Έχει νόημα η απαγόρευση της μαντήλας σε δημόσιους χώρους;

Διαβάζεται σε 8'
Η αθλήτρια Noor Abukaram με χιτζάμπ
Η αθλήτρια Noor Abukaram με χιτζάμπ AP Photo Patrick Orsagos

Στην Ελλάδα έχουμε τις δικές μας νοητές μαντήλες. Ακόμη διαπραγματευόμαστε τους ρόλους της γυναίκας, την υποχρεωτικότητα της μητρότητας και του γάμου, το δικαίωμα στην καριέρα.

Ακούσαμε τελευταία σε συνέντευξη τον Υπουργό Μετανάστευσης και Άσυλου, κύριο Πλεύρη να ανακοινώνει πως πρόκειται να θεσπίσει ειδικά μέτρα που θα απαγορεύουν την μπούργκα σε δημόσιους χώρους για τις γυναίκες μουσουλμανικής καταγωγής που βρίσκονται στην Ελλάδα. Διευκρίνισε ωστόσο ευτυχώς- πως η μαντήλα θα εξαιρείται.

Υπάρχει ανησυχητικό φαινόμενο στην Ελλάδα με τη χρήση της μπούργκας που καθιστά την έκτακτη νομοθεσία απαραίτητη; Όχι. Ούτε καν. Η τοποθέτηση αυτή του Υπουργού είναι άκαιρη και άτοπη χωρίς αμφιβολία. Έντεκα χρόνια ως συντονίστρια εκπαίδευσης σε δομές, μέσα στις χιλιάδες γυναίκες που γνώρισα, έχω συναντήσει μόνο 2 περιπτώσεις γυναικών που φορούσαν μπούργκα στην δημόσια ζωή. Αυτό σημαίνει πως οι γυναίκες που έρχονται από θεοκρατικά καθεστώτα δεν αισθάνονταν καμία υποχρέωση ή φόβο για να συνεχίσουν να την φοράνε και στην Ευρώπη. Και όχι μόνο τη μπούργκα, αλλά και άλλα πιο απλά είδη κάλυψης όπως τη χιτζάμπ (μαντήλα).

Με αφορμή αυτή την ανακοίνωση από τον υπουργό θα ήθελα να φέρω τη συζήτηση για την μαντήλα γενικά καθώς και αυτή είναι βαθύτατα “δαιμονοποιημένη” στην χώρα μας.

Είναι αλήθεια πως η υποχρεωτικότητα των ρούχων κάλυψης είναι πραγματικότητα σε άλλα θεοκρατικά συστήματα εκείνα από τα οποία τρέχουν να σωθούν, διακινδυνεύοντας ακόμη και τις ζωές τους, γυναίκες αλλά και άντρες πρόσφυγες. Η πλειοψηφία ειδικά των νεαρότερων και εφήβων γυναικών ερχόμενες στην Ευρώπη, δεν έχουν καμία δυσκολία να αποχωριστούν την μαντήλα αλλά ακόμη και άλλες μη αποδεκτές συμπεριφορές για το ακραίο Ισλάμ, όπως το να φορέσουν κοντομάνικα και κροπ τοπ, να χορέψουν σε δημόσιο χώρο, να κάτσουν δίπλα σε αγόρια.

Στις πρώτες αφίξεις του 2014-15, οι γυναίκες, τα κορίτσια και οι οικογένειές τους, ήταν πιο διστακτικές και με το πέρασμα του χρόνου, με την ενημέρωση, την εκπαίδευση που έλαβαν, την ασφάλεια που εισπράττουν και την κατανόηση του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, έχουν κάνει πολύ σημαντικά βήματα χειραφέτησης γενικά.

Όμως γιατί μας έχει απασχολήσει τόσο πολύ αυτό το μικρό κομμάτι ύφασμα; Και είναι παράδοξο καθώς η μαντήλα εδώ στην Ελλάδα, ήταν και συνεχίζει να είναι και δικό μας πολιτισμικό στοιχείο. Το τσεμπέρι, η μπόλια, είναι ενδυματολογικά στοιχεία που δεν συνδυάστηκαν ποτέ με αφηγήματα που αφορούν στην καταπίεση της γυναίκας. Όταν βλέπουμε νεαρά κορίτσια με Ελληνικές παραδοσιακές στολές ή τις γιαγιάδες στα χωριά που ακόμη φορούν μαντήλι, δεν μας περνάει καθόλου από το μυαλό πως αυτό είναι ένα σύμβολο καταπίεσης, πατριαρχικής βίας και υποταγής. Το στοιχείο της μαντήλας των προγόνων μας έχει ουσιαστικά εκλείψει και αυτό έγινε χωρίς την επιβολή κάποιου νόμου. Απλά έσβησε γιατί δεν είχε χώρο στις σύγχρονη κοινωνία μας.

Γιατί παρόλα αυτά όταν έρχεται η συζήτηση στις επιλογές των μουσουλμάνων γυναικών, αποκτά άλλο τρομακτικό αφήγημα; Για πολλούς δυτικούς αυτό το μικρό κομμάτι ύφασμα συμβολίζει μια αμόρφωτη γυναίκα, συμβολίζει υποταγή, καταπίεση, μισαλλοδοξία, βία, πατριαρχία, γάμους ανηλίκων κοριτσιών με ηλικιωμένους. Μια γυναίκα με μαντήλα, σε κάποιους γίνεται άθελά της η προέκταση της τρομοκρατίας, μια εικόνα φονταμενταλισμού που θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της Ευρώπης.

Τα δεδομένα όμως, μας μιλάνε για μια άλλη πραγματικότητα. Οι γυναίκες αυτές, τόσο στις χώρες της Δύσης όσο και στις ίδιες τις ελεύθερες χώρες καταγωγής τους, συνεχίζουν να σπουδάζουν, να εργάζονται, να ερωτεύονται, να αποκτούν αξιώματα και διακρίσεις, με ή χωρίς μαντήλα.

Το πιο γνωστό χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η βραβευμένη Πακιστανή ακτιβίστρια Μalala η οποία έγινε σύμβολο αντίστασης κατά των Ταλιμπάν και του δικαιώματος των κοριτσιών για να σπουδάζουν. Επίσης μια ακόμη πολύ ξεχωριστή ιστορία, είναι αυτή της Zarifa Ghafari μιας από τις πρώτες γυναίκες Δημάρχους του Αφγανιστάν, η οποία τα προηγούμενα χρόνια, με κίνδυνο τη ζωή της, διεκδίκησε εκπαίδευση, δικαιώματα και ελευθερίες για τις γυναίκες της πόλης της. Υπάρχουν εκατοντάδες ακόμη παρόμοια παραδείγματα γυναικών. Η μαντήλα δεν ήταν εμπόδιο για καμία από αυτές.

Είναι πραγματικά αυτό το κομμάτι ύφασμα, εμπόδιο διεκδίκησης γυναικείων δικαιωμάτων; Ή η επιμονή μας στην άρνησή του είναι προκάλυψη για να δικαιολογήσουμε την δική μας δυσανεξία απέναντι στο διαφορετικό; Ή μήπως τελικά πίσω από την διαπραγμάτευση αυτή κρύβεται η εσωτερικευμένη Δυτική πατριαρχία που αν και νομίζουμε, τελικά δεν έχουμε ξεμπερδέψει ακόμη μαζί της αφού με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θέλει ακόμη να υποτάξει τις γυναίκες σε μια και μόνο αποδεκτή νόρμα; Στην Ελλάδα έχουμε τις δικές μας νοητές μαντήλες. Ακόμη διαπραγματευόμαστε τους ρόλους της γυναίκας, την υποχρεωτικότητα της μητρότητας και του γάμου, το δικαίωμα στην καριέρα.

Και συνήθως αυτήν την ανησυχία την προβάλουν πολιτικά πρόσωπα και influencers και όχι άτομα που γνωρίζουν και συναναστρέφονται ανθρώπους από τις μουσουλμανικές κοινότητες. Βλέπουμε στα panels και στα media, διάφορους, γυναίκες και άντρες να παρουσιάζονται ως ειδικοί στο μουσουλμανικό, διασπείροντας στερεότυπα και τρόμο, ενώ την ίδια στιγμή δεν δόθηκε πότε χώρος στις μουσουλμάνες γυναίκες που δεν έχουν σταματήσει να μιλάνε, να γράφουν άρθρα, να εξηγούν, αλλά η φωνή τους επικαλύπτεται από όλους αυτούς.

Τι είναι τελικά η μαντήλα; Είναι ένα πολιτισμικό παραδοσιακό στοιχείο, που τις κρατάει κοντά στις ρίζες τους γιατί στην πραγματικότητα, αυτό το κομμάτι ύφασμα δεν είναι μόνο ένα θρησκευτικό σύμβολο. Είναι ένας ενδυματολογικός κώδικας, μια εθνική αναφορά, μια σημαία, που τις κρατάει κοντά στην ανάμνηση των αγαπημένων ανθρώπων και του τόπου που άφησαν πίσω. Ειδικά σε αυτούς τους λαούς που βιώνουν την προσφυγιά και έχουν δεκαετίες πολέμων στην πλάτη τους, η μαντήλα είναι ένα στοιχείο με το οποίο κρατάνε ζωντανή την ιστορία του λαού τους και της αγαπημένης τους χώρας από την οποία εκδιώχθηκαν και το πιο πιθανόν είναι να μην ξαναδούν ποτέ.

Ποια στάση πρέπει να κρατήσουν οι δυτικοί απέναντι σε αυτό το ζήτημα; Οι μουσουλμάνες που θα επιλέξουν να φορέσουν την μαντήλα στη Δύση, είναι μια μικρή μειονότητα. Πως πρέπει να το διαχειριστούμε; Με νόμους; Πρόστιμα; Σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες έτσι συμβαίνει. Κάποιες έχουν απαγορεύσει σε κορίτσια με χιτζαμπ να σπουδάζουν στο σχολείο ή στο Πανεπιστήμιο. Σε άλλες τους απαγορεύουν ακόμη να μπαίνουν σε θέατρα και κινηματογράφους. Έχουν γίνει πολλές έρευνες που θέτουν σε αμφισβήτηση αυτές τις πολιτικές. Είχε ωστόσο αποτέλεσμα; Εξαλείφθηκε η μαντήλα; Όχι. Αντίθετα τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργηθεί ένα κίνημα από μουσουλμάνες όπου συμμετέχουν ακόμη και γυναίκες που δεν γεννήθηκαν σε μουσουλμανικές χώρες οι οποίες επιστρέφουν στη χρήση της. Η επιστροφή στη μαντήλα σηματοδοτεί περισσότερο μια πράξη διαμαρτυρίας και αντίδρασης και όχι ότι οι γυναίκες επιλέγουν αναχρονιστικούς ρόλους. Η καταστολή δημιουργεί αντίδραση. Το ξέρουμε αυτό.

Μια από τις πιο γνωστές μουσουλμάνες ακτιβίστριες και υπερασπίστριες της χιτζάμπ είναι η αθλήτρια Manal Rostom, ιδρύτρια του κινήματος «Survιving Hijab». Το κίνημα αποτελείται από γυναίκες από διάφορες χώρες, με διαφορετικό χρώμα, πολιτισμό, θρησκεία και προσανατολισμό, οι οποίες διεκδικούν το δικαίωμα των γυναικών να προσδιορίσουν το σώμα τους και την πίστη τους, όπως εκείνες θέλουν και την ίδια στιγμή να έχουν απρόσκοπτη πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην εργασία, στην υγεία, κ.α.. Και ενώ οι θεσμοί που εφαρμόζουν πολιτικές, αρνούνται πεισματικά να αναγνωρίσουν τη χιτζάμπ ως δικαίωμα, οργανώσεις αλλά και εταιρείες υποστηρίζουν έμπρακτα το κίνημα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό της Nike, αφού κυκλοφόρησε τα τελευταία χρόνια, σειρά με χιτζάμπ και ειδικό ρουχισμό για μουσουλμάνες αθλήτριες.

Αυτό που φοβόμαστε, δηλαδή τη σύνδεση των μουσουλμάνων της Ευρώπης με ακραία αφηγήματα, δεν θα το δημιουργήσουν οι γυναίκες με τις επιλογές που θα κάνουν για το σώμα τους. Οι πολιτικές κοινωνικού αποκλεισμού που εφαρμόζονται όχι μόνο σε αυτούς τους λαούς, αλλά και σε άλλες κοινότητες με διαφορετικές πολιτισμικές αναφορές και ταυτότητες, ή αλλιώς τα θεσμικά και φυσικά γκέτο, είναι το βασικό πρόβλημα εδώ. Και ο αποκλεισμός της γυναικάς που φοράει μαντήλα ή μπούργκα από το σχολείο και την εργασία, είναι ένα θεσμικό “γκέτο.

Γιατί τα κορίτσια που φοράνε μαντήλες, ή φοράνε μακριές φούστες, ή σορτσάκια, ή μίνι φούστες, τα κορίτσια με ξυρισμένα κεφάλια, ή τα κορίτσια που είναι άθεες, ή ένθεες, όλες, τις θέλουμε να κυκλοφορούν ελεύθερες στους δρόμους μας, στα σχολεία μας, στα Πανεπιστήμια και κανείς να μην γυρνάει να σχολιάζει ή να κουνάει το δάχτυλο απειλητικά.

Και στην περίπτωση της Ελλάδας, το βρίσκω ακραία υποκριτικό να ανησυχούμε μήπως δημιουργήσει κοινωνικούς αποκλεισμούς η μπούργκα ή η μαντήλα, ενώ όλους αυτούς τους ανθρώπους τους στοιβάζουμε σε κλειστές και ελεγχόμενες δομές, ελέγχουμε τι θα φάνε, που θα κοιμηθούν,τους κρύβουμε πίσω από τσιμεντένιους τοίχους και συρματοπλέγματα, ενώ εμποδίζουμε έστω και την πιο μικρή κοινωνική αλληλεπίδραση, ενώ τσεκάρουμε την ύπαρξή τους με βιομετρικά συστήματα ελέγχου και πύλες Τουρνικέ ή τους πετάμε στο δρόμο όταν δεν έχουν χρήματα για άλλες αιτήσεις και δικηγόρους, ή ακόμη τους στερούμε και το “ξενοδοχειακό” συσσίτιο .

Υποκρισίες. Ακραίες.

Η Eλένη Καραγιάννη είναι Συντονίστρια Εκπαίδευσης Προσφύγων

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα