Το Ιράν και η Αριστερά
Διαβάζεται σε 12'
Οι γυναίκες του Ιράν δεν βοηθιούνται με βόμβες που τους ρίχνουν F-35. Το πρώτο μέλημα πρέπει να είναι να τελειώσουν οι βομβαρδισμοί και μετά ο ιρανικός λαός να αποφασίσει.
- 22 Μαρτίου 2026 07:42
Άλλη μια φορά, η Αριστερά βρίσκεται αντιμέτωπη με το καθήκον να καταδικάσει έναν εγκληματικό πόλεμο που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ κι οι σύμμαχοί τους εναντίον χώρας της οποίας στην κυβέρνηση εναντιωνόμαστε. Είναι ψυχοφθόρο αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή, χρόνια τώρα.
Μιλώντας προσωπικά: Το 1999, έχοντας προηγουμένως αποδοκιμάσει την κυβέρνηση του Μιλόσεβιτς, καταδίκασα τους ΝΑΤΟϊκούς βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας. Το 2003, μετά από δύο δεκαετίες διαδηλώσεων εναντίον του Σαντάμ Χουσεΐν, καταδίκαζα την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ. Το 2011, αν και αηδιασμένος με την κυβέρνηση Καντάφι, καταδίκασα τον βομβαρδισμό της Λιβύης που μετέτρεψε την χώρα σε κρανίου τόπο τον οποίον νέμονται πολέμαρχοι χειρότεροι από τον Καντάφι. Πέρυσι, έχοντας χαρακτηρίσει αδίστακτο δικτάτορα τον Μπασάρ αλ-Άσαντ, καταδίκαζα τον εξανδραποδισμό της Συρίας και την παράδοση της σε πρώην στέλεχος της Αλ Κάιντα, με τις ευλογίες ΗΠΑ και Ισραήλ. Και τώρα, έχοντας στηρίξει όσο μπορούσα το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», ιδίως μετά τη δολοφονία της Μαχσά Αμίνι από την αστυνομία, και έχοντας εναντιωθεί στον φονταμενταλισμό των κυβερνώντων, γράφω αυτές τις γραμμές για να καταδικάσω, με όλη μου τη δύναμη, το αμερικανο-ισραηλινό σχέδιο για την καταστροφή του Ιράν.
Δεν είναι ουδετερότητα αυτό. Δεν υιοθετώ στάση ίσων αποστάσεων. Καθήκον της Αριστεράς στις δυτικές χώρες είναι ακριβώς αυτό:. Όταν η συμμορία που κυβερνά τη δική μας γειτονιά εξαπολύει απρόκλητη επίθεση εναντίον μιας μακρινής συμμορίας, σκοτώνοντας αθώους, αρνούμαστε να παραμείνουμε ουδέτεροι. Αναγνωρίζουμε ότι το υπέρτατο καθήκον μας να σταματήσουμε τη δική μας συμμορία: επειδή είναι δικοί μας είναι οι φόροι που χρηματοδοτούν τις βόμβες τους, δική μας η σιωπή που τις νομιμοποιεί, δικές μας οι κυβερνήσεις που σκοτώνουν, στο δικό μας όνομα.
Ας ρίξουμε λοιπόν μια ματιά στη δική μας συμμορία. Το δυτικό αφήγημα ότι ΗΠΑ και Ευρώπη νοιάζονται για τη δημοκρατία, τη σταθερότητα και την ομαλότητα στο Ιράν είναι για γέλια και για κλάματα. Οι ρίζες της μεταπολεμικής τραγωδίας του Ιράν βρίσκονται στο αγγλοαμερικανικό πραξικόπημα του 1953 το οποίο ανέτρεψε βίαια τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του Μοχάμαντ Μοσαντέγκ, επειδή είχε το θράσος να θέλει το ιρανικό πετρέλαιο για τον ιρανικό λαό. Τότε ήταν που ΗΠΑ και Βρετανία έχασαν κάθε ηθικό δικαίωμα να μιλάνε περί δημοκρατίας στο Ιράν επιβάλλοντας την στυγνή δικτατορία του Σάχη — ενός διεφθαρμένου, κτηνώδους σατράπη που διοικούσε το Ιράν ως φέουδο των ξένων πολυεθνικών, ελέω της ιδρυθείσας από την CIA Σαβάκ, της μυστικής αστυνομίας που έγινε συνώνυμη των βασανιστηρίων. Για 26 χρόνια, οι κυβερνήσεις ΗΠΑ, Βρετανίας και της τότε ΕΟΚ έκαναν ό,τι μπορούσαν για να στερήσουν από τους Ιρανούς κάθε ίχνος δημοκρατίας. Εκείνη η κατάσταση πυροδότησε το 1979 την επανάσταση που ανέτρεψε τον Σάχη.
