Welcome to the Jungle εντός και εκτός ΗΠΑ – Πώς ο Τραμπ αλλάζει τα δεδομένα
Διαβάζεται σε 14'
Το νέο δόγμα Τραμπ και η παρακμή του φιλελεύθερου μεταπολεμικού συστήματος. Tο στρατηγικό αδιέξοδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι “εχθροί εντός των πυλών”.
- 14 Ιανουαρίου 2026 12:10
Η πρόσφατη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και η ακόλουθη σύλληψη, εν είδει απαγωγής, του προέδρου Μαδούρο μετά της συζύγου του, ώστε ο τελευταίος να δικαστεί σε αμερικανικό έδαφος στη βάση κατηγοριών ναρκο – τρομοκρατίας, συνιστά μια ιστορική κίνηση «πολιτικού αποκεφαλισμού» με τεράστιες προεκτάσεις, τόσο περιφερειακές όσο και διεθνείς, και μάλιστα σε πολλαπλά επίπεδα ανάλυσης: νομικό, οικονομικό, (γεω)πολιτικό και ιδεολογικό.
Σκοπός αυτού του άρθρου είναι να καταδείξει πώς αυτή η ενέργεια συνιστά – μεταξύ άλλων (βλ. Ευρώπη, Μέση Ανατολή) – πρακτική εφαρμογή του νέου δόγματος εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας της δεύτερης θητείας Τραμπ, βάσει της προσφάτως δημοσιευμένης Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας (NSS/ΕΣΑ) των ΗΠΑ. Αν μάλιστα ερμηνευθεί μαζί με τις εσωτερικές πολιτικές του Τραμπ, μιλάμε για τη συγκρότηση μιας συγκεκριμένης ατζέντας, που ήδη εξάγεται στην ευρωπαϊκή πολιτική. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν μιλάμε πλέον απλώς για την απορρύθμιση αλλά την παρακμή του μεταπολεμικού, φιλελεύθερου διεθνούς συστήματος, εντός του οποίου η Ευρώπη μοιάζει να τελεί, δυστυχώς για την ίδια, σε ένα μόνιμο καθεστώς στρατηγικού αδιεξόδου.
Ήταν μια νόμιμη και εντός αρμοδιοτήτων επιχείρηση;
Ανεξάρτητα και άσχετα από το πώς αξιολογεί κανείς τον Μαδούρο – ο οποίος σε λίγους θα λείψει και που απέχει παρασάγγας από την λαοφιλία του προκατόχου του, Τσάβες – ή τις πολιτικές της κυβέρνησής του, η ενέργεια των ΗΠΑ είναι προδήλως παράνομη κατά το διεθνές δίκαιο και στερείται οποιασδήποτε νομικής βάσης, προεκλογικής ή άλλης νομιμοποίησης και εν γένει θεσμικής εξουσιοδότησης. Τέτοιες πρακτικές αντιβαίνουν εξόφθαλμα στις ίδιες τις αρχές μη επίθεσης, αυτοκυριαρχίας και αυτοδιάθεσης των λαών, δηλαδή τους θεμέλιους λίθους του Χάρτη του ΟΗΕ, και κατ’ επέκταση του μεταπολεμικού διεθνούς συστήματος, όπως και κάθε εθιμικής πρακτικής.
Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ έδρασαν αυτόνομα, χωρίς καμία έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (UNSC), το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο για να εξουσιοδοτήσει με ψηφίσματά του πολυμερείς στρατιωτικές επιχειρήσεις σε οποιαδήποτε χώρα. Περαιτέρω, ο Τραμπ παρέκαμψε το Κογκρέσο, το δημοκρατικά εκλεγμένο όργανο της χώρας του με συνταγματική αρμοδιότητα για στρατιωτικές/πολεμικές επιχειρήσεις εκτός των ΗΠΑ, επικαλούμενος την αντι-ναρκωτική/DEA διάσταση της επιχείρησης, βάσει ενός εντάλματος σύλληψης του 2020 που εκδόθηκε από την αμερικανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Είναι αξιοπερίεργο, πώς ακριβώς και σε ποια νομική βάση θα δικάσουν οι αμερικανοί δικαστές της Νέας Υόρκης την υπόθεση αυτή.
Βάσει των ανωτέρω, πρόκειται σαφώς για μια πράξη πέρα και πάνω από τις δυνάμεις και τη δικαιοδοσία του αμερικανού προέδρου και εν γένει του αμερικανικού κράτους, τόσο κατά το διεθνές δίκαιο όσο και κατά το αμερικανικό πολιτειακό σύστημα.
Η Πολιτική Οικονομία της σχέσης Τραμπ και Λατινικής Αμερικής
Ο πραγματικός λόγος και η στρατηγική στόχευση όλης αυτής της επιχείρησης δηλώθηκε ξεκάθαρα από τον ίδιο τον Τραμπ: «Οι ΗΠΑ θα κυβερνήσουν την Βενεζουέλα έως ότου προκύψει μια μεταβατική εξουσία (…), θα δραστηριοποιηθούν εκεί οι μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες και θα δημιουργήσουν χρήματα για τη χώρα».
Αντίστοιχες δηλώσεις είχαν γίνει και το προηγούμενο διάστημα τόσο από τον ίδιο όσο και από τον Ρούμπιο.
Εδώ δεν χρειάζεται καν ερμηνεία ή περαιτέρω ποσοτική απόδειξη: Η Βενεζουέλα, ως η πρώτη χώρα σε αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο (σχεδόν 20% ή 1/5 του πλανήτη), ανέκαθεν αποτελούσε έναν αμερικανικό στόχο ως προς την «αγοραία απελευθέρωση» των εθνικοποιημένων της πετρελαϊκών αποθεμάτων (βλ. ενδεικτικά παρακάτω γράφημα του statista με στοιχεία του 2024 από τον OPEC). Για αυτό άλλωστε οι αμερικανικές οικονομικές και άλλες κυρώσεις επιβλήθηκαν εκεί ήδη από την εποχή Τσάβες και κλιμακώθηκαν μετά την εθνικοποίηση των πετρελαίων. Παράλληλα, η Βενεζουέλα έχει σημαντικά αποθέματα φυσικού αερίου, χρυσού, σιδηρομεταλλεύματος, βωξίτη, και κάποιων άλλων ορυκτών που έχουν στρατηγική σημασία για τεχνολογίες και βιομηχανία, αλλά η παραγωγή είναι εδώ και χρόνια υπολειπόμενη λόγω έλλειψης υποδομών και οικονομικοπολιτικού περιβάλλοντος.
Φυσικά, η υπόσχεση Τραμπ πως η εκμετάλλευση του πετρελαίου της Βενεζουέλας από αμερικανικές και πολυεθνικές εταιρείες θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη παραγωγή και άρα άνθιση της οικονομίας και των εισοδημάτων των Βενεζουελάνων, είναι μάλλον αστήρικτη, αφού σε πλείστες περιπτώσεις ιδιωτικοποιήσεων τέτοιων φυσικών πόρων (λ.χ. Νιγηρία, Αγκόλα, Ιράκ, Λιβύη, Νότιο Σουδάν, Τσαντ, Κογκό, Ρωσία, Καζακστάν κ.α.) δεν έφερε εν τέλει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, αλλά αντιθέτως:
κέρδη κυρίως για τις ξένες εταιρείες και σε πολύ μικρότερο βαθμό για τα ενδιαφερόμενα κράτη, διαφθορά, στρεβλώσεις αγοράς λόγω νοθευμένου ανταγωνισμού (ολιγοπωλιακές πρακτικές) και ανισότητες, δηλαδή όχι βιώσιμη ανάπτυξη ή άνθιση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολλών. Πάντως, τα όσα έγιναν στη Βενεζουέλα δεν φαίνεται να επέφεραν κάποιο πλήγμα στη διεθνή αγορά πετρελαίου, αφού η τιμή του έπεσε έκτοτε κατά περίπου 1,3% (~$60/βαρέλι) και λίγο αργότερα επανέκαμψε πλήρως.
Η σχέση ΗΠΑ – Λατινικής Αμερικής, με την τελευταία να λειτουργεί επί δεκαετίες ολόκληρες ως η «πίσω αυλή» του αμερικανικού κεφαλαίου, είναι διαχρονική. Από την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της Λ. Αμερικής μέχρι την ανακύκλωση πετροδολαρίων και την κρίση χρέους του 1982 στον απόηχο του Volcker Shock, το αμερικανικό κράτος δρούσε ως de facto νέο – αποικιοκρατικό στη συγκεκριμένη περιοχή, μέσω χρηματοπιστωτικής, νομισματικής και γεωοικονομικής επιβολής.
