Συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας: Δέκα χρόνια μετά, πρόσφυγες εγκλωβισμένοι στα σύνορα της Ευρώπης
Διαβάζεται σε 5'
Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα καλούν τις ευρωπαϊκές και τις ελληνικές αρχές να επανεξετάσουν ριζικά την προσέγγισή τους στο μεταναστευτικό ζήτημα, τονίζοντας την επείγουσα ανάγκη να σταματήσει o πόνος που υφίστανται γυναίκες, παιδιά και οικογένειες που εγκλωβίζονται σε τραγικές συνθήκες.
- 18 Μαρτίου 2026 16:59
Δέκα χρόνια μετά τη συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) – Τουρκίας τον Μάρτιο του 2016, οι ανθρωπιστικές συνέπειες της πολιτικής αυτής παραμένουν ορατές σε όλα τα ελληνικά νησιά και πέρα από αυτά. Η συμφωνία, η οποία έγινε σε μια περίοδο αυξημένων αφίξεων κατά μήκος της διαδρομής της Ανατολικής Μεσογείου, παρουσιάστηκε ως μια ρεαλιστική λύση για τη μείωση της μετανάστευσης προς την Ευρώπη. Στην πράξη, όμως, αναδιαμόρφωσε ριζικά τη μεταναστευτική πολιτική της ΕΕ, εισάγοντας ένα μοντέλο που επικεντρώνεται στην αποτροπή, τον περιορισμό και την διαχείριση της διαδικασίας ασύλου εκτός συνόρων της ΕΕ.
Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα καλούν τις ευρωπαϊκές και τις ελληνικές αρχές να επανεξετάσουν ριζικά την προσέγγισή τους στο μεταναστευτικό ζήτημα, τονίζοντας την επείγουσα ανάγκη να σταματήσει o πόνος που υφίστανται γυναίκες, παιδιά και οικογένειες που εγκλωβίζονται σε τραγικές συνθήκες. Οι κυβερνήσεις πρέπει να εξασφαλίσουν ασφαλείς και αξιοπρεπείς συνθήκες υποδοχής, πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, δίκαιες και αποτελεσματικές διαδικασίες ασύλου και να θέσουν τέλος στις πολιτικές που μεταφέρουν τις ευρωπαϊκές ευθύνες προστασίας πέρα από τα σύνορά της.
«Η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως επιτυχία από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, είχε τεράστιο ανθρώπινο κόστος την τελευταία δεκαετία», δηλώνει η Χριστίνα Ψαρρά, Γενική Διευθύντρια του ελληνικού τμήματος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. «Παρά τους ισχυρισμούς για πρόοδο, χιλιάδες άνθρωποι συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν απάνθρωπες συνθήκες, την ώρα που οι Ευρωπαίοι ηγέτες μετρούν 10 χρόνια πολιτικών που έχουν προκαλέσει χάος και κακομεταχείριση. Δεν θα σταματήσουμε να απαιτούμε από την ΕΕ και τις ελληνικές αρχές να τερματίσουν αυτή την κυνική στρατηγική περιορισμού, να σταματήσουν να βλάπτουν περαιτέρω την υγεία των ασθενών μας και να σεβαστούν την αξιοπρέπειά τους».
Εδώ και μια δεκαετία, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν ιατρική και ψυχολογική περίθαλψη σε πρόσφυγες και μετανάστες που φτάνουν στα ελληνικά νησιά. Κατά τη δεκαετία 2016-2026, πραγματοποιήθηκαν συνολικά 156.977 εξωτερικές ιατρικές συνεδρίες. Οι αιτούντες άσυλο που φτάνουν σε νησιά όπως η Λέσβος, η Σάμος, η Χίος, η Κως και η Λέρος συχνά αναγκάζονται να παραμείνουν εκεί μέχρι να εξεταστούν οι αιτήσεις τους, μερικές φορές για μήνες ή και χρόνια. Οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα έχουν καταγράψει επανειλημμένα περιστατικά βίας στα σύνορα, υπερπλήρεις καταυλισμούς, ανεπαρκείς συνθήκες υγιεινής, περιορισμένη πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και σοβαρή επιδείνωση της ψυχικής υγείας των ανθρώπων που βρίσκονται παγιδευμένοι σε αυτές τις συνθήκες.
Βάσει της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας, τα άτομα των οποίων οι αιτήσεις ασύλου απορρίφθηκαν θα μπορούσαν θεωρητικά να επιστραφούν στην Τουρκία, την οποία η ΕΕ χαρακτήρισε ως «ασφαλή τρίτη χώρα». Ταυτόχρονα, η ΕΕ δεσμεύτηκε να επανεγκαταστήσει έναν Σύρο πρόσφυγα από την Τουρκία για κάθε Σύρο που επιστρέφεται. Στην πραγματικότητα, οι επιστροφές παρέμειναν εξαιρετικά περιορισμένες: μεταξύ Απριλίου 2016 και Φεβρουαρίου 2025, 2.140 άτομα επιστράφηκαν από τα ελληνικά νησιά στην Τουρκία, ενώ από τον Μάρτιο του 2020 δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία επιστροφή.
Μετά την καταστροφή του καταυλισμού της Μόριας στη Λέσβο το 2020, δημιουργήθηκαν σε διάφορα νησιά νέες εγκαταστάσεις, γνωστές ως Κέντρα Κλειστής Ελεγχόμενης Πρόσβασης. Αν και παρουσιάζονται ως βελτιωμένες εγκαταστάσεις υποδοχής, οι καταυλισμοί αυτοί βρίσκονται σε απομακρυσμένες περιοχές και λειτουργούν υπό αυστηρή επιτήρηση και ελέγχους πρόσβασης, ενισχύοντας την υποκείμενη λογική του περιορισμού και του αποκλεισμού.
Κατά την τελευταία δεκαετία, η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας έχει επίσης χρησιμεύσει ως πρότυπο για την εξωτερίκευση των ευρωπαϊκών πολιτικών μετανάστευσης.
Η ΕΕ έχει επεκτείνει τη συνεργασία της με χώρες όπως η Λιβύη, η Τυνησία, η Σενεγάλη, η Μαυριτανία, το Μαρόκο, ο Νίγηρας, η Αίγυπτος και διάφορα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων, προκειμένου να αποτρέψει την άφιξη ανθρώπων στην Ευρώπη. Αυτές οι συνεργασίες συχνά περιλαμβάνουν οικονομική βοήθεια ή συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας με στόχο την ενίσχυση των συνοριακών ελέγχων, μεταθέτοντας παράλληλα την ευθύνη για την προστασία των προσφύγων σε χώρες όπου τα συστήματα προστασίας και ασύλου είναι συχνά περιορισμένα.
Οι ιατρικές ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει για τις επιπτώσεις των πολιτικών αποτροπής στην υγεία. «Πολλοί από τους ανθρώπους που φτάνουν στα ελληνικά νησιά έχουν ήδη βιώσει βία, συγκρούσεις ή διώξεις πριν ξεκινήσουν το επικίνδυνο ταξίδι τους διασχίζοντας το Αιγαίο», συνεχίζει η Χριστίνα Ψαρρά. «Η παρατεταμένη αβεβαιότητα, οι περιορισμοί στην μετακίνηση και οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης συχνά επιδεινώνουν το υπάρχον τραύμα.»
Οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα περιθάλπουν ασθενείς με κατάθλιψη, άγχος, μετατραυματικό στρες, διαταραχές ύπνου ή αυτοκτονικές σκέψεις. Οι κακές συνθήκες διαβίωσης έχουν επίσης συμβάλλει στην εμφάνιση δερματικών, αναπνευστικών και γαστρεντερικών παθήσεων που συνδέονται με τον υπερπληθυσμό και τις ανεπαρκείς συνθήκες υγιεινής. Οι χρόνιες παθήσεις συχνά δεν διαγιγνώσκονται ή δεν αντιμετωπίζονται, ενώ οι έγκυες γυναίκες, οι επιζώσες σεξουαλικής βίας και οι γυναίκες με επιπλοκές που σχετίζονται με τον ακρωτηριασμό των γεννητικών τους οργάνων συχνά δεν λαμβάνουν ιατρική περίθαλψη για εβδομάδες ή μήνες.
Παρά τις όλο και πιο περιοριστικές πολιτικές, οι άνθρωποι συνεχίζουν τα επίκινδυνα ταξίδια στη θάλασσα. Τα ναυάγια και οι βίαιες αναχαιτίσεις εξακολουθούν να συμβαίνουν συχνά, καταδεικνύοντας τους κινδύνους που συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι όταν δεν υπάρχουν ασφαλείς διαδρομές. Οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα παρέχουν επείγουσα ιατρική και ψυχολογική φροντίδα στους επιζώντες που φτάνουν μετά από αυτά τα ταξίδια.