Η επανάσταση του 1979 ήταν ευρεία, συμπεριληπτική εξέγερση που, αρχικά, κινητοποίησε όχι μόνο ισλαμιστές αλλά και φιλελεύθερους, σοσιαλιστές και κομμουνιστές. Εκείνο που τα κοσμικά κινήματα που στήριζαν τον Αγιατολάχ Χομεϊνί, και χαιρέτησαν την επιστροφή του από την εξορία στο Παρίσι, δεν είχαν συνειδητοποιήσει ήταν ότι η Ουάσιγκτον, μόλις κατάλαβε ότι η επανάσταση θα πετύχαινε, συμμάχησε με τις πιο θεοκρατικές, ισλαμιστικές φατρίες. Ποια ήταν η πρώτη βαρβαρότητα του νέου καθεστώτος; Η σύλληψη κι η συνοπτική εκτέλεση της ηγεσίας του Τουντέχ, του μεγάλου κομμουνιστικού κόμματος που είχε στηρίξει τον Χομεϊνί! Η λυκοφιλία εκείνη μεταξύ της Ουάσιγκτον και των ακραίων ισλαμιστών στην Τεχεράνη, που συνέπεσε με την κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου, θα πρέπει να δώσει τροφή για σκέψη σ΄όσους αριστερούς σήμερα ζουν με την ψευδαίσθηση ότι η Ισλαμική Δημοκρατία είναι κοντά στην αντιιμπεριαλιστική ατζέντα και τις αξίες της Αριστεράς.
Υπάρχει, φυσικά, σοβαρός λόγος για τον οποίο ήταν αρκετά εύκολο για τους αριστερούς στη Δύση να παρασυρθούν από τα αντιιμπεριαλιστικά, πιο φιλο-λαϊκά στοιχεία της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Η κυβέρνηση Χομεϊνί, από τη μία πλευρά, υιοθέτησε αντιιμπεριαλιστική ρητορική ως μέρος του γενικού της σχεδίου για την αναβίωση μιας φανταστικής ισλαμικής Χρυσής Εποχής, ενώ, από την άλλη, συνέτριβε την Αριστερά και το απελευθερωτικό της πρόγραμμα.
Η σύγχυση εντάθηκε ενόψει της σοβαρότερης αρετής της Ισλαμικής Δημοκρατίας: Σε έντονη αντίθεση με τις σουνιτικές πλουτοκρατίες, το σιιτικό κίνημα υπό την ηγεσία του Χομεϊνί επέδειξε ευαισθησία απέναντι στους φτωχούς και τους κατατρεγμένους του μουσουλμανικού κόσμου, η οποία ευαισθησία περιλάμβανε – αρχικά – όχι μόνο πολιτικές αναδιανομής του εισοδήματος και πρωτοβουλίες κατά της διαφθοράς, αλλά και πραγματική υποστήριξη προς τους Παλαιστίνιους – τους οποίους όλα τα αραβικά καθεστώτα είχαν εγκαταλείψει. Έτσι η Τεχεράνη αποτέλεσε πηγή μιας κάποιας ελπίδας.
Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτό οδήγησε σε ισχυρή αντιπαράθεση με τους σουνίτες γείτονες της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Το 1980, με την παρότρυνση της Ουάσιγκτον και τη χρηματοδότηση κυρίως του Κουβέιτ, αλλά και της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, ο Σαντάμ Χουσεΐν εισέβαλε στο Ιράν. Αν έχετε αμφιβολίες ότι ο Σαντάμ ήταν μαριονέτα των ΗΠΑ, θυμηθείτε τι συνέβη όταν ιρακινό μαχητικό αεροσκάφος εκτόξευσε πυραύλους Exocet κατά του USS Stark, σκοτώνοντας 37 Αμερικανούς ναύτες και τραυματίζοντας 21: ο Πρόεδρος Ρέιγκαν δήλωσε ότι «ο κακός της υπόθεσης είναι το Ιράν», ενώ Αμερικανοί διπλωμάτες πέταξαν στη Βαγδάτη για να δώσουν άφεση αμαρτιών στον Σαντάμ. Λίγο αργότερα, ο Σαντάμ θα χρησιμοποιούσε χημικά όπλα σε κουρδικά χωριά του Ιράκ, επιθέσεις για τις οποίες οι ΗΠΑ γνώριζαν και στις οποίες ήταν συνένοχες. Χρόνια αργότερα, μετά την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, κυκλοφορούσε ένα ανέκδοτο στην Ουάσιγκτον: «Πώς ξέρετε ότι ο Σαντάμ είχε χημικά όπλα;», ρωτήθηκε ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου. «Κρατήσαμε τις αποδείξεις», απάντησε.
Τα αντιιμπεριαλιστικά διαπιστευτήρια της Τεχεράνης ενισχύθηκαν επίσης από την εισβολή του Ισραήλ στο Λίβανο το 1982, η οποία οδήγησε στη γέννηση κινήματος αντίστασης και κοινωνικής αλληλεγγύης που χρηματοδοτήθηκε από το Ιράν: της Χεζμπολάχ. Αυτό επέτρεψε στο ιρανικό καθεστώς να παρουσιαστεί ως η μόνη περιφερειακή δύναμη πρόθυμη και ικανή να προστατεύσει τους Άραβες, και ειδικά τους Παλαιστίνιους, από την ισραηλινή βία — παρέχοντας παράλληλα βασικές κοινωνικές υπηρεσίες στους φτωχούς. Επιπλέον, καθώς μετά το Κραχ του 2008 η ανισότητα έφτανε σε πρωτοφανή ύψη στην περιοχή, ειδικά μετά τη μαζική αύξηση του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού παγκοσμίως, η απήχηση του Ιράν στις μάζες αυξήθηκε. Φυσικά, τα γειτονικά κράτη του Κόλπου ανησύχησαν ακόμα περισσότερο κι έτσι ένωσαν τις δυνάμεις τους με τις ΗΠΑ για να «περιορίσουν» το Ιράν.
To1991, μια δυτική «ενδοοικογενειακή» διαμάχη οδήγησε τις ΗΠΑ να εισβάλουν στο Ιράκ. Ο Σαντάμ ήταν εξοργισμένος που το Κουβέιτ, το οποίο κατόπιν εντολής της Ουάσιγκτον και των λοιπών πλουτοκρατών του Κόλπου του είχε δανείσει μεγάλο μέρος των χρημάτων για να διεξάγει τον οκταετή πόλεμο εναντίον του Ιράν, ζητούσε πίσω τα δανεικά — και, την ίδια στιγμή, αύξανε την παραγωγή πετρελαίου του σε τέτοιο βαθμό που τα έσοδα του ίδιου του Ιράκ μειώνονταν. Τότε, ο Σαντάμ, είτε παραπλανημένος από τους Αμερικανούς είτε επειδή τους παρεξήγησε, πίστευε ότι είχε την ευλογία τους να εισβάλει στο Κουβέιτ για να λύσει το «πρόβλημα». Ήταν το έναυσμα των ΗΠΑ να εισβάλουν στο Ιρακ, σε μια περίοδο που η Ουάσιγκτον έψαχνε διακαώς δικαιολογία (εντός του Κογκρέσου) να διατηρήσουν ψηλά τις πολεμικές δαπάνες, παρά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ.
Μόλις όμως τα αμερικανικά στρατεύματα πάτησαν τα «ιερά χώματα» της Αραβίας, ο σουνιτικός φονταμενταλισμός οδήγησε στη δημιουργία της Αλ Κάιντα, από στελέχη της CIA – και αργότερα στην τραγωδία των Δίδυμων Πύργων, την καταστροφική εισβολή του Μπους του Νεότερου στο Ιράκ, η οποία, με τη σειρά της, γέννησε την ISIS, άλλο ένα σουνιτικό τρομοκρατικό κίνημα. Εκείνες οι εξελίξεις έκαναν την Ισλαμική Δημοκρατία να φαντάζει μετριοπαθής και πηγή σταθερότητας στην περιοχή: μια χώρα που, ενώ ήταν πρόθυμη να υποστηρίξει τοπικά αντιστασιακά κινήματα (στην Παλαιστίνη, στον Λίβανο, την Υεμένη κλπ.), ποτέ δεν εισέβαλε σε άλλη χώρα – μια χώρα που αποδείχθηκε καθοριστική στον αγώνα κατά της Αλ Κάιντα και, ακόμη πιο πολύ, στην εξάλειψη της ISIS.