Ως αντίδραση απέναντι σε αυτή την αμερικανική ηγεμονία, που είχε εγκαθιδρύσει άμεσα ή έμμεσα φιλοαμερικανικά στρατιωτικά καθεστώτα κατόπιν πραξικοπημάτων, πολλές χώρες, ήδη από τη δεκαετία του 1960, άρχισαν να στρέφονται προς τον σοσιαλισμό, άλλοτε περισσότερο επαναστατικά και άλλοτε περισσότερο ρεφορμιστικά. Έως και σήμερα, κατά κύριο λόγο χώρες όπως η Βενεζουέλα, η Κούβα, η Βολιβία και η Νικαράγουα συνέχιζαν σε μια σοσιαλιστικού τύπου πολιτική, με καθαρά αντιαμερικανικό πρόσημο. Ως εκ τούτου, η τωρινή επιχείρηση των ΗΠΑ μπορεί να ερμηνευθεί, όπως άλλωστε δημόσια αναγνώρισε ο Τραμπ με τον Ρούμπιο, ως διττός στόχος:
Αφενός, οι ΗΠΑ να αλλάξουν το καθεστώς ώστε να επιτραπεί η ιδιωτικοποίηση ή εν πάσει περιπτώσει η αγοραία αξιοποίηση του πετρελαίου, για να δραστηριοποιηθούν εκεί αμερικανικές ή/και άλλες πολυεθνικές πετρελαϊκές εταιρείες, και, αφετέρου, για να πιεστούν οικονομικά και πολιτικά οι χώρες του εναπομείναντος σοσιαλιστικού – αντιαμερικανικού μπλοκ της Λατινικής Αμερικής, όπως η Κούβα, η Νικαράγουα και η Βολιβία οι οποίες έχουν τόσο κοινά χαρακτηριστικά όσο και διαχρονική εξάρτηση από το φθηνό πετρέλαιο της Βενεζουέλας. Την ίδια στιγμή, εξυπηρετείται και ένας τρίτος στόχος: Ο περιορισμός της Κινεζικής επιρροής στη περιοχή, καθώς η Κίνα είναι από τους μεγαλύτερους χρηματοδότες της Βενεζουέλας, ενώ στηρίζει τόσο διπλωματικά όσο και πολιτικά τον Μαδούρο.
Το νέο δόγμα Τραμπ και το στρατηγικό αδιέξοδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Με όσα έχουν αναφερθεί, είναι εύκολο να σκιαγραφήσουμε μια αιτιώδη σχέση ανάμεσα στα όσα πράττει ο Τραμπ και την προσφάτως αναρτημένη Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας (NSS/ΕΣΑ) των ΗΠΑ. Στην τελευταία, αποτυπώνεται ρητώς πως οι ΗΠΑ θεωρούν ως ζώνη ζωτικού εθνικού συμφέροντος το δυτικό ημισφαίριο (Βόρεια και Νότια Αμερική, Καραϊβική), με στόχο τον αποκλεισμό εξω – ημισφαιρικών δυνάμεων (βλ. Κίνα, Ρωσία), με έμφαση στον έλεγχο μετανάστευσης, ασφάλειας και ευρύτερης κυριαρχίας και επιβολής στη περιοχή. Στο ίδιο, αναφέρεται πως για λόγους ανάσχεσης της Κίνας, του κεντρικού στρατηγικού ανταγωνιστή των ΗΠΑ, οι ΗΠΑ θα επιδιώξουν ενεργότερο ρόλο στην περιοχή του Ινδοειρηνικού. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Τραμπ υποστηρίζει πως η (επίσης παράνομη, αν και εφόσον συμβεί) προσάρτηση της Γροιλανδίας (που ανήκει στη Δανία, άρα αφορά και την ΕΕ και το ΝΑΤΟ), εξυπηρετεί την αμυντική ασφάλεια των ΗΠΑ, και επιπλέον έχει εμπορική και οικονομική σημασία λόγω των θαλάσσιων διαδρόμων που ανοίγουν εκεί, μέσω των λιωμένων πάγων ελέω κλιματικής κρίσης.
Το ίδιο το NSS αναφέρει όλα αυτά ως ένα νέο δόγμα, συγκεκριμένα ως Trump Collonary του αμυντικού/προστατευτικού δόγματος Μονρόε των ΗΠΑ (ή ‘Donroe’). Αν και η ονομασία φαίνεται να συνδυάζεται με τον πολιτικό χαρακτήρα και την προστατευτική, οικονομική και γεωπολιτική, στρατηγική (βλ. εμπορικούς δασμούς) του Τραμπισμού, εν προκειμένω ο Τραμπ κάνει κάτι παραπάνω από το να επαναδιατυπώσει το δόγμα Μονρόε.
Έχοντας κατά νου τα όσα (βλ. Μέση Ανατολή, διαχείριση Ρωσοουκρανικού, Λατινική Αμερική) έχει ο Τραμπ άμεσα κάνει ή έμμεσα επιτρέψει να γίνουν από συμμάχους του, αλλά και της αποδεδειγμένης αποστροφής του στους διεθνείς κανόνες – που αποτελεί εξάλλου διαχρονική επιλογή της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ- μπορούμε να μιλήσουμε για ένα δόγμα που ξεπερνά κατά πολύ τον άλλοτε προστατευτικό Μονρόε και συνοψίζεται σε μια νεοϊμπεριαλιστική και συναλλακτική παρεμβατική λογική των ΗΠΑ, πρωτίστως στο δυτικό ημισφαίριο, αλλά και ευρύτερα, όπου αλλού κρίνουν ότι τα αμερικανικά, και όχι εν γένει τα δυτικά, συμφέροντα θίγονται (πρόσφατα ad hoc παραδείγματα: βομβαρδισμός πυρηνικών εγκαταστάσεων Ιράν, επιχείρηση Βενεζουέλας). Το δόγμα αυτό έχει και ορισμένα χαρακτηριστικά τύπου Τρούμαν, αφού προωθεί ενέργειες πρωτίστως στη λογική της ανάσχεσης της αναδυόμενης Κίνας (όπως άλλοτε της ΕΣΣΔ, στην ψυχροπολεμική εποχή), σε μια προσπάθεια του να ανατραπεί η «αποαμερικανοποίηση» του διεθνούς status quo.
Αυτό το καιροσκοπικό δόγμα στη λογική του America First, στηριζόμενο στην ισχύ των όπλων, αποτελεί μια μαξιμαλιστική προσέγγιση της ρεαλιστικής σχολής σκέψης, θυμίζοντας κατά πολύ την ανάλυση του Mersheimer για τον διαχωρισμό του κόσμου σε νευραλγικές ζώνες/σφαίρες γεωπολιτικής επιρροής (δίχως να ασπάζεται, ωστόσο, την έντονη κριτική του Mersheimer και άλλων ως προς τη Δύση και τις διαχρονικές δυτικές ευθύνες και λάθη). Ταυτόχρονα, η λογική της απόλυτης προτεραιοποίησης της εξυπηρέτησης του μεγάλου εταιρικού κεφαλαίου των ΗΠΑ (εξυπηρετήσεις σε big tech, ενέργεια, στρατιωτική βιομηχανία, αποφυγή του ελάχιστου παγκόσμιου εταιρικού φόρου 15% κ.α.), και σε πλήρη αντίθεση με την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης (‘’Drill baby Drill’’), πάντοτε σε συνδυασμό με μια συναλλακτική/εκμεταλλευτική διάσταση των «συμμάχων» του (βλ. δασμολογικές εμπορικές πολιτικές, συμφωνία ορυκτών με Ουκρανία), συνιστούν κομβικό αν όχι το κύριο μέρος της ιδεολογίας αυτού του δόγματος.
Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό των ΗΠΑ επικρατεί ένας διάχυτος αυταρχισμός μέσω του ICE και της καταστολής μέσω των εθνοφρουρών. Ενδεικτικό το παράδειγμα της πρόσφατης δολοφονίας της Renee Nicole Good από πράκτορα του ICΕ, πράξη που ο Τραμπ χαρακτήρισε ως «νόμιμη άμυνα».
