Πόλεμος στο Ιράν: Όλα αρχίζουν να θυμίζουν το ’22
Διαβάζεται σε 6'
Η κρίση ενέργειας προ των πυλών της Ευρώπης, την ώρα που τα κράτη – μέλη κοιτάζουν αμήχανα τις εξελίξεις στο Ιράν, και ο Τραμπ χαρακτηρίζει “ηλίθιους” όσους αντιδρούν.
- 10 Μαρτίου 2026 12:34
Το 2022 οι ηγέτες της Ευρώπης “πάγωσαν” κυριολεκτικά και μεταφορικά μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Το σοκ που ακολούθησε στον ενεργειακό εφοδιασμό και στις τιμές της ενέργειας, κράτησε για καιρό.
Οι κυβερνήσεις αναγκάστηκαν τότε να δαπανήσουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε προγράμματα διάσωσης για τα νοικοκυριά και τη βιομηχανία, αμέσως μετά την κρίση της πανδημίας του covid.
Τώρα, με την Αμερική και το Ισραήλ να χτυπούν το Ιράν, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια νέα κρίση, και είναι διόλου βέβαιο πως είναι προετοιμασμένη για αυτή. Ο πόλεμος στο Ιράν εισήλθε στη δεύτερη εβδομάδα του, χωρίς να διαφαίνεται σαφές τέλος, μιας και η κατάσταση είναι περιπλεγμένη. Η τιμή του πετρελαίου ξεπέρασε τα 100 δολάρια τη Δευτέρα ενώ την ίδια ημέρα, οι υπουργοί Οικονομικών της G7 πραγματοποίησαν έκτακτη συνεδρίαση δηλώνοντας “έτοιμοι” να “λάβουν απαραίτητα μέτρα”, χωρίς όμως να δεσμεύονται σε συγκεκριμένη δράση ή να αναφέρουν συγκεκριμένο σχέδιο.
Από το Στενό του Ορμούζ που βρίσκεται εν μέσω πυρών, περνάει το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου. Το στενό παραμένει ουσιαστικά κλειστό λόγω των απειλών της Τεχεράνης για τη ναυτιλία. Όπως αναφέρει το POLITICO, η παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου σε εγκαταστάσεις σε αρκετές χώρες του Κόλπου έχει επιβραδυνθεί ή σταματήσει. Αυτό γιατί οι επιθέσεις από ιρανικά drones, συνεχίζονται, κάτι που φυσικά θα έπρεπε να περιμένει η Δύση.
Σύμφωνα με την καταγραφή του POLITICO, σε όλη την Ευρώπη οι τιμές στα πρατήρια καυσίμων, ήδη αυξάνονται. Η τιμή του φυσικού αερίου που ήταν και η κύρια αιτία κρίσης το ’22, επίσης αυξάνεται, ξεπερνώντας τα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα τη Δευτέρα. Η τιμή αυτή δεν είναι ακόμη κοντά στα ιλιγγιώδη ύψη του 2022, αλλά είναι υψηλότερη από οποιαδήποτε άλλη τιμή, έκτοτε.
Μιλώντας στην ετήσια διάσκεψη των Ευρωπαίων πρέσβεων, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν υπογράμμισε τη Δευτέρα πως η Ένωση αναγνωρίζει πως η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δεν είναι “περιφερειακή”, ούτε πρέπει να αντιμετωπίζεται έτσι και πως θα έχει άμεσες συνέπειες για την ΕΕ. Αφού ανέφερε πως πρώτη προτεραιότητα πρέπει να είναι η ενίσχυση της άμυνας, είπε πως η Ένωση πρέπει να επενδύσει στην οικονομική ανεξαρτησία της με πιο “ευέλικτους” τρόπους. “Ο στόχος είναι να γίνουμε πιο ανθεκτικοί, πιο κυρίαρχοι και πιο ισχυροί – από την άμυνα μέχρι την ενέργεια και από τις πρώτες ύλες μέχρι τις στρατηγικές τεχνολογίες” είπε χαρακτηριστικά.
Για την Ευρώπη, ένα “όπλο” είναι το “Global Gateway”, η ευρωπαϊκή στρατηγική εμπορίου ενέργειας. “Αν επενδύουμε σε αλυσίδες αξίας καθαρής ενέργειας στη Βόρεια Αφρική, ή σε δεξιότητες για την επεξεργασία ορυκτών κατά μήκος του Διαδρόμου Λόμπιτο, ή σε ψηφιακές συνδέσεις κατά μήκος του Διαδρόμου Ινδία-Μέση Ανατολή-Ευρώπη (IMEC), ή σε τοπικές φαρμακευτικές βιομηχανίες σε όλη την Αφρική και την Καραϊβική, είναι απόλυτα σαφές ότι και οι δύο πλευρές έχουν να κερδίσουν”, είπε η Πρόεδρος της Κομισιόν. Αρκούν όμως αυτά;
Όπως τονίζει το POLITICO, ο Ευρωπαίος Επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις δήλωσε στους δημοσιογράφους: “Σε ένα πιο ήπιο σενάριο όπου η σύγκρουση θα περιοριστεί σε μερικές εβδομάδες, μπορεί κανείς να αναμένει ότι αυτό δεν θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομία”. Ωστόσο, μια “πιο παρατεταμένη” κρίση, είπε, “μπορεί να καταλήξει σε ένα σημαντικό στασιμοπληθωριστικό σοκ στην παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομία”, με τις υψηλότερες τιμές ενέργειας να εξαπλώνονται στη συνέχεια σε ευρύτερο πληθωρισμό.
Ο Μακρόν δήλωσε άλλωστε από την Κύπρο πως η αποκατάσταση της κυκλοφορίας στο Στενό του Ορμούζ είναι ζωτικής, πλέον, σημασίας. Για να το πετύχει αυτό, είπε ότι η Γαλλία θέλει να αναπτύξει στρατιωτικές συνοδείες για πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και για δεξαμενόπλοια, “το συντομότερο δυνατό”. Κάτι που σημαίνει πως η Γαλλία και η ΕΕ, θα εμπλακούν σε αυτή τη σύγκρουση πιο ενεργά, έστω και σε επίπεδο διαφύλαξης συμφερόντων εκτός εδαφών του Ιράν.
Οι υπουργοί Ενέργειας της G7 προγραμμάτισαν άλλωστε έκτακτη συνάντηση στο Παρίσι. Το κρίσιμο όμως ερώτημα, στο οποίο μπορεί να απαντήσει μόνο ο Τραμπ, είναι το εξής: Πόσο θα διαρκέσει ο πόλεμος;
Μέχρι στιγμής, οι απότομες αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου έχουν μετριαστεί, σύμφωνα με ενεργειακούς αναλυτές, από την παγκόσμια υπερπροσφορά πετρελαίου και την αναμενόμενη αύξηση της παγκόσμιας παραγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) τα επόμενα χρόνια. Οι αυξήσεις στην τιμή του φυσικού αερίου χρειάζονται επίσης χρόνο για να επηρεάσουν τους λογαριασμούς των καταναλωτών, δίνοντας στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής λίγο χρόνο για να αντιδράσουν, τονίζει το POLITICO.
Οι Ευρωπαίοι υπουργοί Ενέργειας πρόκειται να συναντηθούν την επόμενη εβδομάδα, με την αύξηση των τιμών της ενέργειας να βρίσκονται στην κορυφή της ημερήσιας διάταξης. Η Ευρώπη ανησυχεί καθώς τα αποθέματα φυσικού αερίου έχουν εξαντληθεί σε ασυνήθιστα χαμηλά επίπεδα μετά τον κρύο χειμώνα του τρέχοντος έτους. Θεωρητικά, η ΕΕ μπορεί να οργανώσει κοινές αγορές έκτακτης ανάγκης και να επιβάλει ανώτατα όρια τιμών. Ωστόσο, τα κράτη – μέλη δεν έχουν ακόμη αιτηθεί για τέτοια μέτρα, τηρώντας στάση αναμονής.
Αλλά για το πετρέλαιο ειδικότερα, υπάρχουν ήδη φόβοι ότι τα πράγματα θα χειροτερέψουν προτού βελτιωθούν – και όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος, τόσο πιο απότομα θα αυξάνονται οι τιμές. Κατά τον Ajay Parmar, ειδικό σε θέματα ενέργειας, “υπάρχουν μεγάλης κλίμακας lockdown σε πολλές χώρες της Μέσης Ανατολής, συμπεριλαμβανομένης, δυστυχώς, της Σαουδικής Αραβίας. Οι συνέπειες για την αγορά θα είναι πολύ πιο σημαντικές από αυτές που παρατηρήθηκαν το 2022”, προειδοποιεί.
Κατά τον Τραμπ, όποιος αντιδρά είναι “ηλίθιος”. “Οι βραχυπρόθεσμες αλλαγές στις τιμές του πετρελαίου, οι οποίες θα πέσουν ραγδαία όταν τελειώσει η καταστροφή της πυρηνικής απειλής του Ιράν, είναι ένα πολύ μικρό τίμημα που πρέπει να πληρώσουν οι ΗΠΑ, ο κόσμος, η ασφάλεια και η ειρήνη. Μόνο οι ηλίθιοι σκέφτονται διαφορετικά”, έγραψε στο Truth Social.
Προς ώρας, πλην του Σάντσεθ, κανείς ευρωπαίος ηγέτης δεν έχει εναντιωθεί σφόδρα στις πολιτικές του Τραμπ. Ο δε υπουργός Ενέργειας του Ηνωμένου Βασιλείου, Εντ Μίλιμπαντ, -παρά το γεγονός ότι διαφωνεί με τον Τραμπ σε σχεδόν όλα τα θέματα ενεργειακής πολιτικής, είπε στους βουλευτές πως η αναταραχή στις αγορές ενέργειας ήταν αποτέλεσμα των “ιρανικών απειλών για το Στενό του Ορμούζ” και όχι της επιθετικής πολιτικής ΗΠΑ και Ισραήλ.