Πολεμώντας το φάντασμα των βασανιστηρίων στη Συρία

Διαβάζεται σε 7'
Παιδιά παίζουν έξω από τα ερείπια κτιρίου στη Ράκα.
Παιδιά παίζουν έξω από τα ερείπια κτιρίου στη Ράκα. Giammarco Sicuro

Η 50χρονη Suha αφηγείται την ιστορία της στην κλινική των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Δαμασκό της Συρίας.

Η 50χρονη Suha* πέρασε έξι χρόνια μεταφερόμενη από το ένα κελί στο άλλο. Η λαχτάρα της για ελευθερία δεν εξασθένησε ποτέ, ούτε πριν, ούτε κατά τη διάρκεια, ούτε μετά τη φυλάκισή της.

Αφηγείται την ιστορία της στην κλινική των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Δαμασκό της Συρίας, μετά την πτώση της κυβέρνησης Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024 και το άνοιγμα των φυλακών σε ολόκληρη τη χώρα.

«Κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Συρία, είδαμε τους νέους να συλλαμβάνονται μπροστά στα μάτια μας. Μερικοί από αυτούς επέστρεψαν σε σάκους πτωμάτων, άλλοι δεν επέστρεψαν ποτέ. Είχα την αίσθηση ότι ερχόταν η σειρά μου. Η συμμετοχή μου σε διαδηλώσεις για την ελευθερία ήταν το αμάρτημά μου.

Μία “αναφορά” ήταν αρκετή για να μου στερήσει για έξι χρόνια την ελευθερία μου. Συνελήφθησα μαζί με τις έξι κόρες μου και την εγγονή μου, η οποία δεν ήταν ούτε ενός έτους τότε. “Ακολουθήστε μας για δύο ώρες και θα σας επιστρέψουμε” μας είπαν, καθώς πλησιάζαμε στη σήραγγα Mezzeh στην Δαμασκό – αυτή τη σήραγγα που δεν είχε απολύτως κανένα φως στο τέλος της. Με οδήγησαν στην απομόνωση, ενώ οι κόρες μου ήταν κλειδωμένες σε ένα άλλο κελί. Δεν ήξερα τι τους συνέβαινε. Το μόνο που γνώριζα ήταν το κρύο, η φρίκη και ο αριθμός των πλακιδίων στο κελί μου.

Θέα από το παράθυρο κατεστραμμένου κτιρίου στη Δαμασκό Al Baraa Haddad

Όταν ήρθε η ώρα της ανάκρισης, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Δεν με ένοιαζαν οι ξυλοδαρμοί, καθώς ήλπιζα πως μετά θα μου έλεγαν τι απέγιναν οι κόρες και η εγγονή μου. Αλλά όταν μίλησαν, απείλησαν για την ασφάλεια της οικογένειάς μου αν δεν ομολογούσα τα πάντα. Με έπεισαν ότι κανείς δεν θα νοιαζόταν για εμάς, ότι τίποτα δεν θα τους εμπόδιζε να βλάψουν τις κόρες μου εκτός αν έλεγα την “αλήθεια”. Επέστρεψα στην απομόνωση, μετά στην ανάκριση. Μια ατελείωτη δίνη. Μια φορά, όταν ήμουν στο κελί μου, τους άκουσα πίσω από την πόρτα να μιλάνε για μια από τις κόρες μου, μια ανήλικη, ότι κάτι κακό της συνέβη. “Αιμορραγεί το κορίτσι; Πήγαινέ την στον γιατρό”. Στο ανακριτικό δωμάτιο, κατηύθηναν τη συζήτηση επίτηδες προς αυτό το κακό που συνέβη στην κόρη μου μέχρι που άρχισα να φαντάζομαι έναν από αυτούς τους άντρες να γδύνει την κόρη μου.

Δεν ήξερα αν ήταν μια απλή απειλή. Δεν ήξερα πόσο μακριά μπορούσαν να φτάσουν. Εκείνη τη στιγμή, ήταν σαν να αποσυνδέθηκα. Έγινα μία μάζα από θυμό και δάκρυα. Άρχισα να απαντώ στις ερωτήσεις του χωρίς να το σκεφτώ, ξεστομίζοντας το σενάριο που εκείνοι θεωρούσαν αλήθεια. Τότε με ρώτησε: “Γιατί όλη αυτή η κατάρρευση; Δεν θα το κάναμε αυτό”. Αλλά πώς θα μπορούσα να τον πιστέψω πριν δω την κόρη μου; Αργότερα μου την έφεραν. Ήταν καλά, αυτή τη φορά. Μετά από αυτό, άλλαξαν τον τόνο τους προς εμένα, δημιουργώντας μου μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας. Εύχομαι να με χτυπούσαν αντί να με βασανίζουν ψυχολογικά. Πέρασα 13 συνεχόμενες μέρες στο κελί μου, κοιτώντας στα κλεφτά τα πόδια των κορών μου κάτω από την πόρτα όταν πήγαιναν στις τουαλέτες που ήταν απέναντι από το κελί μου. Μετρούσα τα λεπτά για να δω ότι ήταν ακόμα ζωντανές.

Έπειτα, μας έβαλαν μαζί σε ένα κελί για έξι μήνες. Μπορούσα να τις αγκαλιάσω, προσπαθώντας να τα κάνω όλα να φαίνονται εντάξει, ακόμα και όταν δεν είχα τίποτα να πω ή όταν τίποτα δεν ήταν εντάξει. Έτρεμα στο σκοτάδι του κελιού, τις ατέλειωτες νύχτες, αλλά προσπαθούσα όσο το δυνατόν περισσότερο να μην αφήσω τις κόρες μου να το νιώσουν. Κοιμόμουν πιο κοντά στην πόρτα για να τις κάνω να νιώσουν λίγο ασφαλείς. Θα έδινα τα πάντα, ακόμα και τη ζωή μου, για να τις κρατήσω ασφαλείς. Μας έδιναν φαγητό που δεν είχε καμία σχέση με φαγητό: μια μισοβρασμένη σούπα, μερικές πατάτες που είχαν αρχίσει να σαπίζουν. Έβλεπα τις κόρες μου να μαραίνονται μπροστά στα μάτια μου. Είμαι η μητέρα τους, αλλά δεν μπορούσα να τις φροντίσω. Δεν μπορούσα να τους δώσω ό,τι θα τους έδινε ενέργεια για να αντέξουν άλλη μια μέρα πόνου.

Στο χωριό Anjara, στο δυτικό Χαλέπι, υπάρχουν εμφανή σημάδια από τον 14ετή πόλεμο που άφησε πίσω του κατεστραμμένα κτίρια και κανένα ίχνος ζωής. AbdelRahman Sadeq/MSF

Αλλά μου τις πήραν ξανά. Με έπεισαν ότι δεν ήμουν κατάλληλη να τις μεγαλώσω και μετά τις μετέφεραν σε ορφανοτροφείο. Ήλπιζα ότι θα πήγαιναν σε ένα καλύτερο μέρος, αλλά η καρδιά μου ήταν ραγισμένη. Ποιος θα τις αγαπήσει περισσότερο από εμένα; Αλλά η αλήθεια ήταν ότι μας μετέφεραν σε διαφορετικές φυλακές. Όταν ένας από τους κρατούμενους μου είπε ότι η επικοινωνία μεταξύ των δύο φυλακών ήταν δυνατή, απαίτησα να μιλήσω στις κόρες μου. Για τρεις μήνες, επικοινωνούσαμε για λίγα λεπτά, κάτι που λαχταρούσα μέρα νύχτα. Μας είπαν ότι οι κόρες μου θα κρατηθούν επειδή δεν κατέδωσαν τον πατέρα τους. Τις έβαλαν σε κέντρο κράτησης ανηλίκων. Μου στέρησαν ακόμη και το δικαίωμα να τις βλέπω για ένα χρόνο και οκτώ μήνες. Τελικά, οι κόρες μου αφέθηκαν ελεύθερες.

Κατά τη διάρκεια των ετών της κράτησής μου, μου είχαν υποσχεθεί πολλές φορές ότι θα με άφηναν ελεύθερη, αλλά το έπαιρναν πίσω κάθε φορά. Με μετέφεραν από το ένα τμήμα ασφαλείας στο άλλο και ξανάρχιζε όλη η διαδικασία του πόνου από την αρχή, ξυλοδαρμοί, ψυχολογικά βασανιστήρια. Δεν είδα ποτέ τον ουρανό όλα αυτά τα χρόνια παρά μόνο μέσα από συρματοπλέγματα. Συχνά σκέφτομαι την εκδίκηση. Οι αφύσικες αντιδράσεις μου σε φυσιολογικές πράξεις έχουν γίνει πια ο κανόνας μου. Δεν θέλω να με κατακλύζουν συναισθήματα μίσους και πικρίας. Θα ήθελα να απαλλαγώ από όλα όσα μου άφησε η εμπειρία μου».

Η Suha* έχει ανοίξει μια μικρή επιχείρηση και πουλάει φορέματα στη γειτονιά της. Βοηθά τις κόρες της να συνεχίσουν τη ζωή τους, ενώ παράλληλα προσπαθεί να ξεκινήσει ξανά τη ζωή της για χάρη τους.

Παρακολουθείται από την ομάδα ψυχικής υγείας των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην κλινική για επιζώντες βασανιστηρίων στη Δαμασκό. Με αυτόν τον τρόπο, συνεχίζει το ταξίδι της προς την ελευθερία, αυτή τη φορά από το σκοτάδι του παρελθόντος.

*Το όνομα έχει αλλάξει.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα