Η Αυτοκρατορία Επιστρέφει Σπίτι της;

Διαβάζεται σε 7'
Δυνάμεις της ICE στη Μινεάπολη
Δυνάμεις της ICE στη Μινεάπολη Catchlight Local via AP Aaron Nesheim

Πώς περάσαμε από τους “απολίτιστους” λαούς της Αφρικής και της Ανατολής, στον “εσωτερικό εχθρό”. Τα πολλαπλά πρόσωπα του φασισμού και η Μινεάπολη.

Οι φρικτές εξελίξεις στη Μινεάπολη – οι εκτελέσεις πολιτών κατά τη διάρκεια στρατιωτικών επιχειρήσεων, ένοπλων επιδρομών σε γειτονιές της πόλης και ο γενικότερος μετασχηματισμός μιας αμερικανικής πόλης σε ένα άνευ προηγουμένου “θέαμα” κρατικής βίας – δεν αποτελούν κάποιο αποκορύφωμα αυταρχισμού, αλλά η ωμή εκδήλωση ενός προτύπου το οποίο αποκαλύπτει μια θεμελιώδη αλήθεια: η βία που είναι συγκροτητικό στοιχείο στην αυτοκρατορία, εν προκειμένω στην Αμερικάνικη ηγεμονία του τελευταίου αιώνα, δεν αναγνωρίζει τοπογραφία. Αν τις τελευταίες ημέρες παρατηρούμε κάτι στη Μινεσότα, αυτό είναι πώς αυτή η βία επιστρέφει με χειρουργική μεθοδικότητα, στα ίδια τα θεμέλια του αυτοκρατορικού κράτους, μετασχηματίζοντας και βαθαίνοντας την ίδια την εσωτερική αστυνόμευση, τον κοινωνικό έλεγχο και, τελικά, την ίδια την έννοια της πολιτείας, με την έννοια που την είχε ερμηνεύσει ο Κικέρωνας (res publica).

Για αιώνες, έχουμε διδαχθεί μια συγκεκριμένη γεωγραφία της εξουσίας: όταν η Δύση δρα, οι υπόλοιποι υφίστανται τις συνέπειες. Εξάλλου, ο ιμπεριαλισμός παρουσιάζεται ως ένα εγχείρημα που πάντα συμβαίνει κάπου αλλού. Ένα θέατρο κατάκτησης περιορισμένο σε μακρινές ακτές, λιμάνια και συγκρούσεις για τον έλεγχο πλουτοπαραγωγικών πηγών. Το αποικιακό υποκείμενο, ο ξένος, ο «άλλος», τις περισσότερες φορές εμφανίζεται ως ο μοναδικός φορέας της βίαιης κληρονομιάς του ιμπεριαλισμού. Όχι τυχαία αφού ακριβώς αυτό επιτρέπει στο αυτοκρατορικό κέντρο να φαντάζεται τον εαυτό του ως ξεχωριστό, θωρακισμένο από ιστορικές συνέπειες, ιστορικά προορισμένο και ηθικά ανώτερο. Η εσωτερική του διακυβέρνηση εμφανίζεται ως παντελώς άσχετη με τη βαρβαρότητα που ασκεί στο εξωτερικό. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια αφήγηση «καθαρών χεριών». Παρηγορητική φυσικά στα δυτικά κέντρα, αλλά στην πράξη επικίνδυνη.

Η έννοια του “αυτοκρατορικού μπούμερανγκ” είναι γνωστή στην πολιτική επιστήμη και την ιστοριογραφία. Περιγράφει τη διαδικασία κατά την οποία οι τεχνολογίες ελέγχου, οι ιδεολογίες φυλετικής ιεράρχησης και οι αρχιτεκτονικές της βίας που κανονικοποιούνται και τελειοποιούνται στα μακρινά πέρατα της αυτοκρατορίας επιστρέφουν, αργά ή γρήγορα, στο μητροπολιτικό κέντρο. Πρακτικές που αρχικά δικαιολογήθηκαν σε ειδικές καταστάσεις – στις αποικίες, στις συνοριακές ζώνες, στα σημεία κράτησης, απέναντι σε “άλλους” που στέκονται εμπόδιο απέναντι στο “μεγάλο” σχέδιο – πλέον αποτελούν πρότυπο διακυβέρνησης και πειθάρχισης. Με ένα τρόπο δημιουργούν τη δική τους διαδρομή προς τα εκεί από όπου ξεκίνησαν: μέσω της γραφειοκρατίας, της θεσμικής μνήμης, και μιας νοοτροπίας που, σε περιόδους συστημικής κρίσης, αρχίζει να αντιμετωπίζει ορισμένους ανθρώπους, ολοένα και περισσότερους, ως αξιοθρήνητους (deplorables σύμφωνα με την Χίλαρυ Κλίντον το 2016). Με την αυτοκρατορική εμπειρία, τα εργαλεία αυτά “αναβαθμίζονται” και επαναχρησιμοποιούνται στο εσωτερικό του του πάλαι ποτέ “φιλελεύθερου κέντρου”. Ο στόχος απλώς αλλάζει όνομα: από τους “απολίτιστους” λαούς της Αφρικής και της Ανατολής, στον “εσωτερικό εχθρό”.

