως και οι προηγούμενες, δεν θα δώσουν κάποια διέξοδο και θα καταλήξουμε σε ακόμη χειρότερη κατάσταση σε νέες κάλπες (φαίνεται ότι στο να κάνουμε εκλογές είμαστε μάλλον ασυναγώνιστοι παγκοσμίως) πολύ σύντομα. Για να συνεννοηθούμε, όμως, και να εξεύρουμε κοινούς τόπους και ελάχιστους κοινούς παρονομαστές χρειάζεται να μελετήσουμε λιγότερο επιδερμικά τον εαυτό μας.  Η κατανόηση του άλλου προαπαιτεί γνώση εαυτού. Άλλως, δε γίνεται.

Πριν από την προσέλευση στο παραβάν είναι, νομίζω, απαραίτητο κάθε πολίτης να σταθεί λίγη ώρα μπροστά στον καθρέφτη του.

Αν κατορθώσει να δει πίσω από την επιφάνεια του ειδώλου του είναι μάλλον πιο πιθανό να αποφύγει -αυτή η φορά- την επιλογή  της εύπεπτης δημαγωγίας, της ψευδομεσσιανικής αλαζονείας, της νομοτελειακής αυτο-αναίρεσης.

Καλό βόλι!

* Ο Σταμάτης Κυρζόπουλος είναι ιατρός καρδιολόγος, στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο και συγγραφέας του βιβλίου  "Μονόδρομοι και αδιέξοδα: Πολιτών υπέρβαση". Εκτός από το News247 αναλύει και εκφράζει τις σκέψεις του μέσα από το προσωπικό του blog sxoliopoliti.blogspot.gr

SHARE:

24Media Network