10 ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ DAVID BOWIE: ΠΟΥ ΗΣΑΣΤΑΝ ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΙΩΣΑΤΕ ΟΤΑΝ ΜΑΘΑΤΕ ΟΤΙ ΠΕΘΑΝΕ;
60 μουσικοί, συγγραφείς, δημοσιογράφοι, δισκοπώλες, εικαστικοί, ραδιοφωνικοί παραγωγοί, διοργανωτές συναυλιών, επικεφαλής δισκογραφικών εταιριών και DJs μιλάνε εκ βαθέων στο NEWS 24/7 για τη σχέση τους με τον David Bowie και για τη διαχείριση της απώλειάς του.
Πώς και γιατί πέθανε ο David Bowie στις 10 Ιανουαρίου 2016, δύο μόλις ημέρες μετά τα εξηκοστά ένατα γενέθλιά του και την κυκλοφορία του εικοστού έκτου και τελευταίου δίσκου του Blackstar, είναι γνωστό τοις πάσοι. Πώς και γιατί, όμως, εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο που έζησαν την απώλειά του σε πραγματικό χρόνο, θυμούνται, και μάλιστα με λεπτομέρειες και αμείωτη (αλλά και μεγαλύτερη, μάλλον, από κάθε άλλη αντίστοιχη περίπτωση τις τελευταίες τουλάχιστον δύο δεκαετίες) ένταση την στιγμή που πληροφορήθηκαν το γεγονός; Ακόμη κι αν ο Bowie δεν υπήρξε ο πιο αγαπημένος τους καλλιτέχνης. Ακόμη κι αν μέχρι σήμερα έχουμε ήδη μετρήσει πολλούς ακόμη Μεγάλους Εκλιπόντες.
Ίσως έχει να κάνει με τον περιβόητο δημιουργικό χαμαιλεοντισμό του, μάλλον το πιο πολυσυζητημένο από τα δομικά στοιχεία της ρηξικέλευθης προσωπικότητάς του, και αυτό που τον καθιστούσε ακόμη και πολύ μετά την κοσμοϊστορική νιότη του όχι μεν πρωτοπόρο πια, αν μη τι άλλο όμως επίκαιρο και «παρόντα».
Ίσως αυτός ο διαρκής, δημιουργικός ανανεωτισμός, μοναδικός, αν τα βάλεις κάτω, στα χρονικά της ποπ και ροκ μουσικής, και γι’ αυτό «μη ανθρώπινος», «εξωγήινος», «από κάπου αλλού», να μας έκανε να πιστέψουμε ότι δεν χρειάζεται στην περίπτωσή του ούτε καν να απευχόμαστε χαριτολογώντας το μη απευκταίο, όπως κάνουμε για παράδειγμα κάθε πρωί με τον καφέ για τον Iggy Pop ή τον Keith Richards ή για όποιον/α ακόμη λέμε ότι «δεν θα πεθάνει ποτέ». Πώς μπορεί να πεθάνει κάποιος που «δεν υπάρχει;»
Τέλος πάντων αυτή είναι η δική μου θεωρία και προφανώς κατά βάση για τις δικές σου ερμηνείες, σκέψεις και συναισθήματα θα μιλήσεις όταν θα μιλήσεις για κάποιον που σήμαινε για την αισθητική σου (άρα και το ποιόν σου) αρκετά ώστε να θυμάσαι με φωτογραφική ακρίβεια πού ήσουν και τι έκανες και πώς ένιωσες όταν έμαθες ότι πέθανε: Είναι Δευτέρα πρωί, δέκα περίπου μέρες πριν ξεκινήσει η εκπομπή μου στον Best 92.6, από την ανυπομονησία μου να βρεθώ στον ραδιοφωνικό αέρα της Αθήνας ξυπνάω ήδη πιο νωρίς απ’ όσο χρειάζεται, όχι όμως ακόμη ξημερώματα, φτιάχνω καφέ, ανοίγω το ραδιόφωνο για να ακούσω όσο ακόμη προλαβαίνω τους φίλους μου τους Λατέρνατιβ, σκρολάρω, βλέπω το νέο στο timeline μου και κραυγάζω. Όντως κραυγάζω σοκαρισμένος. Έτσι μπορεί να πεθάνει κάποιος που «δεν υπάρχει».
Στο μεγάλο ρεπορτάζ που ακολουθεί δεκάδες μουσικοί, συγγραφείς, δημοσιογράφοι, δισκοπώλες, εικαστικοί, ραδιοφωνικοί παραγωγοί, διοργανωτές συναυλιών, επικεφαλής δισκογραφικών εταιριών και DJs μοιράζονται στο NEWS 24/7 τις δικές τους προσωπικές ιστορίες, εκπορευόμενες όλες από τη συλλογική μας απώλεια. Ενώ, βρίσκοντάς τα σκούρα, καταφέρνουν να ξεχωρίσουν και το πιο αγαπημένο τους τραγούδι του David Bowie. Όχι, δεν είναι όλων το “Heroes”, ούτε το “Station to Station”, ούτε το “Moonage Daydream”, ούτε το…
«Κοιτάω ψηλά στον ουρανό όλη την ημέρα»
Έχω μόλις επιστρέψει από Λονδίνο, όπου λόγω κυκλοφορίας «Blackstar» ο Bowie ήταν παντού. Ακούω για πολλοστή φορά το album στο σπίτι μου στην Αθήνα και μόλις τελειώνει ανοίγω BBC News. Breaking News: Ο Bowie έφυγε. Κλαίω. Κοιτάω ψηλά στον ουρανό όλη την ημέρα. Την επομένη χτυπάω tattoo στο χέρι μου τα σύμβολα του εξωφύλλου του «Blackstar». «Something happened on the day he died», όπως λέει και το πρώτο τραγούδι του κύκνειου άλμπουμ. Αν και το πιο αγαπημένο μου τραγούδι του γενικά είναι το «Stay» από το «Station to Station».
-O Ανδρέας Αλυσανδράτος είναι μουσικός δημοσιογράφος και Marketing & Communications Director
«Όχι τόσο σύντομα, διάολε!»
Δεν πρόλαβα να ακούσω δεύτερη φορά ολόκληρο το «Blackstar», έπαιξα στον αέρα μόνο μία φορά το «Lazarus» που είχε βγει νωρίτερα, ακριβώς πριν τα Χριστούγεννα, και το συνόδεψα με το καθόλου πρωτότυπο σχόλιο ότι με το τραγούδι αυτό και με το βίντεό του ο Bowie παίζει πάλι μαζί μας, επανεφευρίσκει τον εαυτό του ως αποξενωμένο alien όπως έκανε και στο παρελθόν μόνο που τώρα είναι από την άλλη πλευρά και περιμένει τον πραγματικό, σάρκινο, David να καταφθάσει. Αλλά όχι τόσο σύντομα, διάολε! Και τότε θυμήθηκα ότι μεγαλύτερο σοκ και από τα τραγούδια του, το ντύσιμό του και τις lowlife ιστορίες της ζωής του το έπαθα κάπου λίγο πριν το 2000 όταν ήταν ο πρώτος σταρ που έφτιαξε ιστοσελίδα, μιλούσε για τον τρόπο που το Ίντερνετ θα άλλαζε τον κόσμο, έβγαζε ο ίδιος τα τραγούδια του online όταν οι μισοί έτρεμαν και οι άλλοι μισοί περιφρονούσαν την δύναμη του διαδικτύου. Και τότε ένιωσα το κενό. Όχι ότι μου λείπει αλλά επειδή θα μου λείψει. Παρεμπιπτόντως πάντα θα με παρασύρει το coolness του «Ashes to ashes». Είναι σαν B-side του «Space Oddity» και χάρηκα πολύ που ύστερα από 11 χρόνια είχα, επιτέλους, νέα του Ταγματάρχη Tom.
-Ο Λεωνίδας Αντωνόπουλος είναι δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός (Δευτέρα-Παρασκευή, 10:00-12:00) και διευθυντής του ραδιοσταθμού Kosmos 93,6.
«Kορνιζάραμε μία φωτογραφία του για να στολίσουμε το σαλόνι μας στη μνήμη του»
Έχουν περάσει ήδη 10 χρόνια από τότε που έφυγε ο σπουδαίος David Bowie και το θυμάμαι όσο έντονα θα θυμόμουν την απώλεια ενός δικού μου ανθρώπου. Οδηγούσα για να κατέβω στη δουλειά και η δυσάρεστη είδηση έφτασε στα αυτιά μου από την εκπομπή των Λατέρνατιβ. Μέχρι να φτάσω στο γραφείο, όλοι οι σταθμοί είχαν πλημμυρίσει με τραγούδια του και η συγκίνηση ήρθε να προστεθεί στο σοκ του ακούσματος των νέων. Ανέλαβα να τα μοιραστώ με την τότε κοπέλα μου, σήμερα σύζυγό μου, η οποία είχε και έχει μια κάποια λατρεία για τον Bowie. Της μετέφερα τα νέα με ένα τηλεφώνημα, η μέρα κύλησε με μπόλικα τραγούδια του και αφιερώματα στο OneMan και όταν γύρισα το απόγευμα στο σπίτι, κορνιζάραμε και μία φωτογραφία του για να στολίσουμε το σαλόνι μας στη μνήμη του. Το τελευταίο, αποχαιρετιστήριο άλμπουμ του, όπου προφανώς ήξερε ότι θα φύγει, ήταν αυτό που είχε κολλήσει πια στο κεφάλι μου, μαζί με τη σκέψη ότι δυστυχώς δεν κατάφερα ποτέ να τον δω από κοντά. Η κληρονομιά του όμως, θα μας συνοδεύει για πάντα. Όσο για αγαπημένο κομμάτι, αν και τρομερά δύσκολο, θα πω το «Heroes», το οποίο πάντα με συγκινεί και μου προκαλεί μία γλυκιά ανατριχίλα, σε όποια φάση κι αν με πετύχει.
-Ο Κωνσταντίνος Αμπατζής είναι διευθυντής σύνταξης του OneMan.
«Όλα θα ήταν τελείως διαφορετικά χωρίς την καταλυτική επίδρασή του πάνω μου»
Καλοκαίρι του 1974, μικρό αγόρι στο Σίτυ, έπιασα στα χέρια μου τον δίσκο «Aladdin Sane». Από εκείνη την ημέρα ο Thin White Duke πέρασε στο DNA μου. Το γούστο μου, το στυλ μου, η πορεία μου, οι παρέες μου, το soundtrack για έρωτές μου, η ζωή μου… Όλα θα ήταν τελείως διαφορετικά χωρίς την καταλυτική επίδρασή του πάνω μου. Τραγική η μέρα που έμαθα πως πέταξε προς τα αστέρια, εκεί όπου πάντα ανήκε «ο άνθρωπος που έπεσε στη γη». Ακόμα, όμως, δεν μπορώ να χωνέψω ότι έφυγε έτσι ξαφνικά. Ακόμη δεν τον έχω συγχωρήσει γι’ αυτό. I will love you till I die, Starman…I will see you in the sky…
-Ο Ηλίας Ασλάνογλου είναι ο ιθύνων νους της Rockarolla Records και τραγουδιστής των Yeah!
«Ήθελα να αρχίσω να κλαίω σαν μικρό παιδί»
Το θυμάμαι σαν σήμερα. Η είδηση του θανάτου του με βρήκε εντελώς απροετοίμαστο μέσω του παλιού παραδοσιακού τρόπου που μαθαίναμε συνήθως αυτά τα νέα στην προδιαδικτυακή εποχή, δηλαδή από το ραδιόφώνο στο αυτοκίνητο καθοδόν προς τη δουλειά. Πάρκαρα στην πρώτη άκρη που βρήκα, έσβησα αμέσως την μηχανή και μπουκωμένος ήθελα να αρχίσω να κλαίω σαν μικρό παιδί αλλά δεν μπορούσα, δεν έβγαινε… Ίσως να είχαν στερέψει τα δάκρυα από την ίδια μέρα πριν έντεκα χρόνια που κρατούσα το χέρι του πατέρα μου και τον συνόδευα στην τελευταία του αναπνοή. Αγαπημένο μου τραγούδι το «Ashes to Ashes», λάτρευα να πηγαίνω στο Paramount και το Berlin στις αρχές των 80s στην Θεσσαλονίκη και να βλέπω και να ξαναβλέπω το video και στην φαντασία μου ντυνόμουνα και εγώ πιερότος και τραγουδούσα «Ashes to ashes / funk to funky /
we know Μajor Τom’s a junkie». Όταν μετά από λίγους μήνες θα ανηφόριζα για σπουδές στην Βόννη ήταν από τους μετρημένους στα δάχτυλα δίσκους που θα έπαιρνα για συνοδεία μαζί μου και θα με συντρόφευε στον αρχικά ζόρικο εγκλιματισμό μου εκεί.
-Ο Απόστολος Βαρνάς είναι ραδιοφωνικός παραγωγός (Offradio), μουσικός συντάκτης (mic.gr) και DJ.
«Ο θάνατός του έγινε το μεγαλύτερο έργο τέχνης της ζωής του»
10 Ιανουαρίου 2016. Η είδηση έσκασε σαν βόμβα: «Έφυγε από τη ζωή ο David Bowie». Η πρώτη μου σκέψη δεν ήταν η συντριβή, αλλά μια αίσθηση απόλυτης καλλιτεχνικής επιβεβαίωσης. Δύο μέρες πριν, μας είχε παραδώσει το «Blackstar», ένα σκοτεινό, αριστουργηματικό άλμπουμ που αποδείχθηκε τελικά ως το συγκλονιστικό του αντίο. Ο Bowie δεν έφυγε απλά από τη ζωή… Ολοκλήρωσε τον μύθο του με τον πιο επικό τρόπο. Συνειδητοποίησα γι’ άλλη μία φορά πως δεν ήταν απλώς μουσικός. Ήταν ο τελευταίος μεγάλος μεταμορφωτής. Από τον «εξωγήινο» Ziggy Stardust μέχρι τον κομψό Thin White Duke, δεν άλλαζε απλώς ρούχα. Δημιουργούσε ολοκληρωμένους κόσμους. Προσωπικά μου έμαθε ότι το να κάνεις νέα ξεκινήματα (ίσως γι’ αυτό το «Absolute beginners» είναι το πιο αγαπημένο μου τραγούδι του), να αλλάζεις, να εξελίσσεσαι και να αγκαλιάζεις το διαφορετικό που έχεις, είναι μία πραγματικά επαναστατική πράξη! Εκείνη την μέρα όμως η διδαχή του ήταν πιο δυνατή από κάθε νότα του: Ότι ακόμα και ένας θάνατος – ο θάνατός του, μπορεί να γίνει το μεγαλύτερο έργο τέχνης της ζωής σου! Ακόμα και μ’ αυτόν τον τρόπο, ο Bowie έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα. Μας άφησε ξανά άφωνους και μας έδειξε μία τελευταία, συγκλονιστική εκδοχή του εαυτού του. Ήταν, είναι και θα είναι ο Starman!
-Ο Αλέξανδρος Βραχωρίτης είναι ραδιοφωνικός παραγωγός (969 Rock FM, Δευτέρα-Παρασκευή, 7:00-10:00)
«Ένα αέναο σπάσιμο των ορίων»
Είχες πάντα την εντύπωση ότι ήταν προσωρινός σε αυτόν τον πλανήτη. Όχι όμως με την έννοια της φθοράς και του θανάτου που ισχύει για όλους μας. Οι θρύλοι δεν φθείρονται ούτε πεθαίνουν. Εγώ τον φαντάζομαι να ταξιδεύει από κόσμο σε κόσμο και να τους αγγίζει με το μαγικό του ραβδάκι όπως έκανε και με εμάς. Ποιος ήταν όμως τελικά ο David Bowie; Ο Ziggy Stardust, ή ο Thin White Duke; Ο δημιουργός του «Suffragette City» ή ο συνθέτης του «Let’s Dance»; Ο άνθρωπος που έπεσε στη γη, ή ο άνθρωπος που πούλησε τον κόσμο; Η μαγεία του ήταν ότι υπήρξε όλα αυτά μαζί: ροκ είδωλο, ριζοσπαστικός πειραματιστής, καινοτόμος, καλλιεργημένος και πολυσχιδής, εμπορικός και ταυτόχρονα ασυμβιβαστος. Αν έπρεπε να επωμιστώ το τιτάνιο έργο να διαλέξω ένα κομμάτι του (είχα την ευτυχία να τον δω στην Αθήνα) θα διάλεγα το «Changes». Γιατί αυτό κυρίως ήταν για μένα ο προσωρινός-αιώνιος Bowie. Μια διαρκής αλλαγή, προσώπων, ήχων και αισθητικής ένα αέναο σπάσιμο των ορίων.
-Ο Άντυ Βρόσγος είναι συγγραφέας. Το τελευταίο του μυθιστόρημα, «Ο Μαύρος Γάτος», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
«Mαμά, τρέχα, πέθανε αυτός με την αστραπή στο μάτι»
Η Ζωή ήρθε τρέχοντας από το παιδικό της δωμάτιο και μου είπε: «Mαμά, τρέχα. Πέθανε αυτός με την αστραπή στο μάτι». Άνοιξα YouTube πριν τις ειδήσεις. Έβαλα το «I Got You, Babe». Θα μπορούσα να πω ότι δεν χορταίνω τόσα χρόνια να το βλέπω για τον τρόπο που παίζει με τη Faithfull, το μειδίαμα, το γυάλινο βλέμμα, το λίκνισμα το γνωστό. Όλος ο Bowie σε αυτό. Ιανουάριος του 2016. Ξεκινούσε χρονιά χωρίς τον Starman στην Γη. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την μέρα που ένα αγόρι από ΣΕΛΕΤΕ με πήγε βόλτα με ένα Passat που έπαιζε το «Space Oddity». Αυτό μάλλον θα πω για αγαπημένο μου.
-Η Άννα Γεωργάτου είναι μουσική συντάκτρια (Avopolis & Olafaq), podcaster, συγγραφέας.
«Ένα τεράστιο κενό, μια βαθιά πληγή»
Ήταν 9.50 το πρωί, λίγο πριν το τέλος της ραδιοφωνικής μας εκπομπής με τον Θοδωρή Βαμβακάρη, όταν τα social media άρχισαν να γράφουν για το θάνατό του. Μόλις είχε ανακοινωθεί επίσημα και με τη διαφορά ώρας μεταξύ Νέας Υόρκης και Αθήνας, έλαχε σε μας ο κλήρος των δυσάρεστων μαντάτων. Αμέσως ανατρέξαμε σε διεθνή μουσικά έντυπα και… δυστυχώς όλοι το επιβεβαίωναν. Και φτάνει η ώρα που πρέπει να το πεις στον αέρα. Οι λέξεις μπερδεύονται με τα συναισθήματα και δεν ξέρεις πώς να το διαχειριστείς. Κυρίως όμως δεν ξέρεις το «γιατί».
Γιατί ρε David μας το ‘κανες αυτό; Γιατί; Ένα αναπάντητο ερώτημα, ένα τεράστιο κενό, μια βαθιά πληγή. Πιιο αγαπημένο μου τραγούδι του; «Five Years»!
-Ο Τάκης Γιαννούτσος είναι μουσικός (Yeah!) και ραδιοφωνικός παραγωγός (Pepper 96.6, Δευτέρα-Παρασκευή, 07:00-10:00)
«Πρέσβευε για μένα την πρωτοπορία και το ανοιχτό μυαλό στη μουσική και γενικά»
Ακούμε συχνά για «αναχωρήσεις» σπουδαίων ανθρώπων και όσο και αν τους εκτιμάμε, σπάνια μας κλέβουν πάνω από κάποια λεπτά αναπόλησης, άντε και κανα δυο ποστ στα σόσιαλ. Η περίπτωση του Major Tom για μένα ηταν πολύ ιδιαίτερη. Εκτός απο το γεγονός οτι τον ειχα κάνει τοιχογραφία στο μπαρ που είχα κάποτε ανοίξει, πρέσβευε για μενα την πρωτοπορία και το ανοιχτό μυαλό στη μουσική και γενικά. Εκείνες τις μέρες θυμήθηκα μια κουβέντα που είχα με ενα άτομο, με πιο κιθαριστικές και ακραίες καταβολές από μένα, που προσπαθούσα να το πείσω οτι ο Bowie ήταν πυρηνικά punk, κάτι το οποίο κατέληγε νομοτελειακά σε διαφωνία. Μέχρι που μια μέρα παίρνω να διαβάσω το βιβλίο «One Chord Wonders», την ιστορία του punk δηλαδή σε μετάφραση Αλέξη Καλοφωλιά. Και εκεί μέσα το σύμπαν με κέρασε την μεγάλη μου νίκη. Ο τεράστιος Iggy Pop, ο βασικος εκπρόσωπος του proto punk στην Αμερική, με δικα του λόγια ελεγε: «O David Bowie είναι original punk». I rest my case και… «Ashes to ashes», που λέει και το πιο αγαπημένο μου τραγούδι του.
-Ο Θωμάς Γουναρόπουλος είναι μουσικός. Το τελευταίο του άλμπουμ, «Metaman Vs Dr. Rave», κυκλοφορεί από την Inner Ear.
«Η αρχική μου θλίψη μετατράπηκε σταδιακά σε ευγνωμοσύνη»
Η καταπίεση των συναισθημάτων είναι ένας φανταστικός τρόπος για να «χτίσει» κανείς προβλήματα για τον εαυτό του, είναι γνωστό πως το συναίσθημα θα βρει πάντοτε τον τρόπο να εκφραστεί, με κάποια μορφή. Ο «τελευταίος» θάνατος του David Bowie πριν δέκα χρόνια με έκανε να τον ανακαλύψω ξανά. Να δω τον άνθρωπο πίσω από τον χαμαιλέοντα. Να εντρυφήσω στον στίχο πέραν από το performance, να εξετάσω τα άλμπουμ του σαν concept. Να δω το συναίσθημα.
Συνέπεσε και με μια μεταβατική περίοδο για εμένα, από αυτές που πάντα θα σε βρουν. Η αρχική μου θλίψη για τον θάνατο του μοναδικού ίσως αστέρα που ήθελα και δεν πρόλαβα να δω live, μετατράπηκε σταδιακά σε ευγνωμοσύνη. Γιατί ο Bowie με έκανε να εστιάσω λίγο περισσότερο στα δύο θέματα με τα οποία καταπιάστηκε στην καριέρα του όσοι λίγοι: Την αγάπη και τον θάνατο.
Χωρίς αυτά άλλωστε, δεν υφίσταται τέχνη, δεν υφίσταται Zωή. Ο Bowie ύμνησε το «μαζί», τη «διαφορετικότητα» που είναι το πραγματικό «νορμάλ», έζησε και πέθανε πολλές φορές όντας ακόμη στη Γη. Και έφυγε για τα αστέρια αφήνοντας πίσω του ένα ρέκβιεμ για τη χαρά του να Υπάρχεις μέχρι την τελευταία ανάσα. Να κάνεις το βίωμα δημιουργία, και αντιστρόφως. Όχι μόνο για σένα αλλά και για όσους ψάχνουν να βρουν φωνή, μέσα σε έναν κόσμο βίαιης φασαρίας.
Και απλώς παραθέτω μερικούς από τους σπουδαιότερους στίχους που έχουν γραφτεί ποτέ στην ιστορία της τέχνης. «Oh no, love, you’re not alone / You’re watching yourself, but you’re too unfair / You got your head all tangled up / But if I could only make you care / Oh no, love, you’re not alone / No matter what or who you’ve been / No matter when or where you’ve seen / All the knives seem to lacerate your brain / I’ve had my share, I’ll help you with the pain / You’re not alone». Ευχαριστούμε για την παρέα, μίστερ Bowie. Ή τέλος πάντων, όποιος ήθελες να είσαι εσύ.
-Ο Χρήστος Δεμέτης είναι διευθυντής σύνταξης του NEWS 24/7
«Βρήκε τον τρόπο να περάσει από την άλλη πλευρά δημιουργώντας την πιο ολοκληρωμένη μεταμόρφωση»
Ξυπνάω και η είδηση είναι παντού. Δύο μέρες νωρίτερα είχε κυκλοφορήσει το «Blackstar». Μαζί με τον Τάσο Σαγρή είχαμε δει το βιντεοκλίπ του ομώνυμο κομματιού ένα δεκάλεπτο τελετουργίας με απόκοσμες εικόνες. Εκείνο το πρωί κατάλαβα τι ήταν στ’ αλήθεια, το αποχαιρετιστήριο γράμμα του. Γραμμένο εν γνώσει του τέλους, αφημένο να το ανακαλύψουμε μόνοι μας, την επόμενη μέρα του θανάτου του. Αμέσως θυμήθηκα το «Lazarus». Εκείνη η εικόνα, ο David Bowie ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου με λευκούς επιδέσμους στα μάτια να τραγουδάει «Look up here, I’m in heaven». Ο Bowie βρήκε τον τρόπο να περάσει από την άλλη πλευρά δημιουργώντας την τελευταία μεταμόρφωση, την πιο ολοκληρωμένη. Αυτό με άγγιξε πιο βαθιά, ότι διείσδυσε στη φύση του θανάτου και τον μετέτρεψε σε τέχνη.
-Η Σίσσυ Δουτσίου είναι spoken word artist, ποιήτρια και ηθοποιός. Το άλμπουμ της, «Προσβολή Δημοσίας Αιδούς», κυκλοφορεί από την Inner Ear.
«Μου ψιθύρισε στο αυτί ο ίδιος ο David…»
«Ελάχιστοι ξέρουν το κόλπο για να σταματήσουν τον χρόνο. Κάθε φορά που θα ακούς το “Wild is the wind”, θα κερδίζεις 6 λεπτά ζωής». Αυτό μου ψιθύρισε στο αυτί ο ίδιος ο David, ένα ξημέρωμα με δυνατό αέρα, λίγο πριν μπούμε στο νερό. Ευτυχώς, τον πίστεψα.
-Ο Μίνως Ευσταθιάδης είναι συγγραφέας. Το τελευταίο του μυθιστόρημα, «Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
«Θυμωμένη, έξαλλη σχεδόν, άρχισα να κλαίω»
Όταν έμαθα για τον θάνατο του Bowie ένιωσα θυμό και μετά απέραντη μοναξιά, δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί. Είχα περάσει πολλά χρόνια ακούγοντας και ψάχνοντας να βρω ποιος ήταν, τί ένιωθε, πώς ονειρευόταν, πώς έγραφε. Ένιωθα πολύ κοντά του, με είχε μαγέψει η τέχνη του με τρόπο ανεξήγητο και όπως δεν μου έχει συμβεί με κανέναν άλλο. Πώς γίνεται να μην ζει δηλαδή; Τι κακόγουστο αστείο ήταν αυτό; Πόσο δεν του ταίριαζε. Θυμωμένη, έξαλλη σχεδόν, άρχισα να κλαίω. Θυμάμαι είχα ανεβάσει ένα λυπημένο post τότε στο FB και είχε σχολιάσει ο αδελφός μου: «Μα καλά, πώς κάνεις έτσι; Δεν χάσαμε κάποιον συγγενή». Δεν είχε καταλάβει. Ο Bowie ήταν και παραμένει ένας πολύ δικός μου άνθρωπος. Το ίδιο βράδυ γύρισα σπίτι και η 13χρονη τότε κόρη μου είχε ζωγραφίσει στο μάγουλό της έναν κεραυνό. Ήταν ο δικός της τρόπος να μου δείξει πως με καταλαβαίνει. Βάλαμε έναν δίσκο του και αρχίσαμε να τραγουδάμε δυνατά. Και ναι, λατρεύω κι εγώ το «Heroes» όχι για τον προφανή λόγο (ναι είναι από τα καλύτερα/εμβληματικότερα κομμάτια του) αλλά για το πώς συμπυκνώνει την ευαισθησία, την απελπισία, την ευθραυστότητα, το παράλογο, την απειλή και τη μοναδική αλήθεια που υπάρχει: αυτή της μίας ημέρας, της μοναδικής στιγμής που μοιάζει με αιωνιότητα…
-Η Χαρά Ζούμα είναι επικεφαλής της εταιρίας επικοινωνίας ZUMA Communications.
«Λες και μας πήρε από το χέρι και μας έδειξε τον κόσμο»
Πρώτη αντίδραση: άρνηση, δεν μπορεί να συμβαίνει, άσε που κάνουμε σλάλομ ανάμεσα στα fake news καθημερινά. Μερικούς μήνες αργότερα: Μπολόνια, Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης για την έκθεση David Bowie Is. Περιμένοντας κάμποσες ώρες στην ουρά παρατηρώ όσους στέκονται υπομονετικά έξω από το μουσείο μαζί μου, συνομήλικοι, μεγαλύτεροι, παιδιά, νέοι, Ευρωπαίοι, Ασιάτες, Αμερικανοί. Όλοι μας συνδεδεμένοι με το μοναδικό του Sound and Vision, κάποτε absolute beginners, ασταμάτητα soul lovers. Κι ύστερα, στην αίθουσα που με υποδέχεται ο Starman σε φυσικό μέγεθος, ολοζώντανος μπροστά μου με τους Spiders from Mars, με τα πρώτα ακόρντα με παίρνουν τα κλάματα. Δεν είναι λύπη, δεν είναι χαρά, είναι συγκίνηση που σε τραντάζει παρασύροντας στην ένταση όλα όσα σε συναποτελούν χάρη σε αυτόν. Η μουσική, ο κινηματογράφος, η λογοτεχνία, το design και οι εικαστικές τέχνες. Όλα ένα σύμπαν με την δική του επιρροή, λες και μας πήρε από το χέρι και μας έδειξε τον κόσμο. Κι ο κόσμος εκτείνεται πέρα από τον πλανήτη μας, planet earth is blue and there’s nothing Ι can do. Το κλειδί του στούντιο, από τα χρόνια του Βερολίνου, κρεμασμένο σε ένα καρφί στον τοίχο: μια εικόνα που έρχεται κάθε τόσο στο μυαλό μου. Το κλειδί για έναν κόσμο που μας περιέχει και μας ορίζει.
-Η Θάλεια Καραμολέγκου είναι ραδιοφωνική παραγωγός (Ο Ωκεανός του Ήχου στο Kosmos 93.6, κάθε Κυριακή, 20:00-22:00)
«O Bowie είναι ό,τι πιο κοντά σε πίστη»
10 Ιανουαρίου 2026. Ακόμη το παλιό Mega εξέπεμπε. Κόντευε να τελειώσει η εκπομπή Καμπουράκη-Οικονομέα. Ήμουν, κλασικά, στο κοντρόλ και στο «αυτί» τους. Βλέπω ένα urgent. To βλέπει κι ο Οικονομέας: – Καφάτε πέθανε ο δικός σου… -Το βλέπω Γιώργο το ψάχνουμε… Μέσα μου έκλαιγα ήδη. Έψαξα τα ξένα μέσα. Και τότε πήρα τηλέφωνο τον Σάκη Δημητρακόπουλο. Του είχε κάνει συνέντευξη. Ήταν ό,τι πιο κοντινό στοn Βowie είχα. Σοκαρισμένος κι αυτός. Το ψάχναμε. Το επιβεβαιώσαμε. Η εκπομπή έκλεινε. Βρήκαμε ένα videoclip. Mάλλον το «Heroes». Δε θυμάμαι. Είπαμε την είδηση. O Bowie είναι ό,τι πιο κοντά σε πίστη. Πιστεύω στον Bowie. Το «Space Oddity» τίναξε και τινάζει τον εγκέφαλο μου στο διάστημα. Υπάρχει και ιταλική εκδοχή που λέει είσαι ένας άγγελος που τώρα, δεν μπορεί να πετάξει – κι αυτό είναι το ίδιο σπαρακτικό με το «Can you hear me, Major Tom?»
-O Γιάννης Καφάτος είναι δημοσιογράφος (viewtag.gr)
«Χάνεις έναν συνοδοιπόρο στις πιο παράξενες σκέψεις σου»
Ο David Bowie δεν έφυγε απλώς. Άφησε πίσω του ένα παράξενο κενό, σαν να έσβησε ένα άστρο που νόμιζες πως ήταν μόνιμο στον ουρανό. Όταν έμαθα ότι πέθανε, το πρώτο συναίσθημα ήταν μια ήσυχη δυσπιστία. Όχι άρνηση, αλλά εκείνο το αίσθημα πως κάποιοι άνθρωποι δεν ανήκουν στο τέλος. Πήρε μέρες για να το χωνέψω. Ύστερα ήρθε η λύπη, όχι βαριά ή μελό, αλλά καθαρή. Γιατί με τον Bowie δεν χάνεις μόνο έναν καλλιτέχνη. Χάνεις έναν συνοδοιπόρο στις πιο παράξενες σκέψεις σου. Κάποιον που σου είχε ψιθυρίσει, χωρίς να σε ξέρει, ότι είναι εντάξει να αλλάζεις. Να μην εξηγείσαι. Να γίνεσαι κάτι άλλο, να μεταμορφώνεσαι επειδή έτσι νιώθεις, χωρίς φραγμούς και όρια. Έφυγε όπως έζησε: με επίγνωση, με τέχνη, με ένα τελευταίο έργο που έμοιαζε με αποχαιρετισμό γραμμένο από κάποιον που κοιτά τον χρόνο κατάματα και του χαμογελά. Το «Blackstar» δεν ήταν θρήνος. Ήταν μια υπόκλιση. Και κάπου ανάμεσα, μια παράξενη παρηγοριά. Γιατί ο Bowie δεν εξαφανίστηκε. Απλώς διαλύθηκε μέσα στη μουσική του, στις εικόνες του, στις στιγμές που κάποιος, κάπου, θα ακούσει ένα τραγούδι του και θα νιώσει λιγότερο μόνος. Ίσως τελικά το σημαντικό γεγονός είναι οτι μας έμαθε ότι μπορείς να φύγεις, χωρίς να χαθείς.
Θέλω να σταθώ επίσης στο γεγονός οτι ο David Bowie επι σειρά ετών στα τέλη της δεκαετίας του ’90 περνούσε μεγάλα διαστήματα στο νησί που κατάγομαι και επισκέπτομαι συχνά. την Πάτμο. Κυκλοφορούσε σχεδόν ανώνυμα, απλά, διάβαζε, περπατούσε, ηταν πάντα φιλικός με τον κόσμο που τον αναγνώριζε. Η Πάτμος, με τη σιωπή της και το φως της, λειτουργούσε σαν αντίβαρο σε μια ζωή γεμάτη μεταμορφώσεις και ένταση. Το «Lady Grinning Soul», το closing track στο «Aladdin Sane», θα έλεγα ότι είναι το αγαπημένο μου τραγούδι του – αν και είναι δύσκολο να ξεχωρίσω μόνο ένα. Aπεικονίζει μια αινιγματική, γοητευτική γυναίκα – πιθανώς μούσα ή σύμβολο της επιθυμίας – αποδοσμένη μέσα από σουρεαλιστικές εικόνες. Πιάνο θεατρικό, σχεδόν μπαρόκ, φωνή εύθραυστη και επικίνδυνη. Ο Bowie εδώ δεν τραγουδάει. Κάθε στίχος μοιάζει να ανεβαίνει με κόπο, σαν να πλησιάζει κάτι που τον μαγνητίζει και τον τρομάζει ταυτόχρονα, ανάμεσα στην τρυφερότητα και την ανησυχία. Για πολλούς είναι από τα πιο υποτιμημένα του κομμάτια. Για άλλους, ένα μυστικό.
-Ο Στιβ Κρικρής είναι ο σκηνοθέτης της μεγάλου μήκους ταινίας ταινίας «The Waiter» (2018) και του ντοκιμαντέρ «Super Paradise» (2025).
«Μέσα από τη μουσική του ένιωσα για πρώτη φορά πως δεν είμαι μόνος»
Όταν έμαθα πως πέθανε ο David Bowie, σχηματίστηκε ένα αμυδρό, γλυκόπικρο χαμόγελο στα χείλη μου. Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως ήρθε το mothership και τον πήρε πίσω στον πλανήτη του, σαν να μας τον είχαν δανείσει μόνο για λίγο για να μας μεταφέρει μηνύματα. Από μικρός ένιωθα κι εγώ σαν εξωγήινος μέσα σε έναν κόσμο που δυσκολευόμουν (και δυσκολεύομαι) να πιστέψω ως αληθινό, με όλα αυτά τα αδιανόητα που συμβαίνουν, και μέσα από τη μουσική του ένιωσα για πρώτη φορά πως δεν είμαι μόνος. Ίσως γι’ αυτό το «The Man Who Sold the World» είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια του, γιατί με κάνει να νιώθω έντονα αυτή την υπαρξιακή αναζήτηση: τη στιγμή που έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με τον Άλλο, την εκδοχή του εαυτού σου που έχεις καταπιέσει ή ξεχάσει. Έχει εκείνη τη σκοτεινή, υπνωτική ατμόσφαιρα που μοιάζει με έναν καθρέφτη· δεν είσαι σίγουρος αν βλέπεις τον εαυτό σου ή κάποιον άλλο. Ίσως γι’ αυτό πάντα με συγκλονίζει και η ακουστική, στοιχειωμένη εκτέλεση του Kurt Cobain στο MTV Unplugged, σαν να άκουγε κι εκείνος τον ίδιο ξένο-εαυτό μέσα από το σκοτάδι.
-O Στράτος Κύρης είναι μουσικός. Ο νέος του δίσκος, «Am I In A Dream», ως 33 Lovers κυκλοφορεί κυκλοφορεί στις 16/1 από την Inner Ear.
«Ήταν η Δευτέρα σημαδιακή για μια ανεξίτηλη δοκιμασία αναμονών»
1973, Hammersmith Odeon, κι ένας εκ των γιουτιουμπικών σχολιαστών σημειώνει: «Μου φαίνεται περίεργο πως ένα τραγούδι που λέγεται “Rock ’N’ Roll Suicide”, μου έσωσε κάποτε τη ζωή». Έπειτα εμφανίζεται άλλος ένας, ένας τέταρτος, ώσπου «ων ουκ έστιν αριθμός». Δεν έχει καμία σημασία τι νούμερο γράφει το δικό μου χαρτάκι, αν σας έλεγα πως ένα θολό απογευματόβραδο σε μια «ταβέρνα» της Κεραμεικού που έπαιζε non stop τα «βασικά» του Bowie, μια ημέρα μετά το φευγιό του, το περάσαμε βαστώντας τραγούδια σαν κι αυτό (το αγαπώ διπλά γιατί λέγεται πως η σκούφια του κρατά από τα «Try Me» και «Lost Someone» του Νονού). Κι ήταν η Δευτέρα σημαδιακή για μια ανεξίτηλη δοκιμασία αναμονών, όπου χωρίς ακόμη να το γνωρίζουμε, γραπώναμε Ziggy κουράγιο. Μπορεί ο Jones να μας την έκανε, αλλά εκείνες τις ημέρες έβαλε εκ νέου τ’ αθάνατο και πολυδιάστατο παρηγορητικό χεράκι του ώστε να μην γκρεμοτσακιστούμε αβοήθητοι. (Wonderful)
-Ο Άγγελος Κυρούσης είναι συντάκτης του Avopolis και του Olafaq.
«Bowie. Χαρά και λύπη μαζί.»
Η Κυριακή είναι ημέρα μουσικής στο σπίτι. Μουσικής και φαγητού. Εκείνη την ημέρα ξύπνησα το πρωί και κλασικά έβαλα κάτι να παίζει… Τυχαία έπεσα στο «Michelle» των Beatles. Ο Bowie είχε κυκλοφορήσει πριν δυο ημέρες το τελευταίο του άλμπουμ αλλά δεν το είχα ακούσει ακόμα. Σκέφτηκα ότι σίγουρα ο Bowie ακούει ακόμα Beatles. Μετά έρχεται η είδηση πως έφυγε. Ωραία σύμπτωση, σκέφτηκα. Το «Wild is the wind» στο repeat λοιπόν. Aγαπημένο μου από τότε που το έβαζαν τα πρωινά στον ΚΛΙΚ FM 88 οι πρωινοί. 28 χρόνια πίσω, μέσα στη δραματικότητα και την αψεγάδιαστη φωνή του Bowie αναστενάζαμε στο μικρόφωνο μιμούμενοι την κορώνα του αξεπέραστου αυτού μάγου στα 5’18’’ του τραγουδιού και σκάγαμε στα γέλια. Bowie. Χαρά και λύπη μαζί.
-Ο Πάνος Λάκατζης είναι ραδιοφωνικός παραγωγός (Best 92.6, Δευτέρα-Παρασκευή, 07:00-08:00).
«Δεν περνούσε από το μυαλό η λέξη “νεκρός” στην ίδια πρόταση με τη λέξη “Bowie”»
Εκείνο το πρωί, ήταν 7 ξημέρωμα, με ξύπνησε η γυναίκα μου λέγοντάς ότι «πέθανε ο Bowie». Της είπα απορημένος «τι είναι αυτά που λες;», όχι με την άρνηση να δεχτείς το θάνατο ενός αγαπημένου καλλιτέχνη και τη βεβαιότητα πως είναι fake news, αλλά γιατί δεν περνούσε από το μυαλό η λέξη «νεκρός» στην ίδια πρόταση με τη λέξη «Bowie». Οσοι ενηλικιωθήκαμε στα 80ς, περιμέναμε το Μουσικόραμα και τα τυχαία δεκάλεπτα μουσικά διαλείμματα για νέα videos. Η πρώτη εντύπωση βλέποντας το «Blue Jean» (με αυτόν σε διπλό ρόλο) ήταν καταλυτική για το πως θα τον έβλεπα μέχρι σήμερα. Λατρεύω τον 80s Bowie, και αγαπημένο παραμένει το «Absolute Beginners», το καλύτερο τραγούδι αγάπης που έχει γράψει, αισιόδοξο και μελαγχολικό – και με σαξόφωνο.
-Ο Γιάννης Λυμπέρης είναι στο Release Athens.
«Με θυμάμαι να ακούω το “Low”, ξανά και ξανά»
Δούλευα στο Provocateur τότε και είχα υιοθετήσει ένα μικρό χιουμοριστικό κονσεπτάκι, το οποίο το επανέφερα κάθε φορά που πέθαινε κάποιος διάσημος και αξιόλογος. Λεγόταν «η πρώτη μέρα του τάδε στον Παράδεισο – ή στην Κόλαση», αναλόγως το πρόσωπο. Οπότε, το ξέρω πώς είναι ντροπιαστικό αυτό που θα πω τώρα, αλλά όταν πέθανε ο David Bowie, αναρωτήθηκα αν θα έπρεπε να κάνω κάτι αντίστοιχο και για εκείνον ως φόρο τιμής -χιουμοριστικό αλλά με αρκετό σεβασμό ταυτόχρονα. Μια «πρώτη μέρα στον Παράδεισο», όπου ίσως να συναντούσε τον μυθικό κιθαρίστα του, τον Mick Ronson ή έναν οποιοδήποτε νεκρό ροκστάρ, με τον οποίο θα αντάλλαζαν ένα «ωπ, πώς κι από δω;» κτλ. Όμως, επειδή είχα κάνει πρόσφατα ένα αντίστοιχο για τον Lemmy -η «πρώτη μέρα στην κόλαση» που ανέφερα πιο πάνω-, είπα να το αφήσω και να κριντζάρω τους ανθρώπους με τίποτα άλλο. Με κάτι που να μη σχετίζεται με τον Bowie. Οπότε με θυμάμαι, απλώς να βάζω να ακούω το «Low», ξανά και ξανά, και να διαβάζω ό,τι σχετικό δημοσιευόταν για τον θάνατό του. Και συγγνώμη για όλο αυτον τον αυτοαναφορικό πρόλογο.
-Ο Κώστας Μανιάτης είναι δημοσιογράφος στο NEWS 24/7.
«Πάγωσα, η πρώτη σκέψη ήταν: γιατί;»
Ήμουν στο σπίτι, καθισμένος στο πάτωμα και άκουγα βινύλια, όταν εμφανίστηκε η σύντροφός μου με δάκρυα στα μάτια. Μου είπε πως μόλις είχε διαβάσει για τον θάνατο του David Bowie. Για μια στιγμή πάγωσα. Η πρώτη σκέψη δεν ήταν ο θάνατος, αλλά το «γιατί». Δεν είχαμε ιδέα ότι ήταν τόσο βαριά άρρωστος, ήταν πολύ ξαφνικό… Και αμέσως μετά, σχεδόν ενστικτωδώς, αναρωτήθηκα τι ακριβώς χάνει η μουσική ως τέχνη με την απουσία του. Στο μυαλό παράλληλα άρχισαν να ξεπροβάλλουν εικόνες από τον Λαβύρινθο – οι πρώτες μου μνήμες από εκείνον. Αν πρέπει να διαλέξω ένα τραγούδι του, αυτό είναι το «I’m Deranged». Όχι γιατί είναι το «καλύτερο», αλλά γιατί είναι εκείνο στο οποίο επιστρέφω ξανά και ξανά περισσότερο από κάθε άλλο.
-Ο Στέφανος Μανούσης είναι μουσικός και συνιδρυτής των Sugar for the Pill που θα παίξουν live στη μνήμη του Bowie το Σάββατο 17/1 στο Temple μαζί με Δημήτρη Παπασπυρόπουλο, Mary Sunshine, Yeah!, κ.α.
«Αντίο με ένα σκίτσο»
Δεν γνώριζα πολλά για τον Bowie ως τον θάνατό του, πιο μετά τον μελέτησα. Άσε που τότε που πέθανε, μαζί με άλλους πολλούς διάσημους που πέθαναν το 2016 και ειχε σχολιαστεί πολύ, εμένα δε με πολυάγγιξε το πένθος γιατί μόλις είχα παντρευτεί με τη Β., ήταν έγκυος στον μεγάλο μας και γενικώς έπλεα σε πελάγη μιας άγνωστης ευτυχίας ως τότε και δεν είχαν τόσο μεγάλο impact πάνω μου όσα συνέβαιναν γύρω μας. Ωστόσο, επειδή προφανώς αναγνώριζα την σπουδαιότητα του Bowie, είχα ποστάρει αυτό το σκίτσο του Κεράση, ενός χαρακτήρα του οποίου τις ιστορίες δημοσίευα σε κομικς τότε. Ποιο να πρωτοδιαλέξω όμως σήμερα από τα κομμάτια του; Ας πω το “Life on Mars”.
-Ο Παναγιώτης Πανταζής είναι ο Pan Pan και το 2026 θα περιοδεύσει σε Ελλάδα και Ευρώπη με την «Υπεραστική Μουσική» του.
«Είχα βάλει το “Blackstar” να παίζει πεισματικά, δυνατά»
Εκείνη τη μέρα: Ήμουν στο δρόμο, στο αμάξι, έψαχνα να παρκάρω κάπου κοντά στο Ελληνικό για να πάρω το Μετρό. Είχα το ραδιόφωνο. Κάποιος είπε: Πέθανε ο Bowie. Το προηγούμενο βράδυ: άκουγα το άλμπουμ. Μ΄ άρεσε πολύ. Είχα διαβάσει στο μεταξύ μια κακή κριτική. Διαφωνούσα, από την αρχή ως το τέλος. Είχα βάλει το «Blackstar» να παίζει πεισματικά, δυνατά. Εκείνη τη μέρα: με το που άκουσα «πέθανε ο Bowie» στο ραδιόφωνο, σκέφτηκα αμέσως ότι ήταν μια κακή, κακόγουστη, απαράδεκτη κριτική στο «Blackstar». Μακάρι να ήταν έτσι. Μόνο ένα τραγούδι αγαπημένο, διαχρονικά του Bowie, δεν έχω. Έχω πολλά διαχρονικά. Και η λίστα δεν τελειώνει. Αυτή την εποχή είναι αυτό: Το «Scary Monsters (and Super Creeps)» από το άλμπουμ με το ίδιο όνομα του 1980. Ίσως είναι οι καιροί μας που το φέρνουν μπροστά μου, με monsters και super creeps που έχουν τρυπώσει και αποφασίζουν για τις ζωές μας.
-H Μαρία Μαρκουλή είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας και ραδιοφωνική παραγωγός (Fresh Unlimited στο Kosmos 93,6 κάθε Σάββατο, 20:00-22:00)
«Επαναλάμβανα το ίδιο πράγμα, ξανά και ξανά: δεν το πιστεύω, δεν μπορώ να το πιστέψω»
Ήταν πολύ νωρίς το πρωί. Δεν είχα καν κοιμηθεί τη νύχτα – κλασικό ξενύχτι, βασικά με θέματα της εργασίας μέχρι αργά και, μετέπειτα, με μια ταινία. Πριν ξαπλώσω, έστω για λίγο, μπήκα στα social media. Δεν θυμάμαι πλέον ποιο ήταν το πρώτο σχετικό post, αλλά συνέβη σχεδόν αμέσως – πρέπει να το είδα 2–3 λεπτά από τη στιγμή που αναρτήθηκε.
Στην αρχή, το αντιμετώπισα με δυσπιστία (άλλωστε, η ασθένειά του δεν είχε γίνει πρότερα γνωστή), όμως αμέσως μετά ακολούθησε άλλο ένα. Με αγωνία, εγκατέλειψα το Facebook και αναζήτησα τη θλιβερή επιβεβαίωση – αν και μέσα μου ήλπιζα για μια διάψευση – στα πιο έγκυρα ειδησεογραφικά sites. Δυστυχώς, η είδηση άρχισε να επαληθεύεται σταδιακά από όλα τα Μέσα.
Έστειλα αμέσως μήνυμα στον αδελφό μου. Ήταν κι εκείνος ξύπνιος και επαναλάμβανε το ίδιο πράγμα, ξανά και ξανά: «δεν το πιστεύω, δεν μπορώ να το πιστέψω». Το μυαλό μου ταξίδεψε αστραπιαία πίσω στον χρόνο, όταν οι δυο μας, παιδιά 12-13 ετών, αρχίζαμε να διαμορφώνουμε το μουσικό μας γούστο και να μαζεύουμε δίσκους, κασέτες και μουσικά περιοδικά με ό,τι χρήματα μπορούσαμε να μαζέψουμε κάθε εβδομάδα.
Το πρόσωπο του Bowie κοσμούσε το εξώφυλλο του Ποπ & Ροκ, αρχές του 1983, με το «Cat People (Putting Out The Fire)» αρχικά και το «Let’s Dance» μετέπειτα να κυριαρχούν παντού. Όσα διαβάζαμε γι’ αυτόν μάς έκαναν να αναζητήσουμε, πολύ γρήγορα, τις προηγούμενες δουλειές του, ξεκινώντας από τα πιο πρόσφατα τότε «Scary Monsters» και «Lodger», τα οποία προμηθευτήκαμε από το μικροσκοπικό δισκάδικο που βρισκόταν τριάντα μέτρα διαγώνια από την πόρτα της πολυκατοικίας όπου μέναμε – και τα υπόλοιπα είναι πλέον ιστορία.
Η επιρροή του, σε κάθε επίπεδο, ήταν εμφανής σχεδόν σε κάθε μπάντα ή καλλιτέχνη που ακούγαμε (Joy Division, Echo & The Bunnymen, The Cure, Bauhaus και τόσοι άλλοι – ουσιαστικά αμέτρητοι), κάτι που συνεχίστηκε και στις επόμενες δεκαετίες. Η μουσική του παραγωγή, όπως συμβαίνει με τους περισσότερους δημιουργούς τέτοιου μεγέθους, μπορεί με την πάροδο του χρόνου να έχασε μέρος της έντασης και της συχνότητάς της, όμως η παρουσία του παρέμενε πάντα αισθητή. Εξακολουθούσε να λειτουργεί σαν σημείο αναφοράς, σαν μια σταθερή υπενθύμιση δημιουργικής ελευθερίας μέσα σε έναν κόσμο που έμοιαζε να μετασχηματίζεται καθημερινά σε κάτι όλο και πιο αφιλόξενο και δυστοπικό.
Το να ξεχωρίσεις ένα τραγούδι ανάμεσα σε όλα όσα έχει προσφέρει ένας τέτοιος καλλιτέχνης μοιάζει με απίθανο εγχείρημα. Μέσα στα χρόνια έχω κολλήσει με τόσα πολλά που, αν παραθέσω τους τίτλους τους, ενδεχομένως να χρειαστώ άλλο τόσο χώρο. Θα έλεγα, όμως, πως εκείνα στα οποία επιστρέφω συχνότερα – ιδίως τα τελευταία χρόνια – είναι το «Moonage Daydream», το «Five Years» και, κυρίως, το «Heroes». Ένα κομμάτι που μπορεί να μη συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες του, αλλά θεωρώ πως αποτελεί μία από τις κορυφαίες και πλέον χαρακτηριστικές στιγμές της καριέρας του: μια αποθέωση της αγάπης, της ελπίδας και του θάρρους, ντυμένη μουσικά με ένα μοναδικό Wall of Sound και μια γλυκόπικρη μελωδία που παραμένει βαθιά χαραγμένη στο μυαλό και την ψυχή – όπως ακριβώς και η στιγμή που μάθαμε ότι ο David Bowie δεν ήταν πια εδώ.
-Ο Θωμάς Μαχαίρας είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Release Athens.
«Μια από τις πιο δύσκολες ραδιοφωνικές στιγμές που έχω κληθεί να διαχειριστώ»
Νομίζω ότι είχα, μαζί με τον Σταύρο, το θλιβερό προνόμιο να μεταδώσουμε από τους πρώτους (αν όχι πρώτοι) το δυσάρεστο μαντάτο στο ραδιόφωνο λίγο μετά τις 9 το πρωί. Όχι φυσικά ότι έχει την παραμικρή σημασία, το αναφέρω για δύο λόγους: α) επειδή πολλές φορές σε μεταγενέστερες συζητήσεις πολλοί, συχνά άσχετοι, μου έχουν πει «από σας το μάθαμε» σχεδόν κατηγορώντάς μας ως τα «κοράκια» που μετέφεραν ένα νέο που κανείς δεν ήθελε να ακούσει και, μεταξύ μας, κανείς δεν ήθελε να πιστέψει («Αυτό υποτίθεται ότι δε θα συνέβαινε ποτέ ποτέ ποτέ…», είχε ξεκινήσει τη νεκρολογία του ο New Yorker) και β) γιατί είναι μια από τις πιο δύσκολες ραδιοφωνικές στιγμές που έχω κληθεί να διαχειριστώ, παρότι όλα συνέβησαν ακαριαία.
Καταρχάς, διασταύρωση. Είμαι πάντα της άποψης «δε θα κερδίσουμε τίποτα αν βιαστούμε» και θα μπορούσα να κοιμηθώ το βράδυ αν την είχα πατήσει με κάποιο άλλο hoax. Όχι όμως με αυτό. Όχι όμως με Αυτόν. Δυστυχώς, ένα tweet του γιου του, Ντάνκαν, διέλυσε κάθε ελπίδα.
Και μετά, πώς το λες; Προκειμένου να αποδοθεί και το ειδικό βάρος που αναλογεί στην στιγμή, αλλά και χωρίς να αφήσεις τη σημασία που έχει ο εκλιπών για την προσωπική σου μυθολογία να καπελώσει την αναγγελία της είδησης σε ζωντανή μετάδοση, κάνοντάς την αφόρητα κι εγωκεντρικά μελό. Κάπως το είπαμε, τέλος πάντων, παίξαμε και όσα κομμάτια μπορούσαμε μέχρι να τελειώσει η εκπομπή.
Και μετά ξεκίνησε μια από τις καλύτερες μέρες στην πορεία μου εδώ και 20 χρόνια σε αυτή τη δουλειά που πια φαίνεται όλο και συχνότερα μάταιη.
Στο ηλεκτρονικό περιοδικό που διευθύναμε, μεταξύ άλλων και με τον σεβάσμιο επιμελητή του παρόντος αφιερώματος, ξεκινήσαμε ένα αφιέρωμα μαμούθ. Δε μας το ζήτησε κανείς, δε θα μπορούσαμε με τίποτα να ανταγωνιστούμε τον πλούτο και τα resources των διεθνών tributes, ίσως υπερβάλλαμε κιόλας αλλά κάπως το αισθανθήκαμε σαν χρέος μας. Πρώτα ως fans κι έπειτα ως δημοσιογράφοι. Με τον Θεοδόση, τον Σταύρο, τον Φώτη, τη Λίνα, τη Φιλίππα, τη Ζωή και την Κατερίνα στα graphics, μαγειρέψαμε δεκάδες αναρτήσεις πρωτογενούς και δευτερογενούς υλικού, προσπαθώντας να φωτίσουμε τα πολλά πρόσωπα ενός χαμαιλέοντα. Μαρτυρίες από το παρασκήνιο κι εντυπώσεις από τη μοναδική του εμφάνισή στην Ελλάδα, συγκινητικοί αποχαιρετισμοί από τους fans και το industry σε όλον τον κόσμο, λίστες, παλιές κριτικές, trivia, κι άλλες λίστες, στιγμιότυπα, βίντεο, outfits και, φυσικά σύντομες αποτυπώσεις του τρόπου με τον οποίον σφράγισε τη ζωή ανθρώπων της μουσικής και του πολιτισμού στην Ελλάδα.
«Ένας ήρωας, όλη μας η πολιτιστική ταυτότητα, δικός μας άνθρωπος-οικογένεια, ένας αστεράνθρωπος. Αυτό ήταν ο David Bowie, και θα λάμπει για πάντα», ήταν μερικές από τις απαντήσεις τους.
Πολύ αργά εκείνο το βράδυ, κι ενώ συμμάζευα λίγο την ύλη ξενυχτώντας μπροστά στην οθόνη, είδα το μήνυμα του Brian Eno (που δεν γνώριζε για τον καρκίνο με τον οποίο έδινε τη μάχη ο επί 40 χρόνια καλός του φίλος και συνεργάτης του στη θρυλική τριλογία του Βερολίνου).