ASSOCIATED PRESS

Αυτή η δυναμική διατυπώθηκε με σχεδόν προφητική καθαρότητα από τον Aimé Césaire, σημαντικός ποιητή, δοκιμιογράφο και πολιτικό από τη Μαρτινίκα, στο εμβληματικό του έργο Λόγος περί Αποικιοκρατίας (1950). Ο Césaire αποδόμησε την ευρωπαϊκή αυταπάτη, εξηγώντας ότι η Δύση μπορεί να αναπτύχθηκε οικονομικά μέσω των αποικιών της, όμως δεν “εκπολιτίστηκε” μέσα από αυτή τη διαδικασία. Το ακριβώς αντίθετο: η αποικιοκρατία ενώ πλούτισε με υλικούς όρους το αυτοκρατορικό κέντρο, ταυτόχρονα το εκβαρβάρισε ηθικά, πολιτικά και κοινωνικά. Και προκειμένου να λειτουργήσει, καλλιεργούσε μια κοσμοθεωρία απόλυτης φυλετικής ανωτερότητας, διοικητικής αυθαιρεσίας και απανθρωποποίησης του «άλλου». Για τον Césaire, ο ευρωπαϊκός φασισμός, και ακόμη ειδικότερα ο ναζισμός, δεν ήταν μία ιστορική εκτροπή αλλά το αποτέλεσμα αυτού του «φαινομένου μπούμερανγκ»: τη στιγμή δηλαδή που το αποικιακό μοντέλο βίας, μαζικό, γραφειοκρατικό και απρόσωπο, εφαρμόστηκε στο ευρωπαϊκό έδαφος, εναντίον ευρωπαϊκών, λευκών, σωμάτων. Πάνω σε αυτή την ανάλυση θα προσπαθήσει να χτίσει λίγο αργότερα και η Hannah Arendt τον όρο “αυτοκρατορικό μπούμερανγκ”..

“Τον ανέχθηκαν τον ναζισμό πριν στραφεί εναντίον τους”, έγραφε ο Césaire, “τον αθώωσαν, έκλεισαν τα μάτια, τον νομιμοποίησαν, γιατί έως τότε εφαρμοζόταν κάπου αλλού, σε μη ευρωπαϊκούς λαούς”. Η φρίκη του Ολοκαυτώματος, υπό αυτό το πρίσμα, υπήρξε το σοκ της Ευρώπης μπροστά σε μια μεγεθυμένη αντανάκλαση της ίδιας της αποικιακής της λογικής.

Με τον ίδιο τρόπο που αυτό που βλέπουμε στην Μινεάπολη είναι αυτό που παράγεται ως παραπροϊόν στις κοινωνίες τη στιγμή που εκείνες αποφασίζουν ότι μια γενοκτονία δεν αποτελεί κόκκινη γραμμή. Όταν δικαιολογείς την σφαγή στην άλλη άκρη του κόσμου, αναπόφευκτα ο λογαριασμός θα φτάσει και σε εσένα.

Στη Βρετανική Αυτοκρατορία, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν επινοήθηκαν από τους ναζί. Και όμως χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά από τους Βρετανούς στον Πόλεμο των Μπόερς στην αρχή του 20ου αιώνα. Μέθοδοι ελέγχου πληθυσμού, επιτήρησης και συλλογικής τιμωρίας που αναπτύχθηκαν στην Ιρλανδία, την Ινδία και την Κένυα, λειτούργησαν αργότερα ως πρότυπα για την εσωτερική αστυνόμευση στο Ηνωμένο Βασίλειο, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ιρλανδία, αλλά και την παρακολούθηση μεταναστευτικών κοινοτήτων μετά την 11η Σεπτεμβρίου.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η διαδικασία αυτή είναι βαθιά εγγεγραμμένη στην εθνική ιστορία. Η σημασία του “σύνορου” ως οριοθέτηση της ιδιοκτησίας και τελικά της ίδιας της χώρας, οι εμπειρία των φυτειών που λειτούργησαν ως οι πρώτες εσωτερικές αποικίες, στις οποίες διαμορφώθηκαν ιδεολογίες φυλετικής εξόντωσης και υποδούλωσης. Η λογική της αντι-εξέγερσης απέναντι στους ιθαγενικούς πληθυσμούς, επιθέσεις σε καταυλισμούς λευκών εργατών, βίαιες μετακινήσεις, απαγωγές, ήταν στοιχεία σε μία ευρύτερη στρατηγική που προανήγγειλε τόσο τη μορφή που θα έπαιρναν οι πολέμοι κατά τον 20ο αιώνα όσο και τη βίαιη καταστολή εργατικών κινημάτων στο εσωτερικό των ΗΠΑ, όπως η σφαγή του Ludlow το 1914.

Ποιός θυμάται ότι ο περίφημος “πόλεμος κατά της τρομοκρατίας” (war on terror) που ανακοίνωσε ο Τζωρτζ Μπους στις αρχές του αιώνα μας, επιτάχυνε και μεθόδευσε αυτό το φαινόμενο. Όσαν συνέβησαν μετά την 11η Σεπτεμβρίου, δημιούργησαν μία παγκόσμια κατάσταση εξαίρεσης. Πρακτικές που νομιμοποιήθηκαν στο Γκουαντάναμο, στο Αμπού Γκράιμπ και στα μυστικά κέντρα κράτησης της CIA, κράτηση χωρίς δίκη, βασανιστήρια, μαζική επιτήρηση, δεν παρέμειναν στο εξωτερικό, άλλα αναδιαμόρφωσαν ριζικά το εσωτερικό τοπίο των ΗΠΑ.

Για παράδειγμα το Πρόγραμμα 1033 (2020) επιτρέπει την διοχεύτερη στρατιωτικού εξοπλισμού δισεκατομμυρίων δολαρίων σε τοπικά αστυνομικά σώματα για τις επιχειρήσεις τους στις τοπικές κοινωνίες. Ο τρόπος που ήρθε η αστυνομική βία στο Φέργκιουσον το 2014 μετα τη δολοφονία από αστυνομικό ένος 18χρονου παιδιού, θύμιζε στρατό κατοχής απέναντι σε έναν «εχθρικό» πληθυσμό. Μόνο που εδώ, όπως και στη Μινεσότα, ο εχθρός δεν ήταν οι Βιετναμέζοι, άλλα ο εσωτερικός εχθρος – η κοινωνία που αντιστέκεται: η ιδεολογική κατασκευή δηλαδή ενός ατελείωτου, άνευ συνόρων πολέμου κατά την διαφορετικής γνώμης και θέσης.

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η ICE διαθέτει ετήσιο προϋπολογισμό μεγαλύτερο από τις στρατιωτικές δαπάνες χωρών όπως η Ιταλία, το Ισραήλ και η Βραζιλία. Και αυτό που εκτυλίσσεται στη Μινεάπολη είναι το θεσμικό αποτέλεσμα ενός κράτους εγκλεισμού και καταστολής, δομημένου πάνω σε φυλετικοποιημένες λογικές ελέγχου και καταστολής.

Η αυτοκρατορία επέστρεψε εκεί από όπου ξεκίνησε.

Η προειδοποίηση του Aimé Césaire αποδεικνύεται σήμερα προφητική: «Ένας πολιτισμός που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα πιο κρίσιμα προβλήματά του είναι ένας πολιτισμός άρρωστος». Και αν για κάτι μπορούμε να είμαστε σίγουροι βασισμένοι στην ιστορική εμπειρία, αυτό είναι πως το μπούμερανγκ δεν επιστρέφει ποτέ ίδιο, άλλα πιο αιχμηρό και περισσότερο ενσωματωμένο στον κρατικό μηχανισμό που το εκτόξευσε αρχικά. Το να αναγνωρίσουμε ότι όσα συμβαίνουν στη Μινεάπολη αφορούν όλα τα παραπάνω, σημαίνει ότι πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε ότι η βαρβαρότητα δεν ήταν ποτέ πραγματικά «εκεί έξω». Ήταν πάντα καθ’ οδόν ολοκληρώνοντας την κυκλική της τροχιά πίσω στο χέρι που την εκτόξευσε.

Ο Στέλιος Φωτεινόπουλος είναι Πολιτικός αναλυτής σε θέματα Ευρωπαϊκής και Δημόσιας Πολιτικής με έδρα το Λονδίνο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα