Το πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο: Ο Τραμπ και ο νεοφασισμός

Διαβάζεται σε 16'
Το πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο: Ο Τραμπ και ο νεοφασισμός
AP Alex Brandon

Από την πρώτη στιγμή, ο Τραμπ οικοδόμησε μια πολιτική ταυτότητα που δεν αποσκοπούσε στη διεύρυνση του ακροατηρίου του, αλλά στη βαθιά συσπείρωση ενός συγκεκριμένου κοινωνικού και ιδεολογικού πυρήνα.

Προτού επιχειρήσουμε οποιαδήποτε αποτίμηση των πεπραγμένων του Ντόναλντ Τραμπ, οφείλουμε να οριοθετήσουμε το ιδεολογικό οικοσύστημα εντός του οποίου κινείται. Δεν πρόκειται απλώς για έναν συντηρητικό πολιτικό, αλλά για τον εκφραστή ενός σύγχρονου νεοφασισμού, ο οποίος εδράζεται στους πυλώνες του νατιβισμού, του αυταρχισμού και του ακροδεξιού λαϊκισμού.

Η πολιτική του πρακτική διέπεται από μια εξόφθαλμα απολυταρχική λογική, η οποία επιτελείται μέσω μιας διμέτωπης επίθεσης στους θεσμούς: αφενός μέσω της «εξωτερικής» απαξίωσης ή και κατάργησης ελεγκτικών μηχανισμών (όπως το Κογκρέσο ή το Υπουργείο Παιδείας) και αφετέρου μέσω της «εσωτερικής» διάβρωσης, με την άλωση της κρατικής μηχανής μέσω της τοποθέτησης ημέτερων ως «τοποτηρητών».

Σε αντίθεση με τον κλασικό φασισμό του μεσοπολέμου, που επιδίωκε την άμεση και βίαιη κατάλυση της δημοκρατίας (μέσω πραξικοπημάτων και ταγμάτων εφόδου), ο νεοφασισμός ακολουθεί διαφορετική στρατηγική: λειτουργεί παρασιτικά εντός του δημοκρατικού πλαισίου με σκοπό να το μεταλλάξει εκ των έσω. Πρόκειται για έναν εθνικιστικό αυταρχισμό που εργαλειοποιεί τις (όποιες) δημοκρατικές διαδικασίες για να επιβάλει διακρίσεις, να περιστείλει ατομικές ελευθερίες και να θεσμοθετήσει τον κοινωνικό αποκλεισμό. Δυστυχώς, αυτή η τάση τείνει να γίνει η νέα κανονικότητα στη Δύση, όπου δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις διολισθαίνουν σταδιακά σε καθεστωτικές πρακτικές. Διατηρούν το κέλυφος της αστικής δημοκρατίας μόνο στο βαθμό που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των εκκολαπτόμενων αυταρχικών καθεστώτων, εφαρμόζοντας τους υπάρχοντες νόμους κατά το δοκούν, και ψηφίζοντας νέους που επιβάλλουν τις δικές τους περιοριστικές/αυταρχικές πολιτικές (όπως παρατηρείται για παράδειγμα στις περιπτώσεις Όρμπαν, Μελόνι ή Μητσοτάκη).

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Τραμπ αναδεικνύεται παράλληλα ως ο «αρχιτέκτονας» μιας βιομηχανίας ψεύδους. Δεν είναι απλώς ένας ακροδεξιός «λαϊκιστής», αλλά ένας συστηματικός παραγωγός και διαμοιραστής παραπληροφόρησης. Έχοντας (επαν)εγκαθιδρύσει την εποχή της «μετα-αλήθειας» (post-truth), κατασκευάζει μια παράλληλη πραγματικότητα όπου τα γεγονότα δεν έχουν σημασία, παρά μόνο το αφήγημα που εξυπηρετεί την εξουσία του. Μέσω της λασπολογίας, της προπαγανδιστικής εκ μέρους του χρήσης των “fake news” και της απαξίωσης της επιστήμης και της δημοσιογραφίας, αποπροσανατολίζει την κοινή γνώμη και φανατίζει το ακροατήριό του, επιδιώκοντας να καταστήσει τον ορθολογικό διάλογο πρακτικά αδύνατο.

Η περίπτωση Τραμπ συνιστά, εν τέλει, τη δυστοπική επιβεβαίωση του «Αιώνιου Φασισμού» (Ur-Fascism), όπως τον περιέγραψε ο Ουμπέρτο Έκο το 1995. Ο Έκο μας λέει ότι ο φασισμός είναι μια προσαρμοστική ιδεολογία που μπορεί να επιστρέψει φορώντας σύγχρονα «πολιτικά κοστούμια», χωρίς να χρειάζεται στρατιωτικές στολές. Στην περίπτωση του Τραμπ, εντοπίζουμε όλα τα αρχέτυπα του Έκο:

  • Λατρεία για την «παράδοση»: Μια εμμονική προσκόλληση στο παρελθόν που οδηγεί στην απόρριψη του μοντερνισμού, αντιμετωπίζοντας την κριτική σκέψη και την πρόοδο ως προδοσία των «πατρογονικών αξιών».
  • Φόβος προς το διαφορετικό: Η αναγωγή του ρατσισμού και της ξενοφοβίας από πολιτική θέση σε φυσικό αντανακλαστικό άμυνας απέναντι σε κάθε τι «ξένο».
  • Εργαλειοποίηση της απογοήτευσης: Η στόχευση στο θυμικό μιας απογοητευμένης μεσαίας και κατώτερης τάξης, όπου η οικονομική κρίση και η κοινωνική ταπείνωση μετατρέπονται σε καύσιμη ύλη για πολιτικό φανατισμό.
  • Συνωμοσιολογία: Η θωράκιση του αφηγήματος μέσω της πεποίθησης ότι «σκοτεινοί εχθροί» (το “deep state”, οι μετανάστες, οι αριστεροί) επιβουλεύονται διαρκώς την ακεραιότητα του έθνους. Τη στιγμή που ειδικά η εργαλειοποίηση του deep state αποτελεί χαρακτηριστική έκφανση του (νεο)φασισμού.
  • Περιφρόνηση για τον αδύναμο: Η επικράτηση ενός ωμού κοινωνικού δαρβινισμού, όπου η αλληλεγγύη και η συμπόνια εκλαμβάνονται ως αδυναμίες, και θεμελιώνεται η άποψη πως μόνο ο ισχυρός δικαιούται, εν τέλει, να επιβιώνει και να κυριαρχεί.

Η δημόσια εικόνα από την πρώτη θητεία: πόλωση ως στρατηγική

Έχοντας τις παραπάνω παραμέτρους υπόψη, η δημόσια εικόνα του Ντόναλντ Τραμπ από την πρώτη του θητεία (2017–2021) έως σήμερα δεν χαρακτηρίζεται από ουσιαστική μεταμόρφωση, αλλά από τη σκλήρυνση και την παγίωση της πόλωσης που τον συνόδευε εξαρχής. Από την πρώτη στιγμή, ο Τραμπ οικοδόμησε μια πολιτική ταυτότητα που δεν αποσκοπούσε στη διεύρυνση του ακροατηρίου του, αλλά στη βαθιά συσπείρωση ενός συγκεκριμένου κοινωνικού και ιδεολογικού πυρήνα. Τα χαμηλά και σταθερά ποσοστά συνολικής αποδοχής κατά την πρώτη του προεδρία δεν αποτέλεσαν ένδειξη αποτυχίας, αλλά ένδειξη στρατηγικής επιλογής: η σύγκρουση λειτουργούσε ως μηχανισμός πολιτικής νομιμοποίησης.

Κατά την περίοδο 2017–2021, η εικόνα του εδραιώθηκε ως ριζικά διχαστική. Υψηλά ποσοστά αποδοχής μεταξύ των Ρεπουμπλικανών συνυπήρχαν με σχεδόν καθολική απόρριψη από Δημοκρατικούς και μεγάλο μέρος των ανεξάρτητων ψηφοφόρων. Σε διεθνές επίπεδο, η εμπιστοσύνη προς την αμερικανική ηγεσία σημείωσε αισθητή πτώση, με τον Τραμπ να αντιμετωπίζεται ως απρόβλεπτος και αποσταθεροποιητικός παράγοντας. Η εικόνα αυτή δεν ήταν παρενέργεια, αλλά προέκταση της εσωτερικής του πολιτικής: η αμφισβήτηση διεθνών θεσμών και συμμαχιών ταίριαζε απόλυτα με την εχθρότητα προς κάθε μορφή θεσμικού περιορισμού στο εσωτερικό.

Ο Ντόναλντ Τραμπ AP Alex Brandon

Η μεταβατική περίοδος και το αφήγημα του «διωκόμενου»

Η περίοδος μετά το 2021 λειτούργησε ως κρίσιμη φάση επανασημασιοδότησης της εικόνας του Τραμπ. Τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου του 2021 και οι διαδοχικές δικαστικές διώξεις δεν αποδυνάμωσαν το πολιτικό του κεφάλαιο εντός της βάσης του. Αντιθέτως, ενίσχυσαν τον μύθο του «διωκόμενου ηγέτη» που μάχεται ενάντια σε ένα διεφθαρμένο σύστημα. Το αφήγημα αυτό αποτελεί τον κεντρικό άξονα της πολιτικής του αυτοπαρουσίασης στο πλαίσιο (και) της δεύτερης θητείας του.

Οι δικαστικές διώξεις λειτουργούν διττά: σε επίπεδο ευρύτερης κοινωνικής αποδοχής τον φθείρουν, καθώς ενισχύουν την εικόνα ενός πολιτικού που αμφισβητεί τη νομιμότητα. Στο επίπεδο της δικής του ιδεολογικής βάσης, όμως, τον καθιστούν ισχυρότερο, καθώς επιβεβαιώνουν την αντίληψη ότι αποτελεί απειλή για το «κατεστημένο». Δεν παρατηρείται ουσιαστική κόπωση στους υποστηρικτές του, τουναντίον, καταγράφεται αυξημένη συσπείρωση, τροφοδοτούμενη από μια μανιχαϊστική κοσμοαντίληψη, στην οποία ο Τραμπ και οι οπαδοί του αποτελούν τους μονίμως διωκώμενους (μέσω ενός μηχανισμού συστηματικής, προπαγανδιστικής αυτοθυματοποίησης), ταυτόχρονα όμως και τους μόνους «απελευθερωμένους» εντός των σύγχρονων κοινωνιών από τα δεσμά του μοντερνισμού, του «δικαιωματισμού» και όλων των «περιορισμών» που επιβάλλονται από το σύγχρονο πολιτισμό.

Δεύτερη θητεία: πιο προβλέψιμα επικίνδυνος

Στη δεύτερη θητεία του, ο Τραμπ εμφανίζεται ταυτόχρονα πιο προβλέψιμος και πιο επικίνδυνος. Πιο προβλέψιμος, διότι η ιδεολογική του κατεύθυνση και οι εχθροί του είναι πλέον σαφώς (καθ)ορισμένα από τον ίδιο τον Τραμπ. Πιο επικίνδυνος, διότι έχει αφομοιώσει τα «μαθήματα» της πρώτης προεδρίας. Η διακυβέρνησή του είναι πιο μεθοδική, με μεγαλύτερη έμφαση στον έλεγχο της κρατικής μηχανής και λιγότερους δισταγμούς απέναντι στη θεσμική σύγκρουση. Η σύγκρουση με το Κογκρέσο, τη δικαιοσύνη και τα ΜΜΕ δεν είναι πλέον συγκυριακή, αλλά συνειδητή στρατηγική απονομιμοποίησης κάθε θεσμικού αντίβαρου. Στην ουσία η δεύτερη διακυβέρνησή του ακολουθεί τα προτάγματα του Project 2025.

Το Project 2025 είναι ένα από τα πλέον σημαντικά (και αμφιλεγόμενα) στοιχεία της δεύτερης περιόδου διακυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ, όχι απλώς ως πολιτική πρόταση αλλά ως πρακτικό σχέδιο για μια υπερσυντηρητική αντι-μεταρρύθμιση και αναδόμηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των ΗΠΑ. Πρόκειται για ένα εκτενές, δομημένο και λεπτομερές πρόγραμμα αλλαγών, σχεδιασμένο από το υπερσυντηρητικό think tank «The Heritage Foundation» με τη συμμετοχή άνω των 100 (ακρο)δεξιών οργανώσεων και ειδικών, που δημοσιοποιήθηκε πριν από τις εκλογές του 2024 και έχει ήδη διαμορφώσει μεγάλο μέρος της ατζέντας του 2025-2026. Στην ουσία, το Project 2025 λειτουργεί ως «οδικός χάρτης» για μια υπερσυντηρητική διοίκηση, καθώς συνιστά έναν τεχνοκρατικά επεξεργασμένο μηχανισμό αυταρχικής μετάλλαξης του κράτους, λειτουργώντας ως ο θεσμικός βραχίονας ενός νεοφασιστικού σχεδίου εξουσίας, ακριβώς επειδή μεταφράζει τη ρητορική, τα συναισθηματικά αφηγήματα και τον πολιτικό λαϊκισμό του τραμπισμού σε συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες διοικητικές πρακτικές.

Στον πυρήνα του νεοφασισμού, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, βρίσκεται η παρασιτική σχέση με τη δημοκρατία: δεν επιδιώκεται η άμεση κατάλυσή της, αλλά η εκ των έσω μετάλλαξή της, μέσω της εργαλειοποίησης των θεσμών. Το Project 2025 ενσαρκώνει ακριβώς αυτή τη λογική. Αντί για πραξικοπηματική ρήξη, προτείνει μια σταδιακή (ανα)κατάληψη του κράτους από την εκτελεστική εξουσία, με όρους ιδεολογικής πίστης και προσωπικής αφοσίωσης. Η έμφαση στην αντικατάσταση χιλιάδων δημόσιων υπαλλήλων με «ευθυγραμμισμένα» στελέχη, η αποδόμηση της διοικητικής ουδετερότητας και η υπαγωγή της γραφειοκρατίας στη βούληση του προέδρου συνιστούν κλασικά χαρακτηριστικά αυταρχικών καθεστώτων, προσαρμοσμένα όμως στο θεσμικό περιβάλλον μιας σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Παράλληλα, το Project 2025 συνδέεται άμεσα με τον νατιβιστικό και αποκλειστικό πυρήνα του νεοφασισμού. Οι προτάσεις του για τη μετανάστευση, την ασφάλεια και την «εθνική ταυτότητα» δεν αποσκοπούν απλώς στη διαχείριση κοινωνικών φαινομένων, αλλά στη θεσμοθέτηση ενός ιεραρχικού ορισμού του «ανήκειν». Η ιδέα του έθνους ως ομοιογενούς, απειλούμενης οντότητας, που χρειάζεται έναν ισχυρό ηγέτη για να προστατευθεί από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς, διατρέχει οριζόντια το πρόγραμμα. Με τον τρόπο αυτό, το Project 2025 μετατρέπει τον πολιτισμικό φόβο και την κοινωνική ανασφάλεια σε κρατική πολιτική, στοιχείο που αποτελεί θεμελιώδη διάσταση κάθε νεοφασιστικού εγχειρήματος.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η σχέση του Project 2025 με την τραμπική «βιομηχανία ψεύδους». Ο νεοφασισμός δεν στηρίζεται απλώς στη βία ή στον καταναγκασμό, αλλά στη διάλυση της κοινής πραγματικότητας. Το Project 2025 επιχειρεί να αναδομήσει και τους ίδιους τους μηχανισμούς παραγωγής γνώσης και αλήθειας, αποδυναμώνοντας ανεξάρτητες υπηρεσίες, επιστημονικά σώματα και ρυθμιστικούς οργανισμούς. Έτσι, η κρατική πολιτική παύει να βασίζεται σε τεκμήρια και μετατρέπεται σε προέκταση του προεδρικού αφηγήματος, εδραιώνοντας μια κατάσταση μετα-αλήθειας θεσμικού χαρακτήρα. Από αυτή την οπτική, το Project 2025 συνιστά και μια ποιοτική τομή σε σχέση με την πρώτη θητεία Τραμπ. Πρόκειται για τη μετάβαση από τον χαοτικό αυταρχικό λαϊκισμό σε έναν συστηματικό, οργανωμένο νεοφασισμό, ο οποίος δεν αρκείται στη ρητορική σύγκρουση με τους θεσμούς, αλλά επιδιώκει τη λειτουργική τους υποταγή.

Τέλος, το Project 2025 ενισχύει αποφασιστικά το νεοφασιστικό στοιχείο της προσωπολατρίας. Παρότι παρουσιάζεται ως «συντηρητικό σχέδιο διακυβέρνησης», η πραγματική του λογική προϋποθέτει έναν ισχυρό πρόεδρο που υπερβαίνει τους θεσμικούς περιορισμούς και ενσαρκώνει τη «βούληση του έθνους». Η πολιτική νομιμοποίηση δεν αντλείται από διαδικασίες, αλλά από τη σχέση άμεσης ταύτισης ηγέτη-λαού, μια σχέση που βρίσκεται στον πυρήνα τόσο του ιστορικού φασισμού όσο και των σύγχρονων νεοφασιστικών εκδοχών του.

Η σχέση με το Ρεπουμπλικανικό κόμμα

Παράλληλα, η σχέση του με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα έχει υποστεί βαθύ μετασχηματισμό. Ο τραμπισμός εκφράζει πλέον το κέντρο βάρους του αμερικανικού συντηρητισμού. Οι παραδοσιακές φιλελεύθερες ή νεοσυντηρητικές φωνές έχουν περιθωριοποιηθεί, ενώ η πολιτική επιβίωση πολλών κομματικών στελεχών εξαρτάται άμεσα από την ευθυγράμμισή τους με τον Τραμπ.

Πέραν του κρατικού μηχανισμού η «τραμποποίηση» έχει διαποτίσει και το ρεπουμπλικανικό κόμμα, αναδεικνύοντας τον Τραμπ και τους συν αυτώ κυρίαρχους του εσωκομματικού πολιτικού παιχνιδιού και εξασφαλίζοντας (με βάση τα τωρινά δεδομένα και τη δυναμική που υπάρχει) ότι η «γραμμή Τραμπ» θα επικρατήσει εντός του Ρεπουμπλικανικού κόμματος ακόμα και μετά το θάνατό του, καθώς δεν φαίνεται διατεθειμένος να παραιτηθεί εν ζωή από οποιοδήποτε πολιτικό αξίωμα, όπως εξ άλλου κάθε δικτάτορας που σέβεται τον εαυτό του.

AFP BRENDAN SMIALOWSKI

ΜΜΕ, σάτιρα και έλεγχος της πληροφορίας

Η σχέση του Τραμπ με τα ΜΜΕ, τους δημοσιογράφους και τη σάτιρα παραμένει βαθιά συγκρουσιακή και έχει μετατραπεί σε σημείο σύγκρουσης θεσμικού χαρακτήρα στη δεύτερη θητεία του. Η απαξίωση και η επίθεση εκ μέρους του Τραμπ αποσκοπούν στη δημιουργία ενός κλειστού επικοινωνιακού σύμπαντος, εντός του οποίου κάθε κριτική παρουσιάζεται ως εχθρική πράξη, και η ενημέρωση αντικαθίσταται από την τυφλή πίστη. Στο πλαίσιο αυτό παρατηρούνται πρακτικές άμεσης ή έμμεσης πίεσης που οδηγούν σε απολύσεις, αναστολές απασχόλησης και τριγμούς στη δημοσιογραφική λειτουργία.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πρόσφατα παραδείγματα είναι η στρατηγική πίεση που οδήγησε στην αναστολή της εκπομπής Jimmy Kimmel Live! μετά από σχόλια του παρουσιαστή Τζίμυ Κίμελ, τα οποία θεωρήθηκαν επικριτικά για τον Τραμπ. Η απόφαση του ABC να «παγώσει» την εκπομπή ερμηνεύθηκε ευρέως ως αποτέλεσμα άμεσης πίεσης από την κυβέρνηση και την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών (FCC), συμπεριλαμβανομένων απειλών για πιθανή ανάκληση αδειών μετάδοσης, αν τα δίκτυα δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις της κυβέρνησης. Νωρίτερα, η εκπομπή του Κόλμπερ είχε ακυρωθεί από άλλο δίκτυο, γεγονός που πολλοί συνδυάζουν με διάχυτη πίεση στο περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης για να περιοριστούν οι φωνές κριτικής απέναντι στην προεδρία του Τραμπ.

Επιπλέον, σε θεσμικό επίπεδο, η κυβέρνηση προχώρησε σε μαζικές απολύσεις ή αναστολές συμβάσεων προσωπικού σε δημοσιογραφικούς οργανισμούς με κρατική χρηματοδότηση. Στο πλέον χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα, περίπου 600 συμβασιούχοι (δημοσιογράφοι και διοικητικό προσωπικό) στο διεθνή ραδιοτηλεοπτικό φορέα Voice of America (VOA-ακόμα ένα «μακρύ» προπαγανδιστικό χέρι των ΗΠΑ) απολύθηκαν μέσα στο 2025. Στη συνέχεια, εκατοντάδες άλλα μέλη προσωπικού του US Agency for Global Media, της υπηρεσίας που εποπτεύει τη VOA, έλαβαν ειδοποιήσεις για απόλυση ή μπήκαν σε αναστολή.

Αυτά τα παραδείγματα δείχνουν ότι, σε αντίθεση με την παραδοσιακή επικοινωνιακή αντιπαράθεση, η σχέση με τα ΜΜΕ στη δεύτερη θητεία έχει πλέον θεσμικά επεκταθεί πέρα από λεκτικές επιθέσεις, σε κινήσεις ή εφαρμογή πολιτικών που έχουν πραγματικό αντίκτυπο στις θέσεις εργασίας, την πρόσβαση στην ενημέρωση και την ελευθερία έκφρασης. Η κριτική δεν αντιμετωπίζεται ως μέρος του δημοσίου διαλόγου αλλά ως απειλή που πρέπει να αντιπαρατεθεί ή να περιθωριοποιηθεί.

Το κοινωνικό ακροατήριο και ο ρόλος της Μελάνια Τραμπ

Το βασικό ακροατήριο του Τραμπ συγκροτείται από κοινωνικές ομάδες που βιώνουν πολιτισμική και κοινωνική ανασφάλεια: λευκά κατώτερα και μέσα κοινωνικά στρώματα, άτομα χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και εργασιακής εξειδίκευσης με έντονη καχυποψία απέναντι στο ομοσπονδιακό κράτος και την «παγκοσμιοποίηση», ευαγγελικοί χριστιανοί και ομάδες που αντιλαμβάνονται οποιαδήποτε φυλετική δημογραφική μεταβολή ως υπαρξιακή απειλή. Για αυτές τις ομάδες, ο Τραμπ λειτουργεί ως συμβολικό ανάχωμα απέναντι σε έναν κόσμο που αλλάζει και νιώθουν ότι τους έχει «αποκλείσει».

Ο ρόλος της Μελάνια στη διαμόρφωση της δημόσιας εικόνας του Τραμπ έχει περιοριστεί περαιτέρω. Η παρουσία της είναι ελεγχόμενη και αποπολιτικοποιημένη, λειτουργώντας περισσότερο ως στοιχείο αισθητικής κανονικότητας παρά ως ενεργός πολιτικός παράγοντας. Εδώ να αναφέρω και μια σάτιρα που (προς το παρόν τουλάχιστον και μάλλον για τα μάτια του κόσμου) έχει «ξεφύγει» από τη δαμόκλειο σπάθη του Τραμπ, το South Park, το οποίο πέραν της έντονης κριτικής που ασκεί στον ίδιο των Τραμπ και σε πολλά υψηλόβαθμα στελέχη του κύκλου του (J. D. Vance, Pam Bondi κα.), σατιρίζει και την περιθωριοποίηση της Μελάνια (βλ. επεισόδιο «Τhe woman in the hat”). Δεν μπορεί να εξακριβωθεί εάν αυτή η περιθωριοποίηση αποτελεί μέρος της επικοινωνιακής στρατηγικής του Τραμπ ή συνειδητή επιλογή «αποδοκιμασίας» εκ μέρους της Μελάνια.

EPA / ΑΠΕ-ΜΠΕ JIM LO SCALZO

Πρόσωπο ή σύμπτωμα; Η ευρύτερη σημασία της δεύτερης θητείας

Η ανάλυση της περίπτωσης Τραμπ οδηγεί αναπόφευκτα στο ερώτημα αν πρόκειται για ένα ιστορικά μεμονωμένο φαινόμενο ή για την εκδήλωση βαθύτερων δομικών μεταβολών στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Η απάντηση κλίνει σαφώς προς το δεύτερο. Όπως έχει επισημανθεί στη σχετική βιβλιογραφία για τη διάβρωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, οι αυταρχικές μετατοπίσεις σπάνια πραγματοποιούνται μέσω αιφνίδιων ρήξεων. Αντιθέτως, συντελούνται σταδιακά, μέσω εκλεγμένων ηγεσιών που εργαλειοποιούν τους θεσμούς για να τους απονευρώσουν. Ο Τραμπ ενσαρκώνει ακριβώς αυτή τη διαδικασία.

Η δεύτερη θητεία του δεν εγκαινιάζει κάτι ριζικά νέο, αλλά κανονικοποιεί πρακτικές και λόγους που κατά την πρώτη θητεία αντιμετωπίζονταν ακόμη ως εξαιρέσεις ή παρεκτροπές. Η συνεχής επίθεση στη δικαιοσύνη, η μετατροπή της διοίκησης σε μηχανισμό προσωπικής πίστης και η θεσμική ενθάρρυνση της παραπληροφόρησης συνιστούν στοιχεία ενός καθεστώτος που διατηρεί τον εκλογικό του μανδύα, ενώ αποδομεί τις φιλελεύθερες εγγυήσεις του. Σε αυτό το σημείο, η τραμπική πολιτική συναντά τις περιγραφές του Ουμπέρτο Έκο για τον «αιώνιο φασισμό», ο οποίος δεν επανέρχεται με τη μορφή πιστής ιστορικής αναπαραγωγής, αλλά ως σύνολο επαναλαμβανόμενων πλην όμως επικοινωνιακά επαναπροσδιορισμένων μοτίβων: φόβος απέναντι στο διαφορετικό, λατρεία της ισχύος, εχθρότητα προς τη διανοητική και επιστημονική αυθεντία, και διαρκής κατασκευή εσωτερικών εχθρών.

Η διεθνής διάσταση της δεύτερης θητείας είναι εξίσου κρίσιμη. Η αποδυνάμωση των πολυμερών θεσμών, η περιφρόνηση του διεθνούς δικαίου και η εργαλειοποίηση της εξωτερικής πολιτικής για εσωτερική κατανάλωση εντείνουν την παγκόσμια αβεβαιότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, εμφανίζονται ολοένα και περισσότερο ως απρόβλεπτος δρων, γεγονός που ενισχύει αυταρχικά καθεστώτα και νομιμοποιεί παρόμοιες πρακτικές αλλού. Ο τραμπισμός, με άλλα λόγια, δεν εξάγεται μόνο ως πολιτικό ύφος, αλλά ως λειτουργικό μοντέλο εξουσίας.

Συμπερασματικά, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν πρέπει να προσεγγίζεται απλά ως ιδιοσυγκρασιακή προσωπικότητα ή επικοινωνιακό φαινόμενο. Αποτελεί τον κόμβο όπου συναντώνται η κρίση εκπροσώπησης, η πολιτισμική ανασφάλεια, η απονομιμοποίηση των θεσμών και η μετάβαση προς έναν αυταρχικό λαϊκισμό που έχει πλέον καταστεί δομικό στοιχείο της αμερικανικής πολιτικής ζωής και όχι μόνο. Η δεύτερη (και τελευταία;) θητεία του σηματοδοτεί, επομένως, όχι απλώς μια πολιτική επιστροφή, αλλά μια κρίσιμη φάση εδραίωσης ενός καθεστώτος όπου η πόλωση και ο αυταρχισμός δεν είναι παρενέργεια της εξουσίας, αλλά θεμελιώδη της χαρακτηριστικά.

*Ο Σταμάτης Πουλακιδάκος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας και Ψηφιακών Μέσων στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα