Απαγωγή Μαδούρο: Πού τελειώνει ο νόμος και αρχίζει η ισχύς;
Διαβάζεται σε 5'
Η “σύλληψη” του Νικολάς Μαδούρο από τις ΗΠΑ άνοιξε ένα κρίσιμο ερώτημα: με ποιο δικαίωμα μια χώρα αρπάζει τον πρόεδρο μιας άλλης;
- 04 Ιανουαρίου 2026 22:03
Τα ξημερώματα του Σαββάτου, οι ΗΠΑ πέρασαν το κατώφλι της απειλής και μπήκαν στο πεδίο της πράξης, απαγάγοντας τον πρόεδρο της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, σε μια στρατιωτική επιχείρηση που έμοιαζε περισσότερο με γεωπολιτικό σεισμό.
Μια πολύμηνη εκστρατεία πίεσης της κυβέρνησης Τραμπ έφτανε στο αποκορύφωμά της, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις και ανησυχία στη διεθνή σκηνή.
Σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, ο Μαδούρο βρισκόταν ήδη καθ’ οδόν προς τη Νέα Υόρκη πάνω σε πολεμικό πλοίο, για να βρεθεί αντιμέτωπος με βαριές ποινικές κατηγορίες. Η Ουάσιγκτον τον κατηγορεί ότι συνδέεται με καρτέλ ναρκωτικών, τα οποία θεωρεί τρομοκρατικές οργανώσεις, και αποδίδει στη δράση τους χιλιάδες θανάτους στις ΗΠΑ, υφαίνοντας εδώ και χρόνια το αφήγημα ενός “παράνομου καθεστώτος”.
Όμως, η αρπαγή του άνοιξε περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα έκλεισε.
Η κυβέρνηση Τραμπ μίλησε για επιχείρηση απονομής δικαιοσύνης, την ίδια στιγμή που άφηνε να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ σκοπεύουν να “πάρουν πίσω” πετρελαϊκά συμφέροντα και να αναλάβουν τον έλεγχο της χώρας.
Κάπου εκεί, ανάμεσα στη ρητορική του νόμου και στη γλώσσα της ισχύος, τα νομικά όρια άρχισαν να θολώνουν και η υπόθεση της Βενεζουέλας πέρασε από τα δικαστήρια στο πεδίο της Ιστορίας.
Και φυσικά, προκύπτει -δικαίως- το ερώτημα, με ποιο δικαίωμα μπορεί να απαχθεί ο πρόεδρος άλλης χώρας από ομόλογό του.
Τι λέει ο νόμος;
Το Κογκρέσο των ΗΠΑ έχει την αρμοδιότητα να κηρύσσει πόλεμο, ωστόσο ο πρόεδρος είναι ο ανώτατος διοικητής των ενόπλων δυνάμεων. Διαχρονικά, πρόεδροι και από τα δύο κόμματα έχουν δικαιολογήσει στρατιωτικές ενέργειες όταν αυτές θεωρούνταν περιορισμένης έκτασης και σύμφωνες με το εθνικό συμφέρον.
Η προσωπάρχης του Τραμπ, Σούζι Γουάιλς, είχε δηλώσει σε συνέντευξή της στο Vanity Fair, στα τέλη του περασμένου έτους, ότι οποιαδήποτε “δραστηριότητα επί του εδάφους” στη Βενεζουέλα θα απαιτούσε έγκριση από το Κογκρέσο.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο παραδέχθηκε ότι το Κογκρέσο δεν είχε ενημερωθεί πριν από την επιχείρηση αρπαγής του Μαδούρο.
Όπως μεταδίδει το Reuters, το διεθνές δίκαιο απαγορεύει τη χρήση βίας στις διεθνείς σχέσεις, με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως η έγκριση από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ή η άμυνα σε περίπτωση επίθεσης.
Η διακίνηση ναρκωτικών και η δράση συμμοριών θεωρούνται ποινικά αδικήματα και, σύμφωνα με νομικούς, δεν συνιστούν ένοπλη σύγκρουση που να δικαιολογεί στρατιωτική επέμβαση.
«Μια ποινική δίωξη από μόνη της δεν παρέχει εξουσιοδότηση για τη χρήση στρατιωτικής ισχύος με σκοπό την ανατροπή μιας ξένης κυβέρνησης. Πιθανότατα η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να στηρίξει την ενέργεια και σε μια αμφίβολη θεωρία αυτοάμυνας», σημείωσε ο Μάθιου Γουάξμαν, καθηγητής Δικαίου Εθνικής Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια.
Οι ΗΠΑ δεν αναγνωρίζουν τον Μαδούρο ως νόμιμο πρόεδρο της Βενεζουέλας από το 2019, μετά από εκλογές που, όπως υποστηρίζουν, ήταν νοθευμένες.
Υπάρχει προηγούμενο;
Οι ΗΠΑ έχουν συλλάβει ποινικά κατηγορούμενους σε ξένες χώρες και στο παρελθόν, όπως στη Λιβύη, συνήθως όμως με τη συναίνεση των τοπικών αρχών.
Παρότι η Ουάσιγκτον χαρακτηρίζει τον Μαδούρο “παράνομο ηγέτη”, δεν έχει αναγνωρίσει κάποιον άλλο Βενεζουελανό αξιωματούχο που θα μπορούσε να έχει εγκρίνει τη σύλληψή του.
Το 1989, οι ΗΠΑ συνέλαβαν τον τότε ηγέτη του Παναμά, στρατηγό Μανουέλ Νοριέγα, σε παρόμοιες συνθήκες. Ο Νοριέγα είχε κατηγορηθεί για υποθέσεις ναρκωτικών και η Ουάσιγκτον υποστήριξε ότι ενήργησε για την προστασία Αμερικανών πολιτών, μετά τη δολοφονία ενός Αμερικανού στρατιώτη από παναμαϊνές δυνάμεις.
Οι ΗΠΑ είχαν επίσης χαρακτηρίσει τον Νοριέγα παράνομο ηγέτη και είχαν αναγνωρίσει ως πρόεδρο τον υποψήφιο που εκείνος ισχυριζόταν ότι είχε ηττηθεί στις εκλογές.
Ο πρώην πρόεδρος της Ονδούρας, Χουάν Ορλάντο Ερνάντες, εκδόθηκε στις ΗΠΑ το 2022, καταδικάστηκε για υποθέσεις ναρκωτικών και καταδικάστηκε σε 45 χρόνια κάθειρξη. Τον Δεκέμβριο, ο Τραμπ του απένειμε προεδρική χάρη.
Νομικοί εκφράζουν έντονο σκεπτικισμό ως προς το αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αντιμετωπίσουν ουσιαστικές συνέπειες για τις ενέργειές τους στη Βενεζουέλα, ακόμη και αν αυτές κριθούν παράνομες, δεδομένης της απουσίας αποτελεσματικών μηχανισμών επιβολής στο διεθνές δίκαιο.
«Δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί ποιο νομικό όργανο θα μπορούσε να επιβάλει πρακτικές συνέπειες στην κυβέρνηση», κατέληξε ο Πολ από το Northeastern.