Ο Τραμπ φοβάται το πολιτικό κόστος της ICE – και αυτό φαίνεται
Διαβάζεται σε 7'
Οι δολοφονίες της Ρενέ Γκουντ και του Άλεξ Πρέττι στη Μινεάπολη έχουν προκαλέσει αναταραχή στις ΗΠΑ και κλονίζουν την εμπιστοσύνη των Αμερικανών στην κυβέρνηση Τραμπ.
- 30 Ιανουαρίου 2026 09:32
Ακόμη και μετά τη συνέντευξη Τύπου που έδωσε το πρωί της Πέμπτης ο Τομ Χόμαν, ο νέος επικεφαλής της επιχείρησης της ICE στη Μινεάπολη — ο λεγόμενος “τσάρος των συνόρων” — παραμένει ασαφές σε ποιον βαθμό θα αλλάξει η τακτική της υπηρεσίας μετά τη δολοφονία του Άλεξ Πρέτι
Εκείνο όμως που είναι πλέον απολύτως σαφές, σύμφωνα με το CNN, είναι ότι αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση φοβάται το πολιτικό κόστος της ICE και των επιχειρήσεων επιβολής της μεταναστευτικής πολιτικής.
Και αυτό δεν προκύπτει μόνο από όσα συμβαίνουν στη Μινεάπολη, αλλά και από τις εξελίξεις στο Μέιν και την Ουάσινγκτον.
Την ώρα που ο Χόμαν αφήνει να εννοηθεί πως η επιχείρηση θα γίνει πιο ήπια, πιο στοχευμένη και αυστηρά “κατά γράμμα” – με λιγότερους πράκτορες στη Μινεάπολη – έγινε γνωστό ότι ο Τραμπ αποσύρει αντίστοιχη επιχείρηση και από άλλη πολιτεία, όπου είχε ξεκινήσει παρόμοια δράση.
Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος και οι Ρεπουμπλικανοί φαίνεται να ετοιμάζονται να κάνουν ουσιαστικές νομοθετικές παραχωρήσεις στο θέμα της μεταναστευτικής πολιτικής, ώστε να αποφευχθεί ένα ενδεχόμενο shutdown (δηλαδή αναστολή λειτουργίας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης).
Η συνέντευξη Τύπου του Χόμαν
Το βασικό ερώτημα αυτή τη στιγμή είναι τι θα αλλάξει στο πεδίο στη Μινεάπολη.
Η συνέντευξη Τύπου του Χόμαν δεν είχε πολλές λεπτομέρειες, αλλά έδειξε καθαρά ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να αλλάξει γραμμή.
Η πιο σημαντική ανακοίνωση ήταν ότι θα υπάρξει “μείωση δυνάμεων” (drawdown). Ο Χόμαν δεν είπε πόσο μεγάλη θα είναι αυτή η μείωση ούτε πότε θα εφαρμοστεί, σημείωσε όμως ότι το σχέδιο επεξεργάζεται ήδη – και άφησε να εννοηθεί πως θα γίνει έτσι κι αλλιώς, ανεξάρτητα από τις συνθήκες.
Πρόσθεσε ότι η μείωση θα γίνει “βάσει συμφωνιών”, αλλά μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη “αν σταματήσει η ρητορική μίσους και η παρεμπόδιση”.
Παράλληλα, τόνισε επανειλημμένα ότι οι επιχειρήσεις θα είναι “στοχευμένες” και θα επικεντρώνονται σε περιπτώσεις που σχετίζονται με τη δημόσια και την εθνική ασφάλεια – κάτι που υποδηλώνει ότι η κυβέρνηση θέλει να απομακρυνθεί από μαζικές επιχειρήσεις και ελέγχους σε τυχαίους ανθρώπους.
Βέβαια, η κυβέρνηση ισχυρίζεται εδώ και καιρό ότι οι επιχειρήσεις της είναι “στοχευμένες”. Όμως ο Χόμαν παραδέχτηκε ότι η επιχείρηση “ξέφυγε” κάπως από αυτή τη λογική και ότι ο ίδιος θέλει να επιστρέψει σε μια πιο αυστηρή, πιο ελεγχόμενη πρακτική.