Αυτή η εσωτερική πολιτική συμπληρώνεται από το φακέλωμα πανεπιστημιακών και φοιτητών με στόχο τη φίμωσή τους, ενώ οι ανισότητες εντός των ΗΠΑ κορυφώνονται. Κατόπιν της περιστολής κοινωνικών δαπανών (βλ. μείωση 1 τρις στο Big Beautiful Bill) γύρω στους 10 έως 15 εκατομμύρια αμερικανοί θα μείνουν ανασφάλιστοι, από τους οποίους στατιστικά, βάσει μετρήσεων των Yale και Πανεπιστημίου της Pensylvania, θα προκύψουν πάνω από 51.000 επιπλέον θανάτους. Αν όλα αυτά δεν είναι αρκετά για να εγείρουν δημοκρατικά ζητήματα, ο επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ (FED), J. Powell, κατήγγειλε δημόσια πως το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ (DOJ) έχει ανοίξει ποινική έρευνα εναντίον του σχετικά με πρόσφατη κατάθεσή του στο Κογκρέσο αναφορικά με ανακαίνιση ιστορικών κτηρίων της FED, λέγοντας πως είναι πολιτικά υποκεινούμενη δίωξη λόγω της γνωστής διαφωνίας του ως προς τη νομισματική πολιτική (ύψος των επιτοκίων) που έχει με τον πρόεδρο Τραμπ.
Συνεπώς, το κεντρικό δόγμα της δεύτερης θητείας Τραμπ, ως προς το εξωτερικό σκέλος του (NSS) δεν αποτελεί απλώς αναδιατύπωση του Μονρόε, αλλά μια άκρως νεοϊμπεριαλιστική και εκμεταλλευτική παρεμβατική πολιτική, ενώ αν ερμηνευθεί σε συνδυασμό με την εσωτερική πολιτική του, συνιστά δημιουργία ενός μανιφέστου της διεθνούς ακροδεξιάς, το οποίο ήδη εξάγεται ως τεχνογνωσία και πρακτική εφαρμογή.
Εν μέσω όλων αυτών των τεκτονικών αλλαγών, που τείνουν να ξεπεράσουν την εποχή του Ριγκανοθατσερισμού, οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ και η ΕΕ φαίνονται να βρίσκονται σε ένα καθεστώς μόνιμης υποχώρησης ή εναρμόνισης, συνεπεία ενός μόνιμου στρατηγικού αδιεξόδου απέναντι στον Τραμπ της δεύτερης θητείας. Η ΕΕ προσπαθεί να βρει τι ακριβώς θα κάνει με την περίπτωση της Γροιλανδίας, την ίδια στιγμή που δεν υπάρχει ούτε ένας ευρωπαίος ηγέτης με το σθένος να απαντήσει στις παρανομίες του Τραμπ.
Είναι ενδεικτικό πως από την περίπτωση της Ουκρανίας, μέχρι της Βενεζουέλας και της Μέσης Ανατολής (βλ. εγκλήματα στη Παλαιστίνη), η ΕΕ δεν έχει κανένα ενεργητικό ρόλο και αφήνει τις ΗΠΑ να μονοπωλούν τις όποιες πρωτοβουλίες. Άκρως ενδεικτικές είναι οι μεσοβέζικες δηλώσεις των Μερτς – Μακρόν – Στάρμερ για την Βενεζουέλα, ενώ η δήλωση του έλληνα πρωθυπουργού πως «δεν είναι η ώρα αξιολόγησης των νομικών ενεργειών» θα μείνει στην ιστορία ως τεράστιο σφάλμα, το οποίο ήδη αξιοποιήθηκε και θα αξιοποιηθεί από την τουρκική πλευρά, καθώς πάει κόντρα στις πάγιες ελληνικές και κυπριακές θέσεις που βασίζονται αποκλειστικά στο διεθνές δίκαιο. Αντίστοιχα, στις παράλογες απαιτήσεις για αμυντικές δαπάνες ύψους 5% (που ούτε οι ΗΠΑ δεν έχουν) σε επίπεδο ΝΑΤΟ, μόνο ο Σάντσεθ της Ισπανίας είχε αντιδράσει.
Υπενθυμίζεται επίσης, πως η σημερινή Κομισιόν εμφάνισε ως… επιτυχία την συμφωνία με Τραμπ κατά την οποία η ΕΕ δέχτηκε την επιβολή δασμών 15% στα ευρωπαϊκά προϊόντα που εξάγονται στις ΗΠΑ, με αντάλλαγμα… δεσμεύσεις για ευρωπαϊκές επενδύσεις ύψους περίπου 600 δισ. δολαρίων… στις ΗΠΑ! Όπως αντίστοιχα, παρουσιάζουν σήμερα την συμφωνία MERCOSUR ως επιτυχία, αποκρύπτοντας την αρνητική της επίπτωση στην επιβίωση των ευρωπαίων παραγωγών (λόγω χαμηλότερων τιμών εισαγωγής) και τα μειωμένα standards (περιβαλλοντικά, τροφικά κ.α.) αυτών των εισαγόμενων προϊόντων. Το μόνο σίγουρο είναι πως ο παλιός κόσμος πεθαίνει, με τους λογαριασμούς του παρελθόντος είτε να κλείνουν είτε να αναδιαμορφώνονται. Το ερώτημα είναι τι θα διαδεχθεί την κατάσταση και ποια σχολή σκέψης, αν και εφόσον υπάρξει, θα αντιπαρατεθεί στο ανωτέρω τραμπικό δόγμα.
Βαίνουμε, σαν σε άλλο μεσοπόλεμο, σε ένα οργουελικό πολύ-πολικό πλανήτη όπου η κάθε μεγάλη δύναμη θα διαφεντεύει τη σφαίρα επιρροής της, εις βάρος των μικρών κρατών και άνευ δικαίου; Δηλαδή σε μια κατάσταση 19ου αιώνα; Και τι θα σημάνει αυτό για την Ελλάδα ή/και την Κύπρο ως προς τον τουρκικό κίνδυνο; Δικαιώνεται έτσι, ανεξάρτητα από τις δυτικές και νατοϊκές ευθύνες που υπάρχουν στην υπόθεση, η επίσης παράνομη εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία και η προσπάθεια αλλαγής καθεστώτος; Θα μπορεί λοιπόν και η Κίνα να προσαρτήσει τη Ταϊβάν; Θα βρει έτσι άφεση αμαρτιών και ο Νετανιάχου; Θα μπορούν οι ΗΠΑ να καταλύουν όποια κυβέρνηση κρίνουν άνευ συνεπειών; Θα πάμε σε μια κατάσταση αντιδημοκρατικού αυταρχισμού και ταυτόχρονης κοινωνικής ανέχειας για να χρηματοδοτηθεί μια διεθνής πολεμική που θα σιγοντάρει η παγκόσμια ακροδεξιά; Είναι στο χέρι μας να απαντήσουμε κατά το μέτρο της ανάγκης (και της στοιχειώδους κοινής λογικής…) καθενός/καθεμιάς.
ΥΓ. Μιας και αυτές τις μέρες επανήλθε αποσπασματικά ο Θουκυδίδης στην επικαιρότητα, πολλοί εμμέσως δικαιολογούν το δίκαιου του ισχυρού, παραπέμποντας στον διάλογο Αθηναίων – Μηλίων, όπου οι πρώτοι διέλυσαν τους δεύτερους. Ξεχνούν να αναφέρουν όμως, πως αυτή η ιμπεριαλιστική και αυτοκρατορική συμπεριφορά της Αθήνας την οδήγησε στη σταδιακή υποβάθμιση της Δηλιακής συμμαχίας, και την απομόνωσή τους από τους άλλοτε συμμάχους τους λόγω μαζικών αποστασιών. Έτσι, κατόπιν λαθών και άλλων προβλημάτων (βλ. λοιμός στην Αθήνα, εκστρατεία στη Σικελία κλπ), η Αθήνα έχασε τον Πελοποννησιακό πόλεμο από την Σπάρτη. Το ποιες χώρες σήμερα θυμίζουν την αυτοκρατορική Αθήνα και την υπομονετική Σπάρτη, το αφήνω στην κρίση και τη φαντασία σας.
*Ο Θεοφάνης Κοτσώνης είναι Πολιτικός Επιστήμονας (ΒΑ) και Οικονομολόγος (MSc.)