Με αυτή την προϊστορία της κατά νου, η Ισλαμική Δημοκρατία πρέπει να ιδωθεί ως ένα ισχυρό σύστημα εξουσίας που γεννήθηκε από κρίση δεκαετιών την οποία προκάλεσαν και συντήρησαν οι ΗΠΑ. Είναι όμως εξίσου σημαντικό να δούμε τις οικονομικές πολιτικές στο εσωτερικό της χώρας που παραβιάζουν κάθε αρχή και αξία της Αριστεράς. Πράγματι, ιδίως από τη δεκαετία του ’90, ένα πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων που θα ζήλευε κι η τρόικα βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη στο Ιράν. Όπως και στη Δύση, το αποτέλεσμα αυτού του ιδιάζοντα ισλαμικού νεοφιλελευθερισμού ήταν η σημαντική αύξηση της φτώχειας και της ανισότητας – και, άρα, της λαϊκής δυσαρέσκειας.
Ως γνωστόν, δύο παρατάξεις αντιμάχονται εντός του καθεστώτος: Οι μεταρρυθμιστές, που φιλοδοξούσαν να βρουν ξένες επενδύσεις και να εντάξουν τις εταιρείες που, μετά την ιδιωτικοποίησή τους, οι ίδιοι ελέγχουν, στην παγκόσμια αγορά (ιδίως την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Βρετανική). Κι ο συντηρητικοί, υπό την κυριαρχία των Φρουρών της Επανάστασης, που ήθελαν τις δικές τους ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις να επεκτείνονται στις περιφερειακές αγορές, όχι στη Δύση.
Ανεξάρτητα όμως από το ποια από τις δύο παρατάξεις κυριαρχούσαν στα υπουργεία της Τεχεράνης, οι νεοφιλελεύθερες απορρυθμίσεις και η κατάργηση των επιδομάτων για τα λαϊκά στρώματα συνέχισαν κανονικά, προκαλώντας αυθόρμητες λαϊκές εξεγέρσεις με αιτήματα κοινωνικής δικαιοσύνης. Μετά το Κραχ του 2008, όταν η Κίνα αναδείχθηκε ως σταθεροποιητική δύναμη σε παγκόσμια κλίμακα, οι συντηρητικοί στράφηκαν προς την Κίνα και τη Ρωσία, με την ελπίδα να παρακάμψουν τις αμερικανικές κυρώσεις και να μετριάσουν τις εντάσεις που είχε προκαλέσει ο ισλαμικός νεοφιλελευθερισμός. Κι αφού ο Πρόεδρος Τραμπ, μόλις ανέλαβε το 2017, έθεσε τέλος στο σχέδιο του Ομπάμα για την επανένταξη του Ιράν στους δυτικούς εμπορικούς και χρηματοοικονομικούς κύκλους, οι συντηρητικοί του καθεστώτος ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο σε σχέση με τους μεταρρυθμιστές.
Ας πάμε τώρα στο 2022, όταν η δολοφονία από την αστυνομία της 17χρονης Μαχσά Αμίνι, σουνίτισσας Κούρδισσας, πυροδότησε το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία». Οι δυτικοί σχολιαστές, υποκύπτοντας για άλλη μια φορά σε ευσεβείς πόθους, φαντάστηκαν ότι η εξέγερση εκείνη ήταν φιλοδυτική. Δεν ήταν! Αντίθετα, συνδύαζε τη δυσαρέσκεια που προκλήθηκε, αφενός, από την αυξανόμενη ανισότητα μετά την στροφή της ιρανικής οικονομίας προς έναν νεοφιλελευθερισμό με συντηρητικά ισλαμικά χαρακτηριστικά και, αφετέρου, από τις εθνοτικές εντάσεις — ειδικά το κίνημα των Κούρδων.
