Τρία χρόνια πολέμου στο Σουδάν – Η ιστορία μίας γιατρού Χωρίς Σύνορα
Διαβάζεται σε 7'
Τρία χρόνια μετά το ξέσπασμα του πολέμου στο Σουδάν, οι ιστορίες των ανθρώπων που έμειναν πίσω για να σώσουν ζωές αποκαλύπτουν μια πραγματικότητα που ξεπερνά κάθε φαντασία.
- 11 Απριλίου 2026 07:05
Ανάμεσα στα ερείπια, τον φόβο και την κατάρρευση κάθε δομής υγείας, η Sara Hassan, γιατρός και Σύμβουλος Συντονισμού της χώρας με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα στο Χαρτούμ, αφηγείται τη δική της εμπειρία από την πρώτη γραμμή.
Μέσα από τη μαρτυρία της, ξεδιπλώνεται η ωμή αλήθεια του πολέμου στο Σουδάν: οι στιγμές που η ιατρική ιδιότητα αποκτά βαρύτερο νόημα, οι αποφάσεις που λαμβάνονται υπό ακραία πίεση και η ανθρώπινη αντοχή που δοκιμάει τα όριά της.
«Είμαι γιατρός. Όμως στο Σουδάν, τα τελευταία τρία χρόνια, αυτό σημαίνει πολλά περισσότερα. Σημαίνει να απαντάς σε κλήσεις για βοήθεια, γνωρίζοντας ότι δεν μπορείς να φτάσεις στον άνθρωπο που βρίσκεται στην άλλη άκρη. Να πηγαίνεις προς τον κίνδυνο — όχι επειδή είσαι ατρόμητος, αλλά επειδή ένας ασθενής σε περιμένει. Να κουβαλάς αναμνήσεις που δεν ξεθωριάζουν, όσο κι αν προσπαθείς να προχωρήσεις μπροστά.
Οι στιγμές που μοιράζομαι είναι από τις πρώτες μέρες του πολέμου στο Χαρτούμ — όταν όλα κατέρρευσαν ξαφνικά, όταν οι Δυνάμεις Ταχείας Αντίδρασης (RSF) μπήκαν μέσα στην πόλη.
Η μέρα που τα τηλέφωνα δεν σταμάτησαν να χτυπάνε
Στις 15 Απριλίου 2023, πήγα στη δουλειά όπως συνήθως. Μέχρι τις 9 το πρωί, όλα είχαν αλλάξει.
Στεκόμουν δίπλα σε ένα παράθυρο στην κεντρική βάση ασθενοφόρων στο Bahari, στο βόρειο Χαρτούμ, όταν είδα ανθρώπους να τρέχουν. Τότε ακούστηκε ο θόρυβος — εκρήξεις, σφοδροί πυροβολισμοί. Ένα κτίριο μπροστά μας βομβαρδίστηκε και, μέσα σε λίγα λεπτά, οι γείτονες μετέφεραν τους τραυματίες στα χέρια τους, φωνάζοντας για βοήθεια.
Τα τηλέφωνα άρχισαν να χτυπάνε. Και δεν σταμάτησαν.
«Σας παρακαλώ, ελάτε.» «Αιμορραγεί.» «Πεθαίνει.»
Προσπαθήσαμε. Αλλά δεν μπορούσαμε να μετακινήσουμε ούτε ένα ασθενοφόρο. Οι δρόμοι είχαν ήδη γίνει πολύ επικίνδυνοι. Με τις συγκρούσεις να ξεσπούν απρόβλεπτα, κάθε κίνηση σήμαινε ότι διακινδυνεύαμε τις ζωές μας. Ώρες αργότερα, μερικοί από αυτούς τους ανθρώπους ξανατηλεφώνησαν.
«Μην έρχεστε», είπαν. «Πέθανε.»
Υπάρχει κάτι μέσα σου που σπάει εκείνη τη στιγμή. Επειδή είσαι γιατρός. Και ξαφνικά, δεν μπορείς να φτάσεις στους ανθρώπους που σε χρειάζονται περισσότερο.
Τρεις μέρες εγκλωβισμένοι και η απόφαση να επιστρέψω
Ήμουν η μόνη γυναίκα σε υπηρεσία. Είχα ακούσει ιστορίες από περιοχές του Σουδάν που βρίσκονται υπό τον έλεγχο της RSF, για σεξουαλική βία και για το τι συμβαίνει όταν ένοπλες ομάδες αναλαμβάνουν τον έλεγχο. Τώρα όμως, καθώς οι μαχητές της RSF προχωρούσαν μέσα στο Χαρτούμ, αυτοί οι φόβοι δεν ήταν πλέον μακρινοί.
Παραμείναμε εγκλωβισμένοι μέσα στη βάση των ασθενοφόρων για τρεις μέρες — ακούγοντας, περιμένοντας, χωρίς να ξέρουμε τι θα ακολουθούσε. Στη συνέχεια εκκενώθηκα και πέρασα μια εβδομάδα στο Omdurman, μια πόλη ακριβώς απέναντι από το Χαρτούμ, πέρα από τη γέφυρα.
Ήταν η γιορτή του Eid. Υπήρχε προσωρινή κατάπαυση του πυρός. Για μια στιγμή, οι άνθρωποι προσπάθησαν να κρατηθούν από κάτι που έμοιαζε με κανονική ζωή. Αλλά ακόμα και τότε, ξέραμε ότι δεν θα διαρκούσε. Παραμείναμε σε επαφή, τηλεφωνούσαμε ο ένας στον άλλο, επιστρέφοντας ξανά και ξανά στην ίδια ερώτηση: Αν τα νοσοκομεία είναι κλειστά και τα ασθενοφόρα δεν μπορούν να κινηθούν — τι θα συμβεί στον επόμενο τραυματία;
Δεν υπήρχε πια κανένα σύστημα. Έτσι, πήραμε μια απόφαση. Θα επιστρέφαμε.
Χτίζοντας κάτι από το μηδέν
Όταν ανακοίνωσα στην οικογένειά μου την απόφασή μου, φοβήθηκαν. Ο θείος μου προσπάθησε να με εμποδίσει. Του είπα: «Αυτό είναι καθήκον μου». Όχι από θάρρος. Αλλά από ιατρική ευθύνη.
Είχαμε έναν στόχο: μαζί με μια μικρή ομάδα συναδέλφων, θα ξανανοίγαμε το Εκπαιδευτικό Νοσοκομείο Bashair, στο νότιο Χαρτούμ. Θα συγκεντρώναμε ιατρικό προσωπικό που βρισκόταν ακόμα κοντά — ανθρώπους που γνώριζαν τις γειτονιές και μπορούσαν να μετακινηθούν με μεγαλύτερη ασφάλεια — και θα ξαναρχίζαμε τις συνεδρίες, έστω και με περιορισμένο τρόπο.
Ξεκινήσαμε σχεδόν από το μηδέν. Λίγοι γιατροί. Λίγοι χειρουργοί. Νοσηλευτές. Εθελοντές. Λειτουργούσαμε από τις 8 π.μ. έως τις 4 μ.μ. Μετά, οι πόρτες έκλειναν λόγω έλλειψης πόρων. Ήταν το μόνο λειτουργικό νοσοκομείο στην περιοχή. Επικεντρωθήκαμε στα τραύματα — τραύματα από πυροβολισμούς, τραύματα από εκρήξεις. Το νοσοκομείο δεν ήταν πλέον απλώς ένας χώρος εργασίας. Ήταν μια σανίδα σωτηρίας.
Ζώντας με τον φόβο
Στην αρχή, έμενα σε ένα σπίτι κοντά. Όμως οι νύχτες ήταν αφόρητες. Κάθε ήχος μου φαινόταν επικίνδυνος. Κάθε σιωπή ήταν σαν μία αναμονή.
Επέστρεφα στο σπίτι αργά — μερικές φορές κοντά στα μεσάνυχτα — και συχνά με σταματούσαν στα σημεία ελέγχου. Ερωτήσεις. Υποψίες. Αβεβαιότητα. Μετά από λίγο καιρό, δεν ένιωθα πλέον ασφαλής έξω.
Μερικοί στρατιώτες άρχισαν να με πλησιάζουν — προσπαθώντας να μου μιλήσουν, ακόμη και να μου κάνουν πρόταση γάμου. Αρνήθηκα. Τους είπα ότι είμαι παντρεμένη, ότι είμαι μητέρα. Αλλά η άρνηση δεν εγγυάται την ασφάλεια. Έτσι μετακόμισα στο νοσοκομείο.
Ακόμη και εκεί, ένοπλοι άνδρες πηγαινοέρχονταν — καπνίζοντας στους διαδρόμους, κινούμενοι σε χώρους που θα έπρεπε να είναι προστατευμένοι, χωρίς κανένα σεβασμό. Ήμασταν μια μικρή ομάδα, που δουλεύαμε υπό πίεση, λαμβάνοντας κάθε ώρα αποφάσεις που μπορούσαν να σημαίνουν ζωή ή θάνατο.
Λέγαμε στον εαυτό μας κάτι απλό: Αν πεθάνουμε, θα πεθάνουμε με αξιοπρέπεια. Δεν ήταν θάρρος. Ήταν αποδοχή.
Όταν δεν ήμασταν πια μόνοι
Για εβδομάδες, τα καταφέρναμε με σχεδόν τίποτα — αυτοσχεδιάζοντας, αξιοποιώντας στο έπακρο τα αποθέματα, παίρνοντας αδιανόητες αποφάσεις.
Τότε, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ήρθαν να υποστηρίξουν το νοσοκομείο. Σιγά-σιγά, κάτι άρχισε να αλλάζει.Το ένιωθες. Η φροντίδα έγινε πιο οργανωμένη και η υποστήριξη άρχισε να φτάνει σε εμάς.
Με την παρουσία των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, ήταν σαν κάποιος να είχε σταθεί δίπλα μας και να μας είχε πει: συνεχίστε — είμαστε εδώ. Οι κίνδυνοι δεν εξαφανίστηκαν. Ο πόλεμος δεν σταμάτησε. Αλλά δεν ήμασταν πλέον εντελώς μόνοι.
Οι στιγμές που δεν θα ξεχάσω ποτέ
Μια μητέρα έφτασε ένα βράδυ, αφού στρατιώτες της RSF είχαν εισβάλει στο σπίτι της. Κατηγόρησαν την οικογένεια ότι υποστήριζε τη σουδανική κυβέρνηση. Λήστεψαν τα πάντα. Σκότωσαν τον άντρα της. Την πυροβόλησαν.
Την πήγαμε στο χειρουργείο, ενώ ο γιος της —όχι μεγαλύτερος από εννιά χρονών— στεκόταν δίπλα, κλαίγοντας.
«Μια μέρα, θα τους σκοτώσω», είπε το παιδί.
Την ίδια στιγμή, στρατιώτες της RSF βρίσκονταν μέσα στο νοσοκομείο. Θυμάμαι ότι σκέφτηκα: αν τον ακούσουν, θα τον σκοτώσουν κι αυτόν.
Μια άλλη μέρα, ήρθε μια επιζώσα σεξουαλικής βίας. Κάθισα μαζί της. Την άκουσα. Και μετά έκλαψα μαζί της. Ακόμα και τώρα, βλέπω το πρόσωπό της.
Και τότε, μέσα σε αυτό το χάος, συνέβη κάτι εκπληκτικά θετικό. Μια έγκυος γυναίκα έφτασε σε τοκετό. Δεν είχαμε υπηρεσίες μαιευτικής. Καμία προετοιμασία. Γέννησε στο χειρουργείο των επειγόντων περιστατικών.
Στη μέση του πολέμου, γεννήθηκε ένα παιδί. Για μια στιγμή, όλα μαλάκωσαν. Χαμογελάσαμε. Θυμηθήκαμε πώς είναι η ζωή.
Γιατί μείναμε
Εκείνες οι πρώτες μέρες στο Χαρτούμ ήταν μια υπόθεση επιβίωσης. Όχι μόνο για τους ασθενείς, αλλά και για εμάς. Φοβόμασταν. Ήμασταν εξαντλημένοι. Αμφιβάλλαμε για τον εαυτό μας. Αλλά μείναμε.
Επειδή οι ασθενείς συνέχιζαν να έρχονται. Επειδή, ακόμα και όταν δεν μπορούσαμε να τους σώσουμε όλους, μπορούσαμε τουλάχιστον να σώσουμε κάποιον. Επειδή μερικές φορές, εν μέσω όλων αυτών, η ζωή βρίσκει πάντα έναν τρόπο».
Στις εμπόλεμες ζώνες, σε φυσικές καταστροφές, στις χώρες που δοκιμάζονται από κρίσεις, ο χρόνος μετράει αντίστροφα. Κάθε λεπτό, άνθρωποι τραυματίζονται από εκρήξεις ή πυροβολισμούς. Κάθε λεπτό, δεκάδες παιδιά πεθαίνουν από πείνα. Κάθε λεπτό, χιλιάδες άνθρωποι εγκαταλείπουν τα σπίτια τους. Κάθε λεπτό, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα είναι εκεί.
Υποστήριξε εδώ το Ταμείο Έκτακτης Ανάγκης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα ώστε να ανταποκρίνονται από το πρώτο λεπτό σε κάθε επείγον.