Ιδιαίτερο βάρος είχαν και οι δηλώσεις του που έμοιαζαν να “σπάνε” τη μέχρι τώρα αδιάλλακτη στάση της κυβέρνησης, η οποία συχνά εμφανιζόταν να μην αναγνωρίζει λάθη.
“Δεν θέλω να ακούω ότι όλα όσα έγιναν εδώ ήταν τέλεια”, είπε χαρακτηριστικά.
Πρόσθεσε ότι όσοι πράκτορες δεν δρουν με επαγγελματισμό “θα λογοδοτήσουν” και ότι η επιχείρηση θα γίνει πιο “ασφαλής” και “σύμφωνα με τους κανόνες”.
Αυτές οι δηλώσεις μπορούν να διαβαστούν ως έμμεση αποδοκιμασία του μέχρι πρότινος επικεφαλής της επιχείρησης στη Μινεάπολη, Γκρέγκορι Μποβίνο, ο οποίος είχε δηλώσει ότι “ό,τι κάνουμε κάθε μέρα είναι νόμιμο, ηθικό και απολύτως θεμελιωμένο στον νόμο”. Θα μπορούσαν επίσης να θεωρηθούν διόρθωση των δηλώσεων του συμβούλου του Λευκού Οίκου, Στίβεν Μίλερ, που πρόσφατα είχε ισχυριστεί ότι η ICE έχει “άψογο ιστορικό” απελάσεων.
Από την άλλη, ο Χόμαν προσπάθησε να δείξει ότι η κυβέρνηση δεν “υποχωρεί” απέναντι στις αντιδράσεις. Κατηγόρησε τη ρητορική των διαδηλωτών, αν και αναγνώρισε το δικαίωμά τους να διαμαρτύρονται, και επέμεινε ότι η αποστολή συνεχίζεται.
“Δεν παραδινόμαστε. Θα μείνω μέχρι να τελειώσει το πρόβλημα“.
Το αν όλα αυτά θα μεταφραστούν σε πραγματική αλλαγή θα φανεί σύντομα. Το σίγουρο πάντως είναι ότι η κυβέρνηση αισθάνεται πλέον την ανάγκη να παρουσιάσει ένα πιο “ήπιο” πρόσωπο.
Και επειδή υπάρχει τεράστια δημοσιότητα, θα είναι εύκολο να φανεί αν πρόκειται απλώς για επικοινωνιακή τακτική.
Απόσυρση της ICE από το Μέιν
Την ίδια ώρα, η Ρεπουμπλικανή γερουσιαστής του Μέιν, Σούζαν Κόλινς, ανακοίνωσε το πρωί της Πέμπτης ότι η ICE τερματίζει ξαφνικά τις εντατικοποιημένες επιχειρήσεις της στην πολιτεία της.
Το Μέιν – όπως και η Μινεσότα – έχει σημαντικό πληθυσμό Σομαλών μεταναστών.
Η Κόλινς είχε ζητήσει να σταματήσουν οι επιχειρήσεις τόσο στο Μέιν όσο και στη Μινεσότα.
Εξ αρχής, η επιλογή του Μέιν από την κυβέρνηση έμοιαζε πολιτικά παράδοξη, καθώς η Κόλινς είναι κομβικό πρόσωπο για την προσπάθεια των Ρεπουμπλικανών να κρατήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας στις ενδιάμεσες εκλογές. Η παρουσία της ICE εκεί θα μπορούσε εύκολα να προκαλέσει έντονη κοινωνική και πολιτική αντίδραση.
Η νέα εξέλιξη δείχνει ότι η κυβέρνηση αντιλήφθηκε – έστω καθυστερημένα – ότι η επιλογή αυτή δεν ήταν έξυπνη.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η αποστολή είχε ανακοινωθεί μόλις πριν από οκτώ ημέρες.
Το παρασκήνιο στην Ουάσινγκτον: χρηματοδότηση και shutdown
Ίσως ακόμη πιο ενδεικτικές είναι οι εξελίξεις στην Ουάσινγκτον, όπου ο Λευκός Οίκος και οι Ρεπουμπλικανοί δείχνουν ασυνήθιστα πρόθυμοι να κάνουν παραχωρήσεις στους Δημοκρατικούς.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του CNN, ο Λευκός Οίκος κινείται προς την αποδοχή αιτήματος των Δημοκρατικών να αφαιρεθεί η χρηματοδότηση του DHS (Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας) από το συνολικό πακέτο δαπανών, ώστε να μην οδηγηθεί η χώρα σε shutdown μέσα στην εβδομάδα.
Αν συμβεί αυτό, θα υπάρξει περιθώριο να συνεχιστούν τις επόμενες εβδομάδες οι διαπραγματεύσεις για περιορισμούς στις τακτικές της ICE.
Οι Ρεπουμπλικανοί απέρριπταν αρχικά το ενδεχόμενο να διαχωριστεί το νομοσχέδιο χρηματοδότησης. Όμως στη Γερουσία δεν μπορούν να προχωρήσουν χωρίς ψήφους Δημοκρατικών, καθώς διαφορετικά η διαδικασία μπορεί να μπλοκαριστεί.
Επιπλέον, οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται ενωμένοι. Ακόμη και οι πιο μετριοπαθείς – που στο τέλος του shutdown πέρσι είχαν κάνει πίσω – αυτή τη φορά στέκονται δίπλα στην ηγεσία και δεν δείχνουν διάθεση να διαπραγματευτούν ξεχωριστά με τον Λευκό Οίκο.
Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα δεχτούν όλες τις απαιτήσεις των Δημοκρατικών.
Ο ηγέτης της μειοψηφίας στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, παρουσίασε σειρά αιτημάτων, όπως:
- περιορισμούς στις περιπολίες χωρίς συγκεκριμένο στόχο,
- περιορισμούς στη χρήση βίας από πράκτορες,
- υποχρεωτική χρήση body cameras,
- απαγόρευση μασκών στις επιχειρήσεις.
Ωστόσο, η γενική εικόνα είναι ότι αυτή τη στιγμή οι Δημοκρατικοί έχουν το πάνω χέρι. Και το αξιοσημείωτο είναι ότι οι Ρεπουμπλικανοί δεν εμφανίζονται καν ιδιαίτερα επιθετικοί στις δημόσιες τοποθετήσεις τους.
Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μπράιαν Σατζ από τη Χαβάη δήλωσε ότι οι Ρεπουμπλικανοί “καταλαβαίνουν τη σοβαρότητα της κατάστασης σε κοινωνικό επίπεδο” και εξέφρασε αισιοδοξία ότι θα υπάρξει συμφωνία.
Υποχώρηση μπροστά στην πολιτική πραγματικότητα
Σε μεγάλο βαθμό, όλα αυτά μοιάζουν με αναγκαστική προσαρμογή στην πολιτική πραγματικότητα.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η κοινή γνώμη στρέφεται όλο και περισσότερο εναντίον της κυβέρνησης στο θέμα της ICE.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση των CBS News-YouGov, το ποσοστό των Αμερικανών που θεωρούν την ICE “υπερβολικά σκληρή” αυξήθηκε:
από 53% τον Οκτώβριο,
σε 56% τον Νοέμβριο,
και σε 61% μετά τον θάνατο της Ρενέ Γκουντ, η οποία δολοφονήθηκε νωρίτερα αυτόν τον μήνα από πυρά πράκτορα της ICE.
Παράλληλα, δημοσκόπηση των Reuters-Ipsos έδειξε ότι η αποδοχή του Τραμπ στο μεταναστευτικό έπεσε στο χαμηλότερο σημείο και στις δύο θητείες του, στο 39%.
Και δημοσκόπηση του Fox News έδειξε ότι σχεδόν τόσοι Αμερικανοί τάσσονται υπέρ της κατάργησης της ICE (36%) όσο και όσοι είναι αντίθετοι (42%). Μάλιστα, η στήριξη στην κατάργηση είναι διπλάσια από ό,τι ήταν όταν ξεκίνησε το κίνημα «abolish ICE» στα τέλη της δεκαετίας του 2010.
Βέβαια, ο Τραμπ έχει αποδείξει πολλές φορές ότι μπορεί να προχωρά σε πολιτικές επιλογές ακόμη κι όταν αυτές δεν είναι δημοφιλείς. Είναι πεισματάρης, ειδικά σε ζητήματα που θεωρεί κεντρικά για την ατζέντα του.
Όμως αυτή τη φορά το ζήτημα μοιάζει διαφορετικό. Και ο Τραμπ και το κόμμα του δείχνουν – έστω διστακτικά – να εξετάζουν το ενδεχόμενο υποχώρησης.