Η εξέγερση εκείνη καταστάλθηκε όχι μόνο με τη βία, αλλά, κυρίως, με την επίκληση του φόβου για τη διάλυση της χώρας — της προοπτικής το Ιράν να μετατραπεί σε μια νέα Συρία ή μια νέα Λιβύη, κάτι που ο Μπένγιαμιν Νετανιάχου επιδιώκει διακαώς και προσπαθεί εδώ και χρόνια να προσεταιριστεί τις ΗΠΑ για να το επιτύχει. Γι’ αυτό το καθεστώς εξακολουθεί να απολαμβάνει τη συνεχή στήριξη μεγάλου τμήματος του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων και πολλών αντιφρονούντων: μπορεί πολλοί να ελπίζουν και να προσεύχονται για το τέλος της Ισλαμικής Δημοκρατίας, αλλά φοβούνται περισσότερο από το κάθε τι τη διάλυση του Ιράν. Έχοντας πλήρη επίγνωση ότι Τραμπ και Νετανιάχου και δεν μπορούν και δεν θέλουν να φέρουν σταθερότητα και δημοκρατία στο Ιράν, οι αμερικανο-ισραηλινές βόμβες που τους σκοτώνουν και τους ακρωτηριάζουν έχουν ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη ανοχή του τρέχοντος καθεστώτος — ακόμη και από τους αντιπάλους του.
Κι έτσι, φτάσαμε στην σημερινή συγκυρία:: ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, γιος του δολοφονημένου Αλί Χαμενεΐ, είναι πλέον ο νέος ανώτατος ηγέτης του Ιράν. Αμερικανικά και ισραηλινά όπλα σκότωσαν τον πατέρα του, τη μητέρα του, τη σύζυγό του, την αδελφή του και, κατά πάσα πιθανότητα, έναν από τους γιους του. Το καθεστώς μπορεί να είναι βίαιο, αντιδημοφιλές σε μεγάλα τμήματα της νεολαίας, και οικονομικά σκληρωτικό. Είναι όμως και προϊόν 70 χρόνων δυτικής βίας και αλαζονείας. Δεν πρόκειται να ανατραπεί με τις βόμβες. Δεν θα οδηγηθεί στη μετριοπάθεια μέσω κυρώσεων. Τι πρέπει λοιπόν, σ’ αυτό το πλαίσιο, να κάνει και να πει η Αριστερά;
Πρέπει, προτείνω, να ξεκινήσουμε απαντώντας στους φιλελεύθερους ιμπεριαλιστές που μας ρωτούν: «Κι οι γυναίκες; Η ελευθερία;» Σ’ αυτούς απαντώ το εξής: Οι γυναίκες του Ιράν δεν βοηθιούνται με βόμβες που τους ρίχνουν F-35. Ο δρόμος προς το «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» δεν περνάει από τα αναδύοντα καπνούς ερείπια της Τεχεράνης. Περνάει από την ήττα των ίδιων των δυτικών δυνάμεων που πάσχιζαν 70 χρόνια, σκοτώνοντας και συνωμοτώντας, να εξασφαλίσουν ότι το Ιράν δεν θα γνωρίσει ποτέ τη δημοκρατία. Ο λαός του Ιράν πρέπει πρώτα να απελευθερωθεί από τα δεσμά της φριχτής επιλογής μεταξύ του τρέχοντος καθεστώτος κι ενός πεπρωμένου χειρότερου από το Ιράκ, τη Λιβύη και τη Συρία μαζί.
Καθήκον μας, ως αριστεροί που ζούμε στη Δύση, είναι να πιέσουμε τις κυβερνήσεις μας να σταματήσουν τους βομβαρδισμούς. Να τερματίσουν τις κυρώσεις που κάνουν τους φτωχούς να λιμοκτονούν και τους λαθρέμπορους του καθεστώτος να πλουτίζουν. Να εξουδετερώσουμε την Οργουελιανή προπαγάνδα που μας πιπιλάει το μυαλό ότι ο πόλεμος ίσον ειρήνη και η κατοχή ίσον ελευθερία. Τότε, και μόνο τότε, ο ιρανικός λαός, ασκώντας τη δική του δύναμη, θα μπορέσει να ανακτήσει το μέλλον του τόσο από τους θεοκράτες όσο και από τους ιμπεριαλιστές που τους υποστηρίζουν.
Το άρθρο αποτελεί απόδοση από τα αγγλικά της μηνιαίας στήλης του Γιάνη Βαρουφάκη στο Unherd.com.