Ιράν: Θα μπουν οι Κούρδοι στον πόλεμο;

Διαβάζεται σε 7'
Κούρδοι μαχητές στη Συρία
Κούρδοι μαχητές στη Συρία AP Photo Baderkhan Ahmad

Οι Κούρδοι είναι ο μεγαλύτερος πληθυσμιακά λαός στον κόσμο χωρίς το δικό του αναγνωρισμένο κράτος. Μια πιθανή ένταξή τους στον πόλεμο του Ιράν, θα δημιουργούσε πολλαπλές νέες συνθήκες.

Δύο εβδομάδες μετά από την έναρξη των αμερικανικών και ισραηλινών πληγμάτων κατά του Ιράν, οι πολεμικοί στόχοι του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ παρουσιάζουν διακυμάνσεις. Από την αρχική εξάρθρωση των ιρανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων στην μετέπειτα στόχευση για ανατροπή του καθεστώτος που κυβερνά τη χώρα από το 1979, με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου να πιέζει παράλληλα για ολοκληρωτικό πόλεμο, θέτοντας ζητήματα «υπαρξιακής απειλής» για το κράτος του Ισραήλ. Ωστόσο, παρά την επιτυχία των αρχικών επιθέσεων, οι οποίες προκάλεσαν τον θάνατο του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ και σειράς κορυφαίων αξιωματούχων του καθεστώτος, πολλοί αναλυτές αξιολογούν ότι η αεροπορική ισχύς από μόνη της δεν επαρκεί για να επιφέρει αλλαγή καθεστώτος.

Ο στόχος της ανατροπής της Ισλαμικής Δημοκρατίας φαίνεται μέχρι τώρα αδύνατο να επιτευχθεί χωρίς χερσαία κινητοποίηση, ένα σενάριο στο οποίο αξιωματούχοι στο αμερικανικό Πεντάγωνο αντιτίθενται μέχρι στιγμής. Αντ’ αυτού, μια πρόταση που έρχεται και επανέρχεται στο τραπέζι είναι η υποστήριξη μιας ένοπλης δράσης κουρδικών ομάδων που εδρεύουν στο Ιράκ και στο δυτικό Ιράν, με σκοπό την αποσταθεροποίηση του καθεστώτος εκ των έσω.

Αρχικά ο Τραμπ είχε αποστασιοποιηθεί δημόσια από μια τέτοια ιδέα, δηλώνοντας σε δημοσιογράφους ότι δεν θα ήθελε οι Κούρδοι να μπουν στην εξίσωση του πολέμου στο Ιράν, εξέλιξη που θα έκανε τον πόλεμο αρκετά περίπλοκο. Εντούτοις, δεδομένης της απρόβλεπτης φύσης της σύγκρουσης και των συνεπειών του πολέμου στην περιφερειακή ασφάλεια και την παγκόσμια οικονομία, μια ένοπλη κουρδική κινητοποίηση θα μπορούσε να συνιστά ένα πιθανό σενάριο. Ένα σενάριο όμως που θα είχε ενδεχομένως συνέπειες που εκτείνονται πολύ πέρα από το Ιράν.

Το Κουρδικό Ζήτημα: Το μεγαλύτερο έθνος χωρίς κράτος

Οι Κούρδοι είναι μια εθνοτική ομάδα με τη δική της γλώσσα και τον δικό της πλούσιο πολιτισμό, που κατοικεί στη Μέση Ανατολή εδώ και αιώνες. Σήμερα, οι Κούρδοι αριθμούν περίπου 30 εκατομμύρια και ζουν σε μια περιοχή που εκτείνεται σε τμήματα της Τουρκίας, του Ιράν, του Ιράκ και της Συρίας. Οι Κούρδοι είναι ο μεγαλύτερος πληθυσμιακά λαός στον κόσμο χωρίς το δικό του αναγνωρισμένο κράτος.

Η πρωτοφανής αυτή συνθήκη για έναν ολόκληρο λαό χρονολογείται από το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν κατέρρευσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι Κούρδοι ηγέτες εκείνης της εποχής στόχευαν στην ίδρυση του δικού τους κράτους, έχοντας ζήσει για 400 χρόνια υπό οθωμανική κυριαρχία. Αντίθετα με το όραμα δημιουργίας ενός ενιαίου κράτους, η πατρίδα τους διαμοιράστηκε σε αρκετές νέες χώρες που προέκυψαν από το ηττημένο οθωμανικό κράτος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι κουρδικές κοινότητες να βρεθούν διεσπαρμένες σε όμορα κράτη, εντός διαφορετικών συνόρων.

Περίπου το 10% του πληθυσμού του Ιράν είναι Κούρδοι, με την πλειοψηφία να κατοικεί στα βορειοδυτικά της χώρας, κοντά στα σύνορα με το Ιράκ και την Τουρκία. Η κουρδική περιοχή του Ιράν είναι η λιγότερο οικονομικά ανεπτυγμένη περιοχή της χώρας, ενώ τα φιλοκουρδικά πολιτικά κόμματα είναι εκτός νόμου. Ένοπλες κουρδικές ομάδες συγκρούονται περιοδικά με τον ιρανικό στρατό, διεκδικώντας μεγαλύτερη αυτονομία.

Ο ρόλος της Τουρκίας και η ανησυχία για περιφερειακή αστάθεια

Το κουρδικό ζήτημα είναι ακόμα πιο ευαίσθητο στην Τουρκία, η οποία φιλοξενεί τον μεγαλύτερο πληθυσμό Κούρδων στον κόσμο. Από το 1984, το τουρκικό κράτος βρίσκεται σε σύγκρουση με το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK), την μεγαλύτερη, ένοπλη οργάνωση που μάχεται για την ίδρυση ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους. Η σύγκρουση αυτή έχει στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από 40.000 ανθρώπους τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Οι σχέσεις των δύο πλευρών έχουν περάσει θεωρητικά σε νέα φάση, μετά την απόφαση για τον αφοπλισμό του κινήματος πέρυσι, ωστόσο οι εξελίξεις στο Ιράν θα μπορούσαν να ανατρέψουν την πορεία ομαλοποίησης των σχέσεων Άγκυρας και Κούρδων.

Για την τουρκική κυβέρνηση, η πιθανότητα οι ΗΠΑ να υποστηρίξουν Κούρδους μαχητές στο γειτονικό Ιράν δεν αποτελεί απλώς ζήτημα εξωτερικής πολιτικής. Υπάρχει ο έντονος προβληματισμός ότι η ενίσχυση ένοπλων κουρδικών ομάδων σε άλλα σημεία της περιοχής θα μπορούσε να ενθαρρύνει παρόμοια κινήματα στο εσωτερικό της ίδιας της Τουρκίας. Στο πρόσφατο παρελθόν, ο τουρκικός στρατός έχει εξαπολύσει στρατιωτικές επιχειρήσεις σε κουρδικές περιοχές του Ιράκ και της Συρίας. Έχει επίσης διεξάγει έναν σκληρό αγώνα κατά των μαχητών του PKK εντός των συνόρων της Τουρκίας, ενάντια σε κάθε προσπάθεια αυτονόμησης και ανεξαρτησίας που διεκδικούσαν κουρδικές δυνάμεις.

Διπλωματικές εντάσεις και στρατηγικές συμμαχίες

Παλαιότερα, η αμερικανική στήριξη προς τους Κούρδους μαχητές είχε προκαλέσει ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας. Η Άγκυρα αντιτάχθηκε σθεναρά στη συνεργασία της Ουάσιγκτον με τις συριακές κουρδικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του αγώνα εναντίον του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία στα τέλη της δεκαετίας του 2010, υποστηρίζοντας ότι ορισμένες από εκείνες τις ομάδες συνδέονταν με το PKK.

Οι σχέσεις Τουρκίας και Ισραήλ έχουν επίσης κλονιστεί από το κουρδικό ζήτημα. Ο Τούρκος πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, κατηγόρησε τον Μπενιαμίν Νετανιάχου ότι υπονομεύει τη μεταβατική συριακή κυβέρνηση στηρίζοντας κουρδικές ομάδες. Το κουρδικό ζήτημα έχει επίσης καταστεί μια σταθερή και σημαντική πηγή έντασης μεταξύ της Τουρκίας, βασικού μέλους της συμμαχίας του ΝΑΤΟ, και των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μέχρι στιγμής, η Τουρκία παραμένει σε μεγάλο βαθμό ουδέτερη στον πόλεμο του Ιράν. Παρά τον περιφερειακό ανταγωνισμό τους, οι ηγεσίες των δύο χωρών μοιράζονται κοινές ανησυχίες για τα κουρδικά αυτονομιστικά κινήματα και έχουν κατά καιρούς συνεργαστεί για τον περιορισμό τους. Στο παρελθόν, οι δυνάμεις ασφαλείας και των δύο χωρών έχουν συντονίσει τις προσπάθειές τους εναντίον κουρδικών μαχητικών ομάδων που δρουν κατά μήκος των κοινών τους συνόρων. Τούρκοι και Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν επίσης ανταλλάξει πληροφορίες και έχουν πραγματοποιήσει στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά Κούρδων μαχητών που κινούνται μεταξύ των δύο χωρών. Επιπλέον, και οι δύο κυβερνήσεις αντιστάθηκαν σθεναρά στο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία που διεξήχθη από τους Κούρδους στο βόρειο Ιράκ το 2017, όπου πάνω από το 92% των συμμετεχόντων τάχθηκε υπέρ της ανεξαρτησίας.

Ο κίνδυνος της κατάρρευσης και μια πιθανή προσφυγική κρίση

Για την Τουρκία, η κατάρρευση ή ο κατακερματισμός του ιρανικού κράτους θα ήταν μια εξαιρετικά ανησυχητική εξέλιξη καθώς, σύμφωνα με Τούρκους αξιωματούχους, θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανάπτυξη ένοπλων κουρδικών ομάδων που θα δρούσαν κατά μήκος πολύ μεγαλύτερων και πιο ασταθών συνόρων.

Μια ακόμη ανησυχία είναι η πιθανότητα μιας νέας προσφυγικής κρίσης. Η Τουρκία φιλοξενεί ήδη σχεδόν 4 εκατομμύρια Σύρους πρόσφυγες μετά τον εμφύλιο πόλεμο που ξεκίνησε το 2011 – έναν αριθμό που αποτελεί τον μεγαλύτερο προσφυγικό πληθυσμό στον κόσμο – με τον πρόεδρο Ερντογάν να δέχεται συνεχώς τα πυρά από τα δεξιότερα και ακόμη πιο συντηρητικά τμήματα του πολιτικού συστήματος, όπως το κόμμα MHP του Ντεβλέτ Μπαχτσελί και το İyi Parti της Μεράλ Ακσενέρ. Υπάρχει η εκτίμηση ότι η κατάρρευση του ισλαμικού καθεστώτος στην Τεχεράνη, σε μια χώρα μακράν μεγαλύτερη πληθυσμιακά, με πιο σύνθετη εθνολογικά και πολιτικά δομή σε σύγκριση με τη Συρία, θα οδηγούσε σε εμφύλιο πόλεμο και θα προκαλούσε μεγάλα προσφυγικά ρεύματα που θα κατευθύνονταν πρωτίστως δυτικά προς την Τουρκία. Ένα τέτοιο σενάριο θα ασκούσε σημαντική πολιτική και οικονομική πίεση στην κυβέρνηση Ερντογάν.

Η Ουάσιγκτον μπορεί να βλέπει τους Κούρδους ως έναν πιθανό, πρόσκαιρο εταίρο στην πίεση για αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, χωρίς να χρειάζεται η ανάπτυξη χερσαίων επιχειρήσεων από αμερικανικά στρατεύματα. Ωστόσο, μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες εντάσεις σε άλλα πεδία. Για την τουρκική πολιτική ηγεσία, η κουρδική μαχητικότητα δεν είναι απλώς ένα ζήτημα εξωτερικής πολιτικής, αλλά ένα κρίσιμο θέμα εθνικής ασφάλειας. Εάν ο πόλεμος στο Ιράν οδηγήσει σε ενίσχυση των κουρδικών ένοπλων ομάδων και κατά συνέπεια σε πιθανή αποσταθεροποίηση των νοτιοανατολικών συνόρων της Τουρκίας, ο πρόεδρος Ερντογάν θα ήταν αναγκασμένος να αντιδράσει, ανοίγοντας ένα ακόμη μέτωπο σε μια ήδη ραγδαία αναπτυσσόμενη περιφερειακή σύγκρουση.

*Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτικής, project coordinator και υπεύθυνος χρηματοδοτικών προγραμμάτων στο ETERON – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα