Ρεμπέτικο και μαστίχα υπό τη σκέπη της UNESCO

Ρεμπέτικο και μαστίχα υπό τη σκέπη της UNESCO

Η UNESCO αναγνώρισε ότι τα μαστιχοχώρια αποτελούν ξεχωριστό πολιτισμικό στοιχείο. Στο Εθνικό Ευρετήριο πρόσφατα μπήκε και το ρεμπέτικο, η υποψηφιότητα του οποίου θα αξιολογηθεί το 2017

Οταν αναφέρουμε τον όρο πολιτιστική κληρονομιά, στον νου μας έρχεται ένα έργο τέχνης με υλική υπόσταση. Υπάρχει όμως και η άυλη πολιτιστική κληρονομιά: πρακτικές, αναπαραστάσεις, εκφράσεις, γνώσεις, μύθοι, έθιμα, προφορικές παραδόσεις, χοροί, παραμύθια, λαϊκό θέατρο, παραδοσιακές καλλιέργειες, η εθνοβοτανική γνώση, λαϊκές αντιλήψεις για τη μετεωρολογία, η υφαντική, η αγγειοπλαστική και η ξυλοναυπηγική.

Η άυλη πολιτιστική κληρονομιά, σε αντίθεση με την υλική, είναι ένας ανανεώσιμος πολιτιστικός πόρος. Οσο περισσότεροι μετέχουν, τόσο αυτή ανθεί. Οσο περισσότεροι ασκούν μια παραδοσιακή τέχνη, συμμετέχουν σε μια μουσική ή χορευτική παράδοση, τόσο διασφαλίζεται η συνέχειά της,εξηγεί η κ. Σταυρούλα – Βίλλυ Φωτοπούλου, διευθύντρια Νεότερου Πολιτιστικού Αποθέματος και Αϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς του υπουργείου Πολιτισμού, μιλώντας στην Καθημερινή της Κυριακής.

Η ανάδειξη του λαϊκού πολιτισμού και η τεχνογνωσία που συνδέεται με την παραγωγή στις παραδοσιακές κοινωνίες ήταν ένα κεφάλαιο που απασχολούσε χρόνια την UNESCO, αλλά φτάσαμε στις αρχές του 2000 να μιλήσουμε για τον Κατάλογο της Σύμβασης για την Αϋλη Πολιτιστική Κληρονομιά. Σήμερα, είμαστε υπερήφανοι γιατί εκτός από τη μεσογειακή διατροφή εγγράφηκε η μαστιχοκαλλιέργεια στη Χίο, η τηνιακή μαρμαροτεχνία, ενώ στο Εθνικό Ευρετήριο πρόσφατα μπήκε και το ρεμπέτικο, η υποψηφιότητα του οποίου θα αξιολογηθεί το 2017.

Η έννοια της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία για πρώτη φορά το 2002, στο νόμο «Για την Προστασία των Αρχαιοτήτων». Ομως η χώρα κύρωσε τη σύμβαση για την προστασία της, το 2006. Αλλά και πάλι, η ελληνική πλευρά φάνηκε έτοιμη μόλις το 2010, όταν εγγράφηκε στον αντιπροσωπευτικό κατάλογό της η μεσογειακή διατροφή με πρωτοβουλία της Ισπανίας. Στον φάκελο υποψηφιότητας ακολούθησαν Ιταλία, Μαρόκο και Ελλάδα και το 2013 προστέθηκαν οι Κύπρος, Κροατία και Πορτογαλία.

Με διευθύντρια τότε την κ. Τέτη Χατζηνικολάου, το ΥΠΠΟ προσπαθούσε να συντονίσει και να ευαισθητοποιήσει την ελληνική πλευρά με τη βοήθεια των Γιάννη Ν. Δρίνη, Παναγιώτας Ανδριανοπούλου, Μαρίας Φακιολά, Μαρίας Σερέτη κ.ά. «Νιώθαμε πως η ανθρωπολογική θεωρία και η λαογραφία επιτέλους δικαιώνονται. Ηταν η πρώτη σύμβαση που δεν αφορούσε το τέλος μιας διαδικασίας, αλλά την ίδια τη διαδικασία» λέει η κ. Φωτοπούλου.

