Ένας χρόνος από τους δασμούς Τραμπ – Πώς άλλαξε η παγκόσμια οικονομία
Διαβάζεται σε 6'
Έχει περάσει ένας χρόνος από τότε που ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε τον δικό του εμπορικό πόλεμο μέσω των δασμών. Πόσο διαφορετική είναι σήμερα η οικονομία;
- 02 Απριλίου 2026 18:16
Έναν χρόνο αφότου ο Ντόναλντ Τραμπ άνοιξε τον εμπορικό πόλεμο που υποσχόταν να “ξαναχτίσει” την αμερικανική ισχύ μέσω των δασμών, ο απολογισμός μοιάζει λιγότερο με αναγέννηση και περισσότερο με αναδιάταξη.
Αθόρυβη, αλλά βαθιά.
Σήμερα, οι δασμολογικοί συντελεστές στις ΗΠΑ βρίσκονται πλέον στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών, με τον μέσο πραγματικό συντελεστή να αγγίζει το 10%, από περίπου 2,5% έναν χρόνο πριν.
Ακολουθούν τέσσερις τρόποι με τους οποίους έχουν αλλάξει το παγκόσμιο εμπόριο, όπως τους κατέγραψε το BBC.
1. Η ρήξη ΗΠΑ – Κίνας επιταχύνεται
Τον περασμένο Απρίλιο, στην αποκαλούμενη “Ημέρα Απελευθέρωσης”, ο Τραμπ προκάλεσε διεθνές σοκ, ανακοινώνοντας ελάχιστο δασμό 10% σε πλήθος εισαγόμενων προϊόντων, με χώρες όπως η Κίνα να μπαίνουν στο στόχαστρο πολύ βαρύτερων επιβαρύνσεων.
Η απάντηση του Πεκίνου ήταν άμεση. Οι αμοιβαίοι δασμοί εκτοξεύθηκαν σε τριψήφια ποσοστά και για λίγες εβδομάδες το εμπόριο ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου έμοιαζε να παγώνει απότομα.
Οι εντάσεις υποχώρησαν στη συνέχεια. Στα τέλη του 2025, τα κινεζικά προϊόντα επιβαρύνονταν με δασμούς κατά 20% υψηλότερους σε σχέση με τις αρχές του έτους.
Όμως, το πλήγμα είχε ήδη δοθεί.
Η αξία των αμερικανικών εισαγωγών από την Κίνα κατέρρευσε κατά περίπου 30%, ενώ οι εξαγωγές των ΗΠΑ προς την Κίνα μειώθηκαν πάνω από 25%.
Στο τέλος της χρονιάς, τα κινεζικά προϊόντα αντιστοιχούσαν σε λιγότερο από το 10% των συνολικών εισαγωγών των ΗΠΑ, επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από το 2000, όταν το ποσοστό ξεπερνούσε το 20% το 2016, τη χρονιά της πρώτης εκλογής Τραμπ.
Η αύξηση των εισαγωγών από χώρες όπως το Βιετνάμ και το Μεξικό -όπου κινεζικές εταιρείες έχουν ενισχύσει την παρουσία τους- δείχνει ότι οι δεσμοί δεν έχουν κοπεί πλήρως.
Ωστόσο, οι αριθμοί αποκαλύπτουν ότι η “αποσύνδεση” που ξεκίνησε στην πρώτη θητεία Τραμπ έχει πλέον παγιωθεί, όπως σημειώνει στο BBC ο καθηγητής Ντάβιν Τσορ του Dartmouth.
«Στις άμεσες ροές, η αλλαγή είναι δραματική και καθοριστική», τονίζει, προσθέτοντας ότι ακόμη και αν οι πιο σκληροί δασμοί δεν επιστρέψουν, η ρήξη δύσκολα θα αναστραφεί.
«Δεν πρέπει να περιμένουμε επιστροφή στην κανονικότητα», καταλήγει ο καθηγητής.
2. Οι εμπορικοί εταίροι κοιτούν αλλού
Οι αλλαγές δεν περιορίστηκαν στην “Ημέρα Απελευθέρωσης”. Οι ΗΠΑ αύξησαν δασμούς σε προϊόντα όπως ο χάλυβας, η ξυλεία και τα αυτοκίνητα, ενώ κατάργησαν και το όριο των 800 δολαρίων για αδασμολόγητες αποστολές.
Κι όμως, οι εισαγωγές στις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά πάνω από 4%, με πιο αργό ρυθμό μεν, αλλά χωρίς να υποδηλώνεται απομόνωση.
Ωστόσο, πολλές επιχειρήσεις άρχισαν να αναζητούν αγορές πέρα από τις ΗΠΑ, την ώρα που κυβερνήσεις έσπευδαν να ενισχύσουν εμπορικές σχέσεις χωρίς αμερικανική συμμετοχή.
Ακόμη και χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, που αντιμετώπισαν σχετικά ήπιους δασμούς 10%, στράφηκαν αλλού. Οι ΗΠΑ παρέμειναν ο βασικός προορισμός των βρετανικών εξαγωγών, αλλά το μερίδιό τους μειώθηκε, ενώ ενισχύθηκαν αγορές όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Πολωνία.
«Το παγκόσμιο εμπόριο αντέχει, αλλά υφίσταται μια βαθιά επανασύνδεση», σημειώνει στο βρετανικό μέσο η οικονομολόγος Τζουν Ντου.
Οι ΗΠΑ κατάφεραν να αποσπάσουν ορισμένες συμφωνίες που ευνοούν τις δικές τους επιχειρήσεις, όμως ταυτόχρονα, αποξένωσαν συμμάχους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Καναδάς που, παρά τις εξαιρέσεις δασμών λόγω της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου, μείωσε δραστικά τους δασμούς στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα, από 100% σε περίπου 6,1%.
Μια στροφή που ευνοεί την Κίνα και πλήττει τις αμερικανικές αυτοκινητοβιομηχανίες.
Όπως σημειώνει ο καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Κολούμπια Πέτρος Μαυροειδής, «το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι δασμοί, αλλά ο μονομερής τρόπος επιβολής τους».
3. Οι εντάσεις με συμμάχους εντείνονται
Οι δασμοί δεν έμειναν μόνο στο εμπόριο.
Τα ταξίδια Καναδών προς τις ΗΠΑ μειώθηκαν κατά 20%, στοιχίζοντας πάνω από 4 δισ. δολάρια στην αμερικανική οικονομία.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον δυσκολεύεται πλέον να εξασφαλίσει διεθνή στήριξη, είτε για μεγάλα ζητήματα όπως ο πόλεμος στο Ιράν είτε για τεχνικές συμφωνίες, όπως η παράταση της απαγόρευσης δασμών σε ψηφιακές υπηρεσίες.
«Πώς ζητάς συνεργασία όταν τους πλήττεις στο εμπόριο; Χάνεις τη λεγόμενη ήπια ισχύ σου και αυτό είναι δύσκολο να ανακτηθεί», διερωτάται ο Πέτρος Μαυροειδής.
Αν και τα άμεσα εμπορικά αντίποινα παραμένουν περιορισμένα, ο κίνδυνος δεν έχει εκλείψει. Όπως επισημαίνει ο οικονομολόγος Μάικλ Πιρς, η στάση των ΗΠΑ ενθαρρύνει και άλλες χώρες να στραφούν σε πιο προστατευτικές πολιτικές.
«Ο κίνδυνος είναι να δούμε αντίποινα με άλλους τρόπους», προειδοποιεί. «Έτσι εξαπλώνεται η ζημιά ενός εμπορικού πολέμου».
4. Οι τιμές ανεβαίνουν στις ΗΠΑ
Οι πιο δραστικοί δασμοί που ανακοινώθηκαν αρχικά τελικά μετριάστηκαν, με εξαιρέσεις και συμφωνίες. Οι μεγάλες υποσχέσεις, όμως, δεν επιβεβαιώθηκαν.
Η μεταποίηση παρέμεινε σε φάση συρρίκνωσης για μεγάλο μέρος του έτους, ενώ οι ξένες επενδύσεις μειώθηκαν, παρά επιμέρους εξαγγελίες εταιρειών.
Τον Φεβρουάριο, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ακύρωσε τους δασμούς του Τραμπ, θέτοντας υπό αμφισβήτηση και τα έσοδα ύψους 260 δισ. δολαρίων που είχαν εισπραχθεί – περισσότερα από τα μισά εκ των οποίων πρέπει πλέον να επιστραφούν.
Ο Λευκός Οίκος επιμένει ότι τα αποτελέσματα θα φανούν με τον χρόνο. Προς το παρόν, όμως, το βασικό αποτύπωμα είναι πιέσεις στις επιχειρήσεις και υψηλότερες τιμές για τους καταναλωτές.
Περίπου το 55% των νέων επιβαρύνσεων μετακυλίστηκε στους πολίτες, συμβάλλοντας σε αύξηση του πληθωρισμού κατά περίπου μισή ποσοστιαία μονάδα, στο 3%.
Το ζήτημα του κόστους ζωής βαραίνει ήδη το πολιτικό σκηνικό ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Κι όμως, παρά τις πιέσεις, η οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται με ρυθμό 2,1%, ενώ η ανεργία διαμορφώθηκε στο 4,4%.
«Υπάρχει πολύς θόρυβος, αλλά δύσκολα μιλά κανείς για σοβαρές μακροοικονομικές επιπτώσεις», σημειώνει ο Μάικλ Πιρς.
Το αν ο Τραμπ θα επιχειρήσει να επαναφέρει πιο επιθετικά μέτρα πριν τις εκλογές, παραμένει ανοιχτό.
«Δεν νομίζω ότι θα επιστρέψουμε ποτέ στα επίπεδα της “Ημέρας Απελευθέρωσης”», εκτιμά η Έρικα Γιορκ.