Κανένα ασφαλές μέρος για τα κορίτσια και τις γυναίκες στο Νταρφούρ
Διαβάζεται σε 11'
Συγκλονιστική έκθεση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα για τη σεξουαλική βία ως όπλο πολέμου στο Σουδάν.
- 04 Απριλίου 2026 08:08
Οι γυναίκες στο Νταρφούρ του Σουδάν ζητούν προστασία, φροντίδα και δικαιοσύνη, καθώς η σεξουαλική βία συνεχίζεται σε ολόκληρη την περιοχή, τόσο στις πρώτες γραμμές του μετώπου, όσο και πέρα από αυτές, σύμφωνα με νέα έκθεση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα.
Η έκθεση, με τίτλο “There is something I want to tell you…” Surviving the sexual violence crisis in Darfur, παρέχει τις πιο ολοκληρωμένες τεκμηριωμένες αναφορές για τη σεξουαλική βία στον πόλεμο του Σουδάν, με μαρτυρίες θυμάτων και επιζώντων καθώς και στοιχεία από ιατρικά προγράμματα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα που υπογραμμίζουν την ευρεία κλίμακα και την συστηματική κακοποίηση.
Μεταξύ Ιανουαρίου 2024 και Νοεμβρίου 2025, τουλάχιστον 3.396 θύματα και επιζώσες σεξουαλικής βίας αναζήτησαν θεραπεία σε δομές που υποστηρίζονται από τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα σε ολόκληρο το Βόρειο και Νότιο Νταρφούρ, αν και οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα προειδοποιούν ότι αυτό αντιπροσωπεύει μόνο ένα μικρό μέρος της πραγματικής κλίμακας, καθώς πολλά θύματα και επιζώντες δεν μπορούν να φτάσουν με ασφάλεια στις δομές περίθαλψης. Οι γυναίκες και τα κορίτσια αντιπροσώπευαν το 97% των θυμάτων και των επιζώντων που έλαβαν θεραπεία στα προγράμματα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα.
Στην Tawila, στην πολιτεία του Βόρειου Νταρφούρ στο Σουδάν, το τοπίο έχει αλλάξει καθώς διαδοχικά κύματα ανθρώπων που εγκαταλείπουν τη βία σε ολόκληρο το Νταρφούρ καταφθάνουν αναζητώντας ασφάλεια από την έναρξη του πολέμου το 2023. Καταυλισμοί όπως ο Daba Naira συνεχίζουν να επεκτείνονται, καθώς οικογένειες διαφεύγουν από επιθέσεις των Δυνάμεων Ταχείας Υποστήριξης (RSF) στο El Fasher, στο Zamzam και σε γύρω χωριά, με μεγάλες αφίξεις να καταγράφονται τον Απρίλιο, τον Αύγουστο και ξανά τον Νοέμβριο του 2025, μετά την πτώση του El Fasher στις 26 Οκτωβρίου.
Πολλοί έφτασαν έχοντας μαζί τους μόνο ό,τι μπορούσαν να μεταφέρουν, συχνά τίποτα περισσότερο από τα ρούχα που φορούσαν.
Τον Απρίλιο του 2026, το Σουδάν μπαίνει στον τέταρτο χρόνο πολέμου. Για τους αμάχους, αυτά τα τέσσερα χρόνια είναι συνδεδεμένα με μία αδιάκοπη βία: μαζικές δολοφονίες, βασανιστήρια, κράτηση και καταστροφή σπιτιών, νοσοκομείων και βασικών υποδομών.
Σε όλο το Σουδάν, η σεξουαλική βία έχει καταστεί όπλο πολέμου μεταξύ των Σουδανικών Ενόπλων Δυνάμεων (SAF) και των RSF, επηρεάζοντας γυναίκες και κορίτσια όχι μόνο στις πρώτες γραμμές του μετώπου, αλλά και κατά μήκος των διαδρομών εκτοπισμού και μέσα στις κοινότητες που αγωνίζονται να επιβιώσουν. Αναφορές περιγράφουν επιθέσεις που διαπράττονται από πολλαπλούς δράστες, συχνά μπροστά σε μέλη της οικογένειας, και κάνουν λόγο για μοτίβα εθνοτικής στοχοποίησης εναντίον μη αραβικών κοινοτήτων ως μέσο ταπείνωσης και τρομοκρατίας.
Πολλοί από τους ανθρώπους που φτάνουν στην Tawila έχουν περπατήσει για μέρες. Έρχονται με ιστορίες βαθιάς απώλειας, οικογενειών που έχουν διαλυθεί και ανείπωτης βίας που υπέστησαν καθ’ οδόν.
Η Aisha, 28 ετών, ζει εκτοπισμένη το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της λόγω των συγκρούσεων. Ζούσε στον καταυλισμό προσφύγων Zamzam στο Βόρειο Νταρφούρ, όταν οι μάχες και η πολιορκία εντάθηκαν το 2025.
«Σκότωσαν το παιδί μου, 12 ετών, μπροστά στην πόρτα μου», θυμάται. «Το ίδιο μου το παιδί». Έπαιζε με άλλα παιδιά όταν ένα βλήμα χτύπησε το σπίτι ενός γείτονα. Τρία από αυτά πέθαναν.
Εκείνο το ίδιο βράδυ, η Aisha έθαψε τον γιο της. Ο σύζυγός της είχε ήδη σκοτωθεί στη σύγκρουση στο Εl Fasher.
Καθώς οι βομβαρδισμοί εξαπλώνονταν και οι άνθρωποι έτρεχαν προς κάθε κατεύθυνση, μάζεψε τα παιδιά της και διέφυγε πεζή προς το Abu Delaig. «Περπατούσαμε σχεδόν τέσσερις ώρες. Οι άνθρωποι έτρεχαν παντού».
Στον δρόμο, η Aisha βιάστηκε ενώ τα παιδιά της βρίσκονταν σε μικρή απόσταση. Μήνες αργότερα, συνειδητοποίησε ότι είχε μείνει έγκυος ως αποτέλεσμα της επίθεσης.
«Δεν είπα σε κανέναν τι συνέβη. Ο σύζυγός μου είχε φύγει από τη ζωή και ο αδελφός του δεν ήταν εκεί. Τα κράτησα όλα μέσα μου».
Το ταξίδι της δεν σταμάτησε εκεί. Μήνες αργότερα, αφού είχε εγκατασταθεί στο El Fasher, η βία κλιμακώθηκε και η Aisha δέχτηκε ξανά επίθεση. «Με χτύπησαν και με βίασαν. Συνέβη δύο φορές. Τους αντιστάθηκα και με χτύπησαν», θυμάται. «Τα χαστούκια που μου έδωσαν έκαναν τα μάτια μου να πονάνε, ενώ από τα χτυπήματα
μου έπεσε ένα δόντι». Τρεις μέρες αργότερα άρχισε να αιμορραγεί. «Με χτύπησαν τόσο
δυνατά και κατάλαβα ότι απέβαλα», λέει.
«Η αιμορραγία συνεχίστηκε για σχεδόν έναν ολόκληρο μήνα. Η ζωή μας ήταν όμορφη, αλλά αφού σκοτώθηκαν ο άντρας μου και το παιδί μου… Μακάρι να είχα πεθάνει κι εγώ. Αλλά κανείς δεν πεθαίνει πριν την ώρα του». Όταν κάθεται με άλλους, ακούει ιστορίες παρόμοιες με τη δική της. «Λένε: “πέθανε το παιδί μου”, “πέθανε ο άντρας μου”, “πέθανε ο αδελφός μου”. Όταν μιλάνε, λέω στον εαυτό μου ότι είμαστε όλοι ίδιοι».
Η προσοχή της τώρα παραμένει στα παιδιά της. «Θέλω μόνο να τα μεγαλώσω», λέει. «Αν μπορούσα να βρω δουλειά, θα την έκανα. Αλλά είμαι ακόμα πολύ άρρωστη για να δουλέψω».
Η Halima, 19 ετών, θυμάται τον τρόμο που βίωνε στο El Fasher. Η πρωτεύουσα της πολιτείας του Βόρειου Νταρφούρ πολιορκήθηκε για 500 ημέρες από τις RSF και υπήρξε ένα από τα κύρια πεδία μαχών του συνεχιζόμενου πολέμου στο Σουδάν μέχρι τον Οκτώβριο του 2025. «Ξαφνικά υπήρχαν επιδρομές, βομβαρδισμοί, αδέσποτες σφαίρες. Ήμασταν τρομοκρατημένοι όλη την ώρα», λέει.
Ο παππούς της σκοτώθηκε σε μία από τις επιθέσεις με drone και ο πατέρας της τραυματίστηκε σοβαρά. «Αφού τραυματίστηκε ο πατέρας μου, αποφασίσαμε να φύγουμε τον Ιούλιο. Μας πήρε δύο μέρες στον δρόμο. Μας βασάνισαν πολύ. Υπήρχαν άνθρωποι που πέθαναν από τη δίψα. Τους παρακαλούσαμε [τις RSF] για νερό και μας
έλεγαν: “Είστε γυναίκες σκλάβων, δεν θα σας δώσουμε”».
Άμαχοι τους προειδοποίησαν: «Μας είπαν: “Κορίτσια, αυτό το μέρος δεν είναι ασφαλές”». Προσπαθώντας να διαφύγουν, στη Halima και την αδελφή της αρνήθηκαν τη διέλευση. «Είχαν άλλες προθέσεις, ήθελαν να μας βιάσουν», θυμάται. Με προσεκτικό σχεδιασμό, κατάφεραν τελικά να επιβιβαστούν σε ένα φορτηγό χωρίς να γίνουν αντιληπτές, χωρισμένες από την οικογένειά τους.
Ακόμη και όταν η Halima και η αδελφή της κατάφεραν να γλιτώσουν από τον βιασμό, αντιμετώπισαν σεξουαλική παρενόχληση και βία στο δρόμο. «Μας χτυπούσαν και μας έψαχναν με έναν αηδιαστικό τρόπο», λέει. «Ήταν πολύ δύσκολο…. Έψαχναν τους ανθρώπους γενικά, ακόμα και τη μητέρα μου. Όταν την έψαξαν, η αδελφή μου έκλαιγε».
Ακόμη και μήνες νωρίτερα, η ζωή ήταν σκληρή. «Η κατάσταση ήταν δύσκολη και τα προϊόντα ήταν ακριβά», θυμάται. «Υπήρχαν κορίτσια που έπαιρναν το ρίσκο και πήγαιναν να φέρουν προϊόντα από το Gerni στο El Fasher για να βγάλουν τα προς το ζην. Πολλές βιάστηκαν. Κάποιες έφευγαν και δεν επέστρεφαν ποτέ. Όλα αυτά συνέβαιναν».
Μια γυναίκα περπατά μέσα στον καταυλισμό Daba Naira για εσωτερικά εκτοπισμένους στην Tawila στο Βόρειο Νταρφούρ του Σουδάν.
Για τις γυναίκες και τα κορίτσια στο Νταρφούρ, οι καθημερινές μετακινήσεις —από τις αγορές έως τις διαδρομές εκτοπισμού— ενέχουν υψηλό κίνδυνο σεξουαλικής βίας.
Μέσα στoυς καταυλισμούς εκτοπισμένων, οι κίνδυνοι δεν εξαφανίζονται. Τα υπερπλήρη καταλύματα προσφέρουν ελάχιστη ιδιωτικότητα ή ασφάλεια, ενώ οι απομακρυσμένες πηγές νερού, οι περιορισμένοι χώροι υγιεινής και οι ανεπαρκείς τουαλέτες αναγκάζουν τις γυναίκες και τα κορίτσια να κινούνται σε μη ασφαλείς χώρους, μετατρέποντας τα μέρη που προορίζονται για καταφύγιο σε χώρους συνεχούς ανασφάλειας.
Μεταξύ Ιανουαρίου 2024 και Νοεμβρίου 2025, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα περιέθαλψαν πάνω από 3.396 επιζώντες στο Νότιο και Βόρειο Νταρφούρ, με περισσότερο από το 90% στο Βόρειο Νταρφούρ να έχουν υποστεί επίθεση ενώ ταξίδευαν μεταξύ πόλεων αναζητώντας ασφάλεια.
Αυτά τα χέρια ανήκουν σε επιζώσες σεξουαλικής βίας που αναζητούν ψυχολογική υποστήριξη στην Tawila, στο Βόρειο Νταρφούρ του Σουδάν.
Ακόμη και μετά το πέρας της βίας, οι συνέπειες παραμένουν. Οι επιζώσες συνεχίζουν να ζουν με το τραύμα και τον φόβο για όσα βίωσαν.
Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν ιατρική και ψυχολογική φροντίδα, ένα χώρο όπου μπορούν να ακουστούν, αλλά η πραγματικότητα παραμένει: οι επιζώσες ζουν χωρίς προστασία, δικαιοσύνη ή τη διαβεβαίωση ότι η ασφάλεια είναι εφικτή.
Μέσα σε έναν από τους ασφαλείς χώρους που έχουν δημιουργήσει οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα στην Tawila, στο Βόρειο Νταρφούρ του Σουδάν, μέλη της κοινότητας και ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα συγκεντρώνονται για συζητήσεις γύρω από την ψυχική υγεία και τη σεξουαλική βία. Οι χώροι αυτοί έχουν σχεδιαστεί για να παρέχουν ενημέρωση, να μειώνουν το στίγμα και να ενθαρρύνουν τις επιζώσες να αναζητήσουν φροντίδα.
Σε πολλές περιπτώσεις, μέσα από αυτές τις συζητήσεις είναι η πρώτη φορά που οι επιζώσες μαθαίνουν ότι υπάρχει διαθέσιμη ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη. Σε διάστημα λίγο μεγαλύτερο του ενός μήνα, μεταξύ Δεκεμβρίου 2025 και Ιανουαρίου 2026, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρείχαν βασική υποστήριξη — συμπεριλαμβανομένων ψυχολογικών πρώτων βοηθειών και παραπομπών για κλινική φροντίδα — σε 732 επιζώσες σεξουαλικής βίας.
Οι ιστορίες που αναδύονται σε αυτές τις συγκεντρώσεις είναι συχνά οδυνηρά παρόμοιες: επιθέσεις κατά τη διάρκεια της βίας στο El Fasher, κακοποιήσεις κατά μήκος των διαδρομών εκτοπισμού, οικογένειες που χωρίστηκαν ή σκοτώθηκαν και μακρινά ταξίδια με τα πόδια για να φτάσουν σε ασφαλές μέρος.
Ωστόσο, ο φόβος, το στίγμα, η έλλειψη πόρων και η ανασφάλεια συνεχίζουν να εμποδίζουν πολλές επιζώσες από το να αποκτήσουν την περίθαλψη που έχουν επειγόντως ανάγκη.
Έχουν χρησιμοποιηθεί ψευδώνυμα για την προστασία της ταυτότητας των επιζώντων.
Στις εμπόλεμες ζώνες, σε φυσικές καταστροφές, στις χώρες που δοκιμάζονται από κρίσεις, ο χρόνος μετράει αντίστροφα. Κάθε λεπτό, άνθρωποι τραυματίζονται από εκρήξεις ή πυροβολισμούς. Κάθε λεπτό, δεκάδες παιδιά πεθαίνουν από πείνα. Κάθε λεπτό, χιλιάδες άνθρωποι εγκαταλείπουν τα σπίτια τους. Κάθε λεπτό, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα είναι εκεί.
Υποστήριξε εδώ το Ταμείο Έκτακτης Ανάγκης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα ώστε να ανταποκρίνονται από το πρώτο λεπτό σε κάθε επείγον.