Τα ελληνικά βήματα

Η πρώτη ουσιαστική ελληνική εγγραφή στους σχετικούς Διεθνείς Καταλόγους, υπήρξε η τεχνογνωσία της μαστιχοκαλλιέργειας στη Χίο το 2014. «Ηταν ένα στοίχημα, αφού έπρεπε να φτιάξουμε τον φάκελο μόνοι μας. Βασιστήκαμε σε μεγάλο βαθμό στην έρευνα που είχε κάνει το Πολιτιστικό Ιδρυμα Ομίλου Πειραιώς. Επρεπε να αποδείξουμε ότι γύρω από τη μαστιχοκαλλιέργεια δομείται ένα ολόκληρο σύμπαν κοινωνικών σχέσεων». Η UNESCO αναγνώρισε ότι τα μαστιχοχώρια αποτελούν ξεχωριστό πολιτισμικό στοιχείο και η ελληνική πλευρά συνειδητοποίησε ότι η Σύμβαση είναι πολύτιμο εργαλείο για τη διαχείριση του λαϊκού μας πολιτισμού.

Ο φάκελος της τηνιακής μαρμαροτεχνίας ήταν το επόμενο βήμα. Τώρα στο Εθνικό Ευρετήριο Αϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς υποψήφιο είναι το εορταστικό έθιμο των Μωμόερων, ποντιακής καταγωγής από επτά χωριά της περιοχής της Κοζάνης, που θα αξιολογηθεί το φθινόπωρο. «Οι εγγραφές στο Εθνικό Ευρετήριο ετοιμάζονται με “πρότυπους” φακέλους, που εξηγούν το δελτίο ευρετηρίασης και τον τρόπο που προτείνουμε να χρησιμοποιείται από τις κοινότητες και τα άτομα που σχετίζονται με συγκεκριμένα στοιχεία ή επιτελέσεις της Αϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς». Στην ιστοσελίδα http://ayla.culture.gr παρουσιάζονται όλες οι ειδήσεις, οι εγγραφές και διευκρινίσεις για τις έννοιες της σύμβασης.

Η ελληνική λαογραφική παράδοση έχει πολλά δυνατά σημεία, λέει η προϊσταμένη της Διεύθυνσης. Οι προσπάθειες που έγιναν για το Πελοποννησιακό Λαογραφικό της Ιωάννας Παπαντωνίου και το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, καθώς και οι πρωτοβουλίες της αείμνηστης Πόπης Ζώρα, προηγήθηκαν εκείνων για τα αρχαιολογικά μουσεία.

Πώς φτάνουν όλα αυτά στο κοινό; «Αυτό είναι ένα ακόμη στοίχημα. Να καταλάβουν ότι δεν συνεχίζουμε το παλιό υπόδειγμα των επιχορηγήσεων σε συλλόγους που ποτέ δεν αποτιμήσαμε. Ολα αυτά τα χρήματα που δίνονταν αδιακρίτως με πολιτικά κριτήρια. Το μέλημά μας είναι να ενημερώνουμε διαρκώς γι’ αυτό που λέμε ζωντανή κληρονομιά, άυλη δηλαδή και πώς οι άνθρωποι που την ασκούν θα καθορίσουν το μέλλον τους».

Πέντε άτομα μαζί με τη συνομιλήτριά μας έχει όλα κι όλα η Υπηρεσία για τον τομέα της αϋλης κληρονομιάς – όλοι διαρκώς με μια βαλίτσα στο χέρι. Διοργανώνουν ημερίδες ανά περιφέρεια –όπως έγινε σε Θεσσαλονίκη, Γιάννενα, Ηράκλειο– και ανταποκρίνονται στο κάλεσμα φορέων. «Η πρώτη μας δουλειά είναι να εξηγούμε πόση αξία έχει να ξαναδείς την τέχνη, τη χειροτεχνία, τον χορό, τα παραμύθια. Θα ήθελα στον Βόλο να φτιάξουμε ένα δελτίο για τον συνεταιρισμό της Ζαγοράς με τα μήλα».

Τι οικονομικά οφέλη προκύπτουν από την εγγραφή μιας χώρας στον κατάλογο; «Υπάρχει μόνο ηθικό όφελος. Οι κατάλογοι αυτοί είναι ένα συμβολικό σύμπαν. Δεν πάσχουν από τεκμηρίωση και ακαδημαϊκή συζήτηση, αλλά από το πόση επίγνωση έχουν οι σημερινοί άνθρωποι για την αξία των πραγμάτων που έκαναν οι παλιότεροι και έπειτα ξεχάστηκαν».

Η κ. Φωτοπούλου θεωρεί μεγάλο στοίχημα την εγγραφή της ναυπηγικής με ένα ισχυρό και δομημένο σχέδιο διαφύλαξης, επίσης την τέχνη της ξερολιθιάς. «Οι ατελείωτες σκάλες της ξερολιθιάς στους λόφους των Κυκλάδων έχουν συσσωρευμένο μόχθο αιώνων για τη δημιουργία και τη διαρκή ανανέωσή τους. Αυτό το χαρακτηριστικό, η διαρκής ανανέωση ενός στοιχείου, αλλά πάνω σε σταθερή μορφή, είναι μια έκφραση του ανανεώσιμου χαρακτήρα της Αϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς» σημειώνει η κ. Φωτοπούλου στον υπό έκδοση τόμο του ΠΙΟΠ με τίτλο «Πτυχές της Αϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Χίου».

Τα «νωχελικά 9/8»

Θα αναρωτηθεί κανείς πώς γίνεται η επιλογή; Γιατί το ρεμπέτικο και όχι το δημοτικό; «Δεν ξεκινάμε από το είδος αλλά από τους ανθρώπους. Μιλάμε με μια ομάδα ανθρώπων ή όπως άβολα λέγεται στη σύμβαση “κοινότητα φορέων”, οι οποίοι εξηγούν πώς γύρω από το θέμα δομείται ένα κομμάτι της ταυτότητάς μας». Αφορμή για το ρεμπέτικο στάθηκε μια συναυλία στο Μουσείο Λαϊκών Οργάνων. «Τα μέλη του σχήματος δεν έπαιζαν απλώς το πειραιώτικο ρεμπέτικο αλλά είχαν ολόκληρη περιήγηση στην πόλη του Πειραιά τη δεκαετία 1920-30».

«Ποιος ξέρει τι καινούργια ζωή μας επιφυλάσσουν τα “νωχελικά 9/8” για το μέλλον. Ομως εμείς θα ’χουμε πια για καλά νιώσει στο μεταξύ τη δύναμή τους», έλεγε στο τέλος της ιστορικής διάλεξής του για το ρεμπέτικο ο Μάνος Χατζιδάκις, το 1949. Το δικαίωσε πρώτος ως «τέχνη γνησίως και μοναδικά ελληνική», εντοπίζοντας ως βασική πηγή του την «αυστηρή κι απέριττη εκκλησιαστική υμνωδία», παραλληλίζοντάς το με την αρχαία τραγωδία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μουσικά με τον Μπαχ και στιχουργικά με τον Κορνάρο και τον Λόρκα. Ολα αυτά στο Θέατρο Τέχνης, πριν παρουσιάσει στο ξαφνιασμένο αστικό κοινό, τον Μάρκο Βαμβακάρη και τη Σωτηρία Μπέλλου...

Πηγή: Καθημερινή

SHARE:

24Media Network