Γιατί η κεντροαριστερά της Ευρώπης δεν μπορεί να σταματήσει να χάνει
Διαβάζεται σε 8'
Από την Πορτογαλία μέχρι τη Δανία, οι προοδευτικοί ψηφοφόροι και οι ψηφοφόροι της εργατικής τάξης γυρίζουν την πλάτη στα κεντροαριστερά κόμματα. Η ανάλυση του POLITICO.
- 31 Μαρτίου 2026 17:09
Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης καταρρέουν και οι ηγέτες τους δεν φαίνεται να ξέρουν πώς να αντιστρέψουν την τάση αυτή, όπως αναφέρει σε ανάλυσή του το POLITICO. Όπως τονίζεται χαρακτηριστικά, για μεγάλο μέρος του 20ου αιώνα τα κόμματα της κεντροαριστεράς είχαν τις βάσεις τους στα Συνδικάτα και τους εργαζόμενους στη βιομηχανία και κυριαρχούσαν στην Ευρώπη.
Ωστόσο, σήμερα, βρίσκονται σε “άθλια κατάσταση”. Το πλέον πρόσφατο παράδειγμα είναι οι Δανοί Σοσιαλδημοκράτες της Μέτε Φρέντερικσεν, οι οποίοι την περασμένη εβδομάδα υπέστησαν δραματική πτώση στις εθνικές εκλογές. Αν και το κόμμα συγκέντρωσε τις περισσότερες ψήφους συνολικά, τα αποτελέσματά του ήταν τα χειρότερα που έχει “δει” από το 1903 και μετά.
Οι εκλογείς της εργατικής τάξης, απογοητευμένοι από την αδράνεια του κόμματος σε ζητήματα κόστους ζωής, έστρεψαν την προσοχή τους στο ακροδεξιό Λαϊκό Κόμμα, ενώ οι αριστεροί ψηφοφόροι, απογοητευμένοι από την προθυμία της Φρέντερικσεν να συνεργαστεί με την κεντροδεξιά και να ακολουθήσει σκληρή γραμμή στο μεταναστευτικό, αυτομόλησαν στην Πράσινη Αριστερά.
Ο Τζάκομο Φίλιμπεκ, γενικός γραμματέας του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος δήλωσε στο POLITICO ότι τα πενιχρά αποτελέσματα οφείλονται στην “οργή” για τον τρόπο που η κυβερνώσα κεντροαριστερά διαχειρίστηκε την ακρίβεια. Το ζήτημα έγινε εντονότερο “λόγω του πολέμου στο Ιράν, που ανέβασε τις τιμές της ενέργειας και όχι μόνο”, εξήγησε.
Ο Βαν Γιουλ-Λάρσεν, τοπικό στέλεχος των Σοσιαλδημοκρατών στη Δανία, ήταν πιο ωμός: “Οι ψηφοφόροι δεν σέβονται ένα κόμμα που δεν μένει πιστό στις θέσεις του”, είπε, επικρίνοντας την ηγεσία επειδή εγκατέλειψε τις “κόκκινες” πολιτικές της αξίες.
Η κατάσταση στη Δανία δεν αποτελεί εξαίρεση. Μετά από 35 χρόνια αδιάκοπης κυριαρχίας, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (SPD) έχασε το βιομηχανικό κρατίδιο Ρηνανία-Παλατινάτο στις τοπικές εκλογές της περασμένης εβδομάδας, όπου κυριάρχησε η συζήτηση για την οικονομική στασιμότητα. Αυτή η ήττα ήρθε μετά τη συντριβή της 8ης Μαρτίου στη Βάδη – Βυρτεμβέργη, όπου το SPD περιορίστηκε στο ισχνό 5,5%.
Στη Γαλλία, στο μεταξύ, η κεντροαριστερά μπορεί να κέρδισε σημαντικούς δήμους, όπως το Παρίσι και τη Μασσαλία, στις πρόσφατες αυτοδιοικητικές εκλογές, παραμένει όμως “εξαφανισμένη” σε εθνικό επίπεδο. Την τελευταία δεκαετία, το άλλοτε πανίσχυρο Σοσιαλιστικό Κόμμα κατέρρευσε σε τέτοιο βαθμό, που αναγκάστηκε να πουλήσει τα ιστορικά του κεντρικά γραφεία για να ξεπληρώσει χρέη, ενώ σήμερα κατέχει μόλις 65 από τις 577 έδρες της Εθνοσυνέλευσης.
“Η κεντροαριστερά μοιάζει να έχει χάσει τον προσανατολισμό της στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή”, σχολίασε ο πολιτικός αναλυτής Ροντρίγκο Βαζ. “Αυτή η κρίση ταυτότητας την οδηγεί στο να προτείνει προγράμματα που δεν ξεχωρίζουν από εκείνα της κεντροδεξιάς – μια στρατηγική που ούτε ξεκάθαρη είναι, ούτε ελκυστική για τους ψηφοφόρους”.
Το “κεντρώο δίλημμα”
Η ευρωπαϊκή κεντροαριστερά οικοδομήθηκε πάνω στους εργάτες της βιομηχανίας, τα μέλη των Συνδικάτων και τις λαϊκές γειτονιές – μια βάση που κάποτε έδωσε ώθηση σε ηγέτες όπως ο Βίλι Μπραντ και ο Φρανσουά Μιτεράν.
Αλλά αυτός ο κόσμος δεν υπάρχει πια. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, η αποβιομηχάνιση συρρίκνωσε την παραδοσιακή εργατική τάξη, ενώ η δύναμη των Συνδικάτων υποχώρησε σε ολόκληρη την ήπειρο. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης δεν έχουν βρει ακόμα μια πειστική απάντηση στις αλλαγές που υπέστη η παραδοσιακή εκλογική τους βάση.
“Η κεντροαριστερά δεν έχει καταφέρει να παρουσιάσει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που να απαντά στις ανησυχίες της σύγχρονης κοινωνίας”, εξήγησε ο Βαζ. “Δεν υπάρχει ένα καθαρό αφήγημα για το πού στέκονται οι σοσιαλδημοκράτες απέναντι στην αυτοματοποίηση, την τεχνητή νοημοσύνη ή το μέλλον της εργασίας”.
Καθώς το ακροατήριό τους συρρικνώνεται, πρόσθεσε ο Βαζ, πολλά κεντροαριστερά κόμματα έκαναν μια απότομη στροφή προς το κέντρο, σε μια “άστοχη και τελικά καταδικασμένη προσπάθεια να τους ικανοποιήσουν όλους”.
Ο αναλυτής επεσήμανε ότι ο πρώην σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος της Γερμανίας, Όλαφ Σολτς, “έπεσε στην παγίδα του κέντρου” κατά τη διάρκεια της συγκυβέρνησής του με τους Πράσινους και τους Φιλελεύθερους (2021-2025), καθώς απέτυχε να βρει συμβιβαστικές λύσεις σε κρίσιμα μέτωπα, όπως η κλιματική κρίση και η ανταγωνιστικότητα της γερμανικής βιομηχανίας.
Σύμφωνα με τον Βαζ, ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ υποπίπτει σε παρόμοιο σφάλμα, ασκώντας έναν “αναποτελεσματικό κεντρισμό” που απογοητεύει τους πολίτες, οι οποίοι παλεύουν με την ακρίβεια και την υποβάθμιση του κοινωνικού κράτους.
“Οι ψηφοφόροι ζητούν ξεκάθαρες λύσεις σε χειροπιαστά προβλήματα, όπως το στεγαστικό”, πρόσθεσε, υπενθυμίζοντας την κατάρρευση του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας: από την απόλυτη πλειοψηφία που κατείχε το 2024, είδε πέρυσι το ακροδεξιό κόμμα Chega να του παίρνει τη θέση ως η κύρια δύναμη της αντιπολίτευσης στη χώρα.
Ο Βαζ υποστήριξε ότι ο νυν Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, ο οποίος διετέλεσε πρωθυπουργός της Πορτογαλίας για οκτώ χρόνια, σπατάλησε την ευκαιρία να προχωρήσει σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και να αναχαιτίσει την εκτόξευση των τιμών στα ακίνητα. “Οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι του κόμματος – η εργατική τάξη – δεν εξαφανίστηκαν· απλώς σταμάτησαν να το στηρίζουν και, σε κάποιες περιπτώσεις, στράφηκαν στην ακροδεξιά, η οποία καπηλεύτηκε την οργή για την ακρίβεια”, εξήγησε.
Φαίνεται, πάντως, πως τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αρχίζουν σιγά – σιγά να αφουγκράζονται τους πολίτες.
Στη Γερμανία, ο συμπρόεδρος του SPD, Λαρς Κλινγκμπάιλ, παρουσίασε την περασμένη Τετάρτη ένα μεταρρυθμιστικό σχέδιο, εξαγγέλλοντας φοροελαφρύνσεις για το 95% των φορολογουμένων και αυξημένους φόρους για τους πλούσιους.
Ο Τόμπιας Κρέμερ, Γερμανός ευρωβουλευτής των Σοσιαλδημοκρατών, δήλωσε ότι η ανακοίνωση αυτή πυροδοτήθηκε από τα απογοητευτικά αποτελέσματα των τοπικών εκλογών και δείχνει πως το κόμμα σκοπεύει πλέον σοβαρά να δώσει λύσεις στα καθημερινά προβλήματα επιβίωσης των πολιτών.
“Το ζήτημα είναι η οικονομική ανάπτυξη και η κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά και η αναμόρφωση της οικονομίας μας με τέτοιον τρόπο ώστε εμείς να ορίζουμε πώς θα δουλεύουμε – και όχι ο Λευκός Οίκος, το Κρεμλίνο ή η Κίνα”, πρόσθεσε.
Το “φαινόμενο Τραμπ”
Μια απρόσμενη ώθηση για την ευρωπαϊκή κεντροαριστερά ήρθε από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, καθώς οι προκλήσεις του βοήθησαν στην κινητοποίηση μέρους των ψηφοφόρων.
Ο ευρωβουλευτής Κρέμερ υποστήριξε ότι οι Σοσιαλδημοκράτες της Δανίας, που κυβερνούν από το 2019, θα είχαν υποστεί πιθανότατα πολύ βαρύτερη ήττα, αν δεν είχε μεσολαβήσει το κύμα συμπαράστασης προς την πρωθυπουργό Φρεντέρικσεν, όταν εκείνη αρνήθηκε να ενδώσει στις απειλές του Τραμπ για προσάρτηση της Γροιλανδίας.
“Οι σύντροφοί μας στη Δανία έκαναν εξαιρετική δουλειά· ανέβηκαν σε πολλές δημοσκοπήσεις παρόλο που ξεκίνησαν από πολύ δυσμενή θέση”, ανέφερε. “Όταν κυβερνάς για χρόνια, είναι λογικό να φθείρεσαι, αλλά εκείνοι έδειξαν ότι, υψώνοντας ανάστημα στον Τραμπ αλλά και με την εσωτερική τους πολιτική, μπορούν να καλύψουν το χαμένο έδαφος”.
Ωστόσο, η ευρωπαϊκή κεντροαριστερά γνωρίζει καλά ότι δεν μπορεί να χτίσει ολόκληρη την ατζέντα της πάνω σε ένα “αντι – MAGA” μήνυμα. Ο δρόμος για το μέλλον, λένε ορισμένοι, είναι το παράδειγμα του Ισπανού πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ. Ο Σάντσεθ ξεχωρίζει ως ένας από τους ελάχιστους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες που παραμένουν δημοφιλείς – κυρίως επειδή κράτησε σθεναρή στάση σε προοδευτικά ζητήματα και δεν δίστασε να συνεργαστεί με δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς.
Ένας υψηλόβαθμος Ισπανός κυβερνητικός αξιωματούχος, που μίλησε υπό καθεστώς ανωνυμίας, εξήγησε ότι ενώ οι περισσότερες κεντροαριστερές κυβερνήσεις στην Ευρώπη έχουν μετατραπεί σε “μηχανές διαχείρισης κρίσεων”, ο Σάντσεθ αξιοποίησε προκλήσεις όπως η πανδημία και ο πόλεμος στην Ουκρανία για να εφαρμόσει τολμηρά προοδευτικά μέτρα, όπως το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα και η μαζική στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
“Σχεδόν όλοι οι άλλοι νοιάστηκαν μόνο για την επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση (status quo)”, ανέφερε ο αξιωματούχος. “Εμείς αφοσιωθήκαμε στο να την αλλάξουμε ριζικά”.
Ο πολιτικός επιστήμονας Πάμπλο Σιμόν πρόσθεσε ότι ο Σάντσεθ κατάφερε να κερδίσει τους προοδευτικούς ψηφοφόρους “οικειοποιούμενος ατζέντες των αριστερών του αντιπάλων – από την πράσινη ενέργεια και τον φεμινισμό, μέχρι τις φιλελεύθερες μεταναστευτικές πολιτικές και την αναγνώριση του Παλαιστινιακού κράτους“.
Υιοθετώντας “ανοιχτές κοινωνικές αξίες σε συνδυασμό με αρκετά προοδευτικά οικονομικά μέτρα”, σημείωσε ο Σιμόν, οι Σοσιαλιστές της Ισπανίας έγιναν ένα από τα λίγα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που κατάφεραν να διατηρήσουν τη στήριξη των ψηφοφόρων τους την τελευταία δεκαετία. Παραδόξως, όμως, αυτή η στρατηγική υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη ικανότητα του Σάντσεθ να παραμείνει στην εξουσία.
“Τα κόμματα στα αριστερά του καθίστανται περιττά”, εξήγησε ο Σιμόν. “Αυτό μπορεί να του κοστίσει ακριβά στις επόμενες εκλογές, καθώς χωρίς αυτά θα δυσκολευτεί να εξασφαλίσει κυβερνητική πλειοψηφία”.