«Εδώ κι αρκετά χρόνια με εκείνον στη Νέα Υόρκη κι εμένα στο Λονδίνο, η επικοινωνία μας γινόταν κυρίως με e-mail. Πάντα αποχαιρετιόμασταν χρησιμοποιώντας επινοημένα ονόματα όπως Mr. Showbiz, Milton Keynes, Rhoda Borrocks και Duke of Ear (…) Έλαβα ένα mail του 7 μέρες πριν. Τελείωνε με αυτήν την πρόταση: “Σε ευχαριστώ για τις ωραίες στιγμές Brian, δε θα σαπίσουν ποτέ”».
Ο Bowie είχε υπογράψει ως «Dawn» («Αυγή»). «Συνειδητοποιώ τώρα ότι ήταν ο τρόπος του να μου πει αντίο».
Εκεί έγινα το μελό που μετά κόπων και βασάνων απέφευγα όλη μέρα.
ΥΓ. Ένα σχόλιο στο YouTube αναρωτιέται για το «Station to Station»: «Είναι το δεύτερο μισό αυτού του κομματιού, ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια μουσικής που ηχογραφήθηκαν ποτέ;». Η απάντηση είναι όχι. Εκτός αν συμπεριλάβεις και το πρώτο μισό.
-Ο Παναγιώτης Μένεγος είναι δημοσιογράφος (NEWS 24/7) και ραδιοφωνικός παραγωγός (Laternative, En Lefko 87.7, Δευτέρα-Παρασκευή, 07:00-10:00)
«Πέθανε ή διακτινίστηκε;»
Δευτέρα, 8.00-8.15, πήγαινα πρωί-πρωί βιαστικά στη δουλειά. Το προηγούμενο βράδυ δεν είχα παρακολουθήσει ειδήσεις, ούτε πριν φύγω από το σπίτι. Είχα σταματήσει για τσιγάρα όταν χτύπησέ το τηλέφωνο. Η σύντροφός μου: «Πέθανε ο Bowie». «Γαμώτο…», είπα κι έκλεισα. Το σκέφτηκα για λίγο. Πέθανε στ’ αλήθεια; Η μήπως εξαϋλώθηκε, εξαφανίστηκε, διαλύθηκε, χάθηκε, διακτινίστηκε, διαχύθηκε, σκορπίστηκε, ακτινοβόλησε, έψαξα να βρω κάθε πιθανό συνώνυμο για να αποφύγω το αμετάκλητο, για να βεβαιώσω τον εαυτό μου ότι, σαν άλλος Πάλμερ Έλριντς σε μυθιστόρημα του Philip Κ. Dick, ο Bowie συνεχίζει να περιπλανάται ανάμεσα στους γαλαξίες, σε διαφορετικές υποστάσεις, εμφανιζόμενος αλλού σαν Major Tom, αλλού σαν Starman, αλλού σαν Thin White Duke ταυτόχρονα, διασπείροντας τις χίλιες και μία διαφορετικές μεταμορφώσεις του rock ‘n’n roll στους πιο μακρινούς πολιτισμούς. Η αστρόσκονη του Bowie συνεχίζει να μας περιβάλλει όλους.
Από όλες τις διακριτές περιόδους της δισκογραφίας του David Bowie, αν υποτεθεί ότι υπάρχουν τέτοιες (προτιμώ να βλέπω το έργο του στην ολότητά του), προτιμώ περισσότερο την glam-rock περίοδο που συγχρόνως προικονομεί το punk. Δηλαδή την περίοδο που περιλαμβάνει τα άλμπουμ «Ziggy Stardust and the Spiders from Mars» (1972), «Aladdin Sane» (1973), «Pin Ups» (1973) και «Diamond Dogs» (1974). Το «The Jean Genie» (από το «Aladdin Sane») είναι γραμμένο εν μέρει για τον περιθωριακό συγγραφέα Jean Genet και εν μέρει για τον Iggy της εποχής των Stooges και ακούγεται σαν τέτοιο: τον ρυθμό καθοδηγεί ένα στακάτο 12μετρο heavy-blues riff στο στυλ του Bo Diddley, καθώς ο Bowie δίνει μια από τις πιο αυθάδικες proto-punk ερμηνείες του. Θα το ξαναγράψω: ο Mick Ronson παραμένει ένας τραγικά υποτιμημένος κιθαρίστας.
-Ο Θανάσης Μήνας είναι δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός (Inner City Blues Στο Κόκκινο 105.5, Σάββατο-Κυριακή, 22:00-23:00). Το τελευταίο του βιβλίο, «Black Power», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.
«Είχε προλάβει να αφήσει ένα αποχαιρετιστήριο σημείωμα, αλλά κρυμμένο μέσα στη μουσική»
Στις 9 Ιανουαρίου επέστρεφα από την Ελλάδα στο Λονδίνο, όπου ζούσα τότε. Είχα αποθηκεύσει το «Blackstar» στο Spotify για να το ακούσω όταν θα έβρισκα χρόνο – και τελικά το έβαλα σχεδόν αμέσως. Μου φάνηκε απίστευτο. Πολύ πιο τολμηρό και ουσιαστικό από το «The Next Day». Η σκοτεινιά της διαδρομής από το Gatwick προς το Liverpool Street Station, η παγωνιά του χειμώνα, και αυτή η σύγχρονη, τζαζ εκδοχή του Bowie, με έκαναν να σκεφτώ κάτι πολύ συγκεκριμένο: πως αυτός ο άνθρωπος είτε όριζε το μέλλον, είτε συνυπήρχε στο παρόν μαζί μας με έναν τρόπο που οι περισσότεροι δεν μπορούσαν. Ακόμη και τότε, σου έδινε την αίσθηση ότι δεν «ακολουθούσε» την εποχή – την έσπρωχνε λίγο παραπέρα.
Κάπου εκεί μου ήρθε στο μυαλό κι ένας στίχος των Clap Your Hands Say Yeah: «You look like David Bowie, but you got nothing new to show me.» Για μένα αυτό συμπυκνώνει την αντίληψή μου για τη μουσική βιομηχανία: καλλιτέχνες σαν παγώνια προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή μας, αλλά μέσα τους είναι κενοί – δεν έχουν κάτι καινούριο να σου προσφέρουν. Ο Bowie, αντίθετα, ήταν από τους ελάχιστους που κάθε φορά είχε κάτι νέο να «δείξει».
Τα νέα για τον θάνατό του ταξίδεψαν πρώτα στα timelines. Όλοι πόσταραν μια φωτογραφία, έναν στίχο, ένα τραγούδι. Εγώ βγήκα για μια βόλτα στο κοντινότερο Rough Trade. Ήταν γεμάτο αντίτυπα του «Blackstar» – του τελευταίου του άλμπουμ, που είχε κυκλοφορήσει τη μέρα που έκλεινε τα 69 του χρόνια, μόλις δύο μέρες πριν πεθάνει. Ήταν σαν να είχε προλάβει να αφήσει ένα αποχαιρετιστήριο σημείωμα, αλλά κρυμμένο μέσα στη μουσική.
Η πρώτη μου επαφή μαζί του δεν ήταν καν με κάποιο «ιερό» άλμπουμ. Ήρθε από εκείνο το αστείο βιντεοκλίπ του «Dancing in the Street» με τον Mick Jagger – το οποίο ήταν δώρο 7ιντσο σε μια συλλογή με σήμα ένα ελεφαντάκι, αν δεν κάνω λάθος, από το 1985. Και για να είμαι ειλικρινής, δεν μπορώ να πω ότι είμαι φανατικός ενός συγκεκριμένου δίσκου του. Δεν πιστεύω ότι έχει έναν αριστουργηματικό δίσκο που να τα επισκιάζει όλα. Ίσως το «Low», ίσως το «Let’s Dance». Σίγουρα, από το ’73 μέχρι το ’77 βγάζει τα καλύτερά του άλμπουμ.
Αλλά για μένα ο Bowie παίρνει «δέκα» κυρίως ως καλλιτέχνης: για τον τρόπο που αντιμετώπιζε τη μουσική του «τώρα» και του «αύριο», και για το πώς επηρέαζε όχι μόνο τον εαυτό του αλλά και τους άλλους – ακόμη και σε παραγωγές του, όπως στον Iggy Pop ή στους Devo. Και πάντα μου άρεσε που μέσα στα τραγούδια του πετούσε αναφορές σε άλλους καλλιτέχνες – Warhol, Dylan, Marc Bolan και άλλους.
Θυμάμαι επίσης πως η διασκευή των Nirvana στο Unplugged με έκανε να τον παρακολουθώ περισσότερο. Ήταν σαν να επιβεβαιώνεται ότι η παρουσία του ήταν παντού, ακόμη κι εκεί που δεν το περίμενες. Και όσο περισσότερο τον έβλεπα, τόσο καταλάβαινα ότι ήταν πάντα μέσα στην εποχή του — ή και λίγο πιο μπροστά από αυτή. Ίσως αυτή να ήταν τελικά η «δουλειά» του: να μας δείχνει το μέλλον. Και αυτό σταμάτησε πριν από δέκα χρόνια.
Ακόμα και σήμερα, κάπως καυχιέμαι ότι τον είδα το 1996 στη Λεωφόρο, μαζί με τον Elvis Costello και τον Lou Reed. Και αν έπρεπε να διαλέξω ένα αγαπημένο του τραγούδι μετά από τόσα χρόνια, νομίζω πως είναι το «Right» από το «Young Americans». Γιατί είναι groovy, είναι cool – και, με έναν παράξενο τρόπο, είναι ακριβώς αυτό που ήταν ο Bowie.
-Ο Ανδρέας Μητρέλης είναι ο ιθύνων νους της Veego Records.
«Ο Major Tom αποχαιρετά αυτό που ξέρει και φεύγει να δει τι υπάρχει παραπέρα»
Τη μέρα που έμαθα ότι πέθανε ο David Bowie, μετακόμιζα στο Λονδίνο με μία βαλίτσα και το βιολί στο χέρι. Έφτασα μετά τα μεσάνυχτα, χωρίς να έχω ξαναπάει στο σπίτι που θα έμενα. Μετά από πέντε χρόνια στη Γερμανία δεν πολυήθελα άλλη μια νέα αρχή, αλλά αφού με πήραν σε ορχήστρα στην πρωτεύουσα της μουσικής («δε γίνεται να μην πας να δοκιμάσεις το Λονδίνο των Beatles και του Bowie», με παρότρυνε ο μπαμπάς μου) δε γινόταν να μη ζήσω αυτή την περιπέτεια. Αγαπημένο μου κομμάτι το «Space Oddity», γιατί ο Major Tom αποχαιρετά αυτό που ξέρει και φεύγει να δει τι υπάρχει παραπέρα. Πάντα συγκινούμαι με τον στίχο: «Tell my wife I love her very much, she knows».
-Η Καλλιόπη Μητροπούλου είναι συνθέτρια, τραγουδοποιός, ερμηνεύτρια και βιολονίστρια. Το πρώτο της προσωπικό άλμπουμ, «Between», κυκλοφορεί από τη Submersion Records.
«Eκείνη τη στιγμή οριστικοποιήθηκε το μεγαλύτερο συναυλιακό απωθημένο της ζωής μου»
Λένε πως τον άνθρωπο δεν τον καταδιώκουν τα πράγματα που έκανε, αλλά εκείνα που δεν έκανε. Που θα μπορούσε να κάνει ή τουλάχιστον να προσπαθήσει, αλλά δεν έκανε τίποτα. Αυτή είναι η μόνιμη σκέψη που έχω κάθε φορά που το μάτι μου καρφώνεται στη φωτογραφία της σύλληψης του David Bowie το 1976 που κοσμεί το σαλόνι μου. Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη που έκανα και δέκα χρόνια πριν, το πρωί που έμαθα για το θάνατό του. Γιατί εκείνη τη στιγμή οριστικοποιήθηκε το μεγαλύτερο συναυλιακό απωθημένο της ζωής μου, κυρίως γιατί είχα την ευκαιρία και… δεν έκανα τίποτα. Το 1996 δεν ήμουν ακόμα μεγάλος fan, οπότε με το περιορισμένο μου budget επέλεξα τους Dead Moon και τους Violent Femmes στη Δραπετσώνα αντί να τον δω στη Λεωφόρο. Σωστή κίνηση, δεν με κατηγορώ.
Το καλοκαίρι του 2000 όμως, μεταπτυχιακός φοιτητής πια στην Αγγλία, ο Thin White Duke θα επέστρεφε μετά από τριάντα χρόνια στο Glastonbury. Μια παρέα φίλων με κενή θέση στο αμάξι θα πήγαινε να μπει στη ζούλα στο φεστιβάλ «και έλα το έχουμε ξανακάνει, θα μπούμε σίγουρα» αλλά εγώ δεν πείστηκα. Φυσικά, τρεις μέρες αργότερα έπρεπε να υπομείνω τον ενθουσιασμό τους και να αποδεχτώ ότι η συγκεκριμένη απόφαση ανήκει στο προσωπικό μου πάνθεον λανθασμένων επιλογών (και η λίστα δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητη). Και εννοείται πως στη συγκεκριμένη βραδιά, ο Bowie έπαιξε το αγαπημένο μου «Ashes to Ashes», ίσως τον πιο ωραίο καλλιτεχνικό απολογισμό που έγραψε ποτέ κανείς. Ο Major Tom επιστρέφει δέκα χρόνια μετά. «Ashes to ashes, funk to funky, we know Major Tom’s a junkie». Ο Bowie κλείνει τη λαμπρότερη δεκαετία του έτοιμος να ξαναγεννηθεί.
-Ο Γιώργος Μιχαλόπουλος είναι DJ και Content Editor στο Release Athens.
«Τον φαντάστηκα να σερφάρει σε κάποιο νεφέλωμα με έναν κεραυνό ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του.»
Από την δεκαετία του είκοσι αστροφυσικοί αποδεικνύουν ότι τα στοιχεία της ζωής γεννιούνται απο τα άστρα. Είμαστε αστρόσκονη. Ο Κάρλ Σαγκάν το μεταλαμπαδεύει στην ανθρωπότητα και το διανθίζει με το «Είμαστε το Σύμπαν που έφτασε στο σημείο να σκέφτεται τον εαυτό του.» Ο Bowie το μετουσιώνει σε μουσική και ποίηση. Πριν δέκα χρόνια ταξίδευα ασταμάτητα. Η είδηση του θανάτου του με βρήκε στο αεροδρόμιο του Σάο Πάολο. Θυμάμαι έντονα το σοκ όλης της ομάδας. Το βράδυ φτάσαμε στον προορισμό μας. Στο Σαντιάγκο της Χιλής. Σήκωσα το βλέμμα μου στον έναστρο ουρανό. Πρώτη μου φορά στο νότιο ημισφαίριο είδα τον Σταυρό του Νότου και χαμογέλασα. Τον φαντάστηκα να σερφάρει σε κάποιο νεφέλωμα με έναν κεραυνό ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του.
-Ο Κώστας Μιχόπουλος είναι συγγραφέας. Το βιβλίο του, «Όλα χαμένα», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νήσος.
«Ήταν αδιανόητο!»
Θυμάμαι ότι ήμουν στο σπίτι όταν «έσκασε» η είδηση ότι πέθανε ο David Bowie σε ηλικία 69 ετών. Το σημειώνω αυτό γιατί όταν διάβασα την είδηση στην σελίδα του BBC αμέσως είπα μέσα μου, «μα είναι πολύ νέος», ήταν αδιανόητο και σαν είδηση και μόνο! Δεν ήταν 10 του μήνα, ήταν 11 Ιανουαρίου το πρωί που το μάθαμε, ημέρα Δευτέρα. Πριν από τρεις ημέρες ακριβώς, Παρασκευή, είχε κυκλοφορήσει ολόκληρο το «Blackstar» και επειδή είχαν προηγηθεί δύο singles τον Δεκέμβριο είχα ετοιμάσει και είχα κανει στο ραδιόφωνο ένα αφιέρωμα στα 20 σημαντικότερα τραγούδια του Bowie.
Αποσβολωμένος από την είδηση αλλά και προετοιμασμένος δημοσιογραφικά φεύγω απ’το σπίτι παίρνοντας μαζί μου τις σημειώσεις μου και ό,τι αρχειακό υλικό είχα στο σπίτι από τον βρετανικό μουσικό τύπο. Ξεκίνησα την εκπομπή με το «Space Oddity» και για δύο ώρες έλεγα ιστορίες για το πως γεννήθηκαν και ηχογραφήθηκαν τα σημαντικότερα τραγούδια του, διάβαζα αποσπάσματα από παλιότερες συνεντεύξεις του αλλά και στιγμές από τη ζωή του και παρακολουθούσα τις δηλώσεις των καλλιτεχνών από τη μεγάλη Βρετανία, ιδιαίτερα φίλων του αγαπημένων όπως ο Γκαρι Όλντμαν, η Τίλντα Σουίντον, ο Μάικλ Κέιν και φυσικά δεκάδων μουσικών που μιλούσαν για την αγάπη, την εκτίμηση που έτρεφαν για τον άνθρωπο αλλά και τον μουσικό τον καλλιτέχνη.
Κρατάω από εκείνη τη μέρα κάτι ξεχωριστό. Το συνήθως ανήσυχο ραδιοφωνικό κοινό για δύο ώρες παρακολουθούσε την εκπομπή με προσήλωση και με κομμένη την ανάσα. Στο τέλος σαν όλα να έγιναν μια μελαγχολική γιορτή. Ο David Bowie σήμερα εξακολουθεί να είναι σημαντικός, ίσως και πιο παρών απ’ ότι ήταν τα τελευταία 20 χρόνια της καριέρας του.
-Ο Γιώργος Μουχταρίδης είναι δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός (Kosmos 93.6, Δευτέρα-Παρασκευή, 12:00-14:00)
«Σκέφτηκα αυτόματα την πορεία του, το ασύμμετρο χρώμα ματιών του»
Όταν έμαθα ότι πέθανε ο Bowie με χτύπησε κεραυνός κατάμουτρα. Ήταν λες και σοκαρίστηκαν οι αξιακοί κώδικες του τρέχοντος βιώματος και λίγο πατήθηκε pause για να σκεφτούν οι πλανήτες και όλοι οι κάτοικοι τους πως είναι όταν ένα αστέρι πεθαίνει. Πεθαίνουν οι αστέρες; Ναι, σίγουρα, αφού ζουν ανάμεσά μας. Έζησε και υπήρξε στα αλήθεια ο Bowie; Δεν αναρωτήθηκα από τι μπορεί να πέθανε. Σκέφτηκα αυτόματα την πορεία του, το ασύμμετρο χρώμα ματιών του, το αστείο που είχε πει σε ένα στούντιο (λέει ένα μέντιουμ σε ένα άλλο «πως πάει, ξέρω ότι εσύ είσαι καλά, εγώ πώς είμαι;»), τις τόσες ιδιαίτερες συνδέσεις του με άλλα αστέρια… Και τα πολλά θραύσματα που αποτέλεσαν τον επί τρεις δεκαετίες διακριτικά μυθικό καλλιτέχνη. Το τραγούδι του που επισκέπτομαι πιο συχνά είναι το «Golden Years», από τα σκοτεινά του χρόνια λίγο πριν τη μετάβαση του στη ημιανατολικη Γερμανία.
-Ο Νίκος Μπαρπάκης είναι DJ και πολιτιστικός παραγωγός.
«Δεν ανήκει σε αυτόν τον κόσμο»
Πίσω στο 1982, στην αρχή της εφηβείας μου, στο παιδικό μου δωμάτιο, με ένα δανεικό κασετόφωνο, έφτιαχνα τα μουσικά μου άλμπουμ από πειρατικούς σταθμούς. Λάτρης της μουσικής σε βαθμό επικίνδυνο, οι ήρωές μου αποκτούσαν κιθάρες και μικρόφωνα, αντί για σπαθιά και πιστόλια. Κάπως σαν “Heroes” νιώθαμε οι της γενιάς μου που ψάχναμε το ιδιαίτερο, το μη «φλώρικο». Θυμάμαι ακόμη τη μέρα που πήγα με τους φίλους μου για πρόβα. Πετάγεται ο Στέλιος και λέει: «Σήμερα θα παίξουμε το “Space Oddity”». Εκεί άρχισαν και τελείωσαν όλα. Από τότε δεν μπορώ να το ξεπεράσω. Ποτέ του δεν ανήκε σε αυτόν τον κόσμο ο Bowie…
-O Γιώργος Μπίτσικας μουσικός και ραδιοφωνικός παραγωγός (Best 92.6, Σάββατο-Κυριακή, 14:00-16:00). Το τελευταίο του single, «Everybody Is Nobody», κυκλοφορεί από τη Veego Records.
«Σελίδες αναβλύζουν από μέσα μου για τα χίλια πρόσωπά του και τις μυριάδες πτυχές του ταλέντου του»
Άκουσα την είδηση από το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο ένα βαρετό πρωινό, και αμέσως ένιωσα το κεφάλι μου να μουδιάζει… Ελάχιστες ώρες νωρίτερα, είχα ακούσει το νέο του τότε άλμπουμ και θαύμασα για μία ακόμη φορά την ανεξάντλητη δημιουργικότητά του, την ικανότητά του να μεταμορφώνει τους ήχους σε ζωτική για τη ζωή μας μουσική, σε εικόνες που άλλαζαν το χώρο και το χρόνο και τον διαμόρφωναν σε κουκούλια προσωπικά για τον καθένα μας, με εκείνον να παραμένει η μοναδική σχεδόν σταθερά που γνωρίσαμε στο μακρύ μας ταξίδι μέσα στη μουσική. Κανείς δεν ήταν σαν εκείνον, ελάχιστοι τόλμησαν τόσες τομές στο έργο τους και άγγιξαν την ψυχή τόσων ανθρώπων. Ήρθε από το διάστημα θαρρείς, αλλά κατέθεσε ένα απόλυτα γήινο σύνολο Τέχνης που άγγιξε όσους είχαν το θάρρος να έρθουν σε επαφή μαζί του. Σελίδες αναβλύζουν από μέσα μου για τα χίλια πρόσωπά του και τις μυριάδες πτυχές του ταλέντου του, μα δεν έχω το χώρο. Θα μείνω ως εκ τούτου στο κλισέ του «αθάνατος»…
-O Μάνος Μπούρας είναι μουσικογραφιάς.
«Πως μπορεί να είναι θνητό ένα πλάσμα που δεν… υπήρξε ποτέ;»
Πέθανε ο David Bowie; Δεν λέει ωστόσο η λαϊκή ρήση ότι ο πραγματικός θάνατος είναι η λησμονιά; Πολλώ δε μάλλον στο ποπ στερέωμα (ας μην χρησιμοποιήσουμε τον άνευ νοήματος όρο-καραμέλα «ποπ κουλτούρα»), όπου δεν υπάρχει καν θάνατος, υπάρχει μόνο… rip (και μία ακόμη ευκαιρία να μιλήσουμε για το αγαπημένο μας θέμα: Εμένα και την Ανώτερη Ηθική μου.) Στην πραγματικότητα βέβαια στον σύγχρονο κόσμο που αρεσκόμαστε να αποκαλούμε μεταμοντέρνο, όσο κι αν στη δημόσια σφαίρα υπάρχει μια περίσσεια μνήμης (τεχνολογικής και μη), επετειολογίας, νοσταλγίας, μνημοσύνων, «Σαν Σήμερα», με όλο το παρελθόν να είναι έρμαιο στην υπηρεσία αποθέωσης ενός Αιώνιου παρόντος που φαντάζει εντελώς πεζό, τούτη η «υπερμνησία» ίσως είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για τη λήθη. Ο άνεμος της «επικαιρότητας» γαρ φυσάει αμείλικτος, wild… Επανατοποθέτηση του ερωτήματος: πέθανε τελικά ο David Bowie; Η δυσπιστία δεν συνιστά κάποιου είδους τυπική μνημοσυνική κοινοτυπία ούτε βασίζεται σε κάποιου είδους μεταφυσική βεβαιότητα. Πως μπορεί όμως να είναι θνητό ένα πλάσμα που δεν… υπήρξε ποτέ; Ένας ρόλος; Μια εικόνα; David Bowie’s dead, dead, undead undead undead, όπως τραγουδούσε σε εκείνη την ταινία σκιαχτικά από το κλουβί του o γκοθ διάδοχός του, ο Peter Murphy. Ένας άχρονος και υπέρφυλος εξωγήινος ο οποίος πρόβαλε τη μοναξιά του κόσμου στα άστρα. Και θα εξακολουθήσει να «ζει» όπως ζουν οι ήρωες των μεγάλων μυθιστορημάτων, εκείνων που μπορούν και καθρεφτίζουν μεγεθύνοντας τις μικρές μας ζωές και τα μικρά μεγάλα πάθη μας… Όσο για τον άνθρωπο από πίσω, τον ‘αυθεντικό’ δημιουργό του, τον David Jones… Ποτέ δεν τον γνωρίσαμε… Μπορεί και απλά να σκηνοθέτησε τον θάνατό του. (Τραγούδι: «Ashes to ashes». Για τις αναμνήσεις. «Neuköln». Για τις σκοτεινές βερολινέζικες νύχτες)
-Ο Αντώνης Ξαγάς είναι ο αρχισυντάκτης του mic.gr
«Ο πιο σημαντικός καλλιτέχνης της σύγχρονης μουσικής»
Είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι δεν πρέπει να μετανιώνεις για τα λάθη που έκανες στην εφηβεία σου. Όμως το ότι σνόμπαρα τον David Bowie, ενώ άκουγα τόσες μπάντες που δεν θα υπήρχαν αν δεν υπήρχε εκείνος, δεν μου το συγχωρώ. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί θα είχα ακούσει περισσότερο Bowie στη ζωή μου και αυτό είναι μόνο καλό.
Η σχέση μου μαζί του άρχισε να αλλάζει όταν πήγα στην Αγγλία το 1995, δηλαδή όχι τυχαία πάνω στην ενηλικίωσή μου, όταν άρχισα να συνειδητοποιώ την επιρροή που είχε σε αυτά που λάτρευα τότε: τους Carter USM, τους Inspiral Carpets, τους Radiohead. Αλλά και πόσο αυτός ο βετεράνος ήταν πιο μοντέρνος από τους νέους, πόσο άνοιγε νέους δρόμους, πόσο οτιδήποτε φρέσκο το έκανε καλύτερο. Το «Earthling», για παράδειγμα, που βγήκε τότε, είναι ένας τρομερά Bowie δίσκος, αλλά ταυτόχρονα και τρομερά μοντέρνο drum and bass. Και τότε κάθεται δίπλα στον Trent Reznor για το soundtrack του Lost Highway του David Lynch, παίζει σε ταινίες, κάνει μόδα, κάνει τα πάντα. Και ξαφνικά αυτός που εγώ, ως έφηβος, είχα σνομπάρει επειδή δεν ήταν όσο αλήτης και πότης μου φαινόταν ο Nick Cave, όσο underground είναι ο Lou Reed, όσο τσίτα και χύμα είναι ο Iggy Pop, γίνεται το απόλυτο είδωλό μου.
Και σαν να κάνω αγώνα δρόμου για να προλάβω αυτά που έχασα, τρέχω στο Birmingham και τον βλέπω live με support τον Morrissey, και το ίδιο καλοκαίρι στην Αλεξάνδρας με τον Lou Reed. Και κάπως εξιλεώθηκα. Και κάπως πρόλαβα να ευχαριστηθώ τον ίσως πιο σημαντικό καλλιτέχνη της σύγχρονης μουσικής. Τον άνθρωπο που ό,τι έκανε γινόταν υπέροχο και μοναδικό. Τον άνθρωπο που απενοχοποίησε το στυλ και το να αλλάζεις κάθε μέρα, που έμαθε σε όλους να μην είναι ένα πράγμα. Τον άνθρωπο που έγραψε έναν δίσκο ξέροντας ότι θα πεθάνει και μας είπε το πιο τρυφερό αντίο, σαν να μας το χρώσταγε, ενώ εμείς του χρωστάμε πολύ περισσότερα. Εγώ κομμάτι της ενηλικίωσής μου σίγουρα. You little wonder, little wonder you.
-Ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος είναι σκηνοθέτης.
«Εφόδιο για εμάς τους κοινούς θνητούς ακροατές του»
Ο κλαυθμός και οδυρμός για κάθε χαμό καλλιτέχνη που κυριεύει όλο το σοσιαλμιντιακό στερέωμα κάθε φορά, με αφήνει παγερά αδιάφορο. Και εδώ που τα γράφουμε, αναίσθητος γαρ, ακόμα και το τελεσίδικον του πράγματος σπάνια θα με επηρεάσει με κάποιον τρόπο, πολλώ δε μάλλον με αληθινή θλίψη. Έλα μου όμως που είναι Γενάρης του 2016, προσωπικά νιώθω απίστευτα κουρασμένος και αποκαρδιωμένος από την κούφια και μίζερη πραγματικότητα, και η είδηση του θανάτου του Bowie όπως και η σχεδόν ταυτόχρονη κυκλοφορία του καλύτερου δίσκου της ύστερης καριέρας του με έκανε και αναφώνησα με περίσσια δύναμη και αγαλλίαση «Ε, τον άτιμο! Τι μας έφτιαξε πάλι ο μπαγάσας;» Στο δικό μου μυαλό ο τρόπος που χειρίστηκε και ανήγαγε ακόμα και τον θάνατό του σε καλλιτεχνική δημιουργία και εν προκειμένω την τελευταία του και ενδεχομένως από τις καλύτερές του, τον έθεσε κατευθείαν στο πάνθεον των δημιουργών, φτιάχνοντας μια απίθανη ιστορία, εφόδιο για εμάς τους κοινούς θνητούς ακροατές του. Η εξόδιος δισκογραφική του ακολουθία επισφράγισε με τον ισχυρότερο τρόπο την αξία του και έδειξε σε όλους το καλλιτεχνικό του εκτόπισμα σε καιρούς χαλεπούς, μιας ανηλεώς μίζερης ελληνικής πραγματικότητας. Ένας “μαύρος αστέρας” που η ανύψωσή του σε κάποιον μακρινό γαλαξία μας έκανε όλους να κοιτάξουμε ταυτόχρονα ψηλά, μαζί στην πιο χαμηλοθώρα περίοδο της εγχώριας ζωής μας.
-O Γιώργος Παπαδόπουλος είναι ο ιθύνων νους του δισκοπωλείου Bastard Vinyl bastardvinyl.com
«Ένα “γαμώτο” που χώρεσε έναν ολόκληρο Bowie»
Την ημέρα που πέθανε ο David Bowie, το έμαθα από ένα μήνυμα. Ούτε από τίτλους, ούτε από breaking news, αλλά από έναν άνθρωπο κοντινό, που ήξερε ότι εκείνη τη στιγμή ήμουν στο στούντιο και δεν θα κοιτούσα ειδήσεις. Δεν θυμάμαι να σοκαρίστηκα. Δεν θυμάμαι καν να αιφνιδιάστηκα. Κι αυτό είναι περίεργο, γιατί δεν περίμενα τον θάνατό του, δεν ζούσα με την ιδέα ότι «κάποια στιγμή θα φύγει». Κι όμως, η είδηση έπεσε πάνω μου σαν κάτι αναπόφευκτο. Η απάντησή μου ήταν μία λέξη. Ένα «γαμώτο». Ήταν το μόνο που χωρούσε. Οτιδήποτε άλλο θα απαιτούσε να ανοίξω έναν κόσμο συναισθημάτων που δεν ήμουν έτοιμος να κοιτάξω κατάματα. Ήμουν μουδιασμένος. Όχι λυπημένος ακόμη, αυτό ήρθε αργότερα. Το πρώτο συναίσθημα ήταν κάτι πιο ήσυχο και πιο βαθύ: ευγνωμοσύνη. Ευγνωμοσύνη που έζησα σε έναν κόσμο όπου υπήρχε ο Bowie. Που τον άκουσα, που τον είδα, που μεγάλωσα με τη μουσική του να λειτουργεί σαν χάρτης διαφυγής.
Τα δάκρυα ήρθαν αργότερα, σπαστά, χωρίς πρόγραμμα, σαν μικρά κύματα μοναξιάς. Κι ενδιάμεσα, αυτό το ατελείωτο σκρολάρισμα. Άρθρα, βίντεο, συνεντεύξεις, αποσπάσματα, αφιερώματα, φωτογραφίες, εκατοντάδες φωτογραφίες από όλες τις στιγμές του. Το ίντερνετ πλημμύρισε. Ένας συλλογικός θρήνος σε πραγματικό χρόνο. Ήταν η πρώτη φορά που βίωσα τόσο έντονα αυτό το είδος δημόσιας απώλειας, και μου φάνηκε παράξενο. Στην αρχή συγκινητικό, αλλά μετά από λίγο σχεδόν αποπνικτικό. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς γίνεται άνθρωποι που τον αγάπησαν πραγματικά να έχουν ήδη βρει τις λέξεις. Να γράφουν posts, tweets, αφιερώματα, μία ή δύο ώρες μετά. Για μένα, η αγάπη εκείνη τη στιγμή δεν έβρισκε γλώσσα. Ήταν άναρθρη. Ήταν περισσότερο μια σιωπή, μια παύση. Κι ένιωθα ενοχές που δεν ήθελα να συμμετάσχω άμεσα σε αυτό το κύμα. Σαν να μου ζητούσε ο κόσμος να πενθήσω «σωστά», δημόσια, με τρόπο αναγνωρίσιμο.
Ο Bowie όμως δεν ήταν ποτέ δημόσιος με τον εύκολο τρόπο. Δεν ανήκε πραγματικά σε κανέναν, όσο κι αν τον νιώθαμε δικό μας. Υπήρξε πάντα ένας καθρέφτης που έδειχνε όμως κάτι διαφορετικό στον καθένα. Και ίσως γι’ αυτό ο θάνατός του δεν πόνεσε όπως άλλοι. Ήταν το τέλος μιας διαρκούς συνομιλίας με κάτι μέσα σου. Με εκείνη την εκδοχή του εαυτού σου που έμαθε, μέσω της μουσικής του, ότι μπορείς να αλλάζεις, να ξεφεύγεις, να μην εξηγείσαι. Ίσως γι’ αυτό ήταν σαν να ένιωσα ότι δεν πέθανε ένας τεράστιος καλλιτέχνης. Ένιωσα ότι έκλεισε ένας κύκλος μύησης. Κι έμεινε πίσω ένα ήσυχο, σχεδόν ευγενικό πένθος.
Το «The Prettiest Star» είναι το αγαπημένο μου κομμάτι του Bowie όχι γιατί είναι «μεγαλύτερο» από το άλλο αγαπημένο «Heroes», αλλά γιατί είναι πιο ανθρώπινο. Πιο εκτεθειμένο. Το «Heroes» είναι μνημείο, στέκεται όρθιο, και ανήκει σε εκείνες τις στιγμές που θες να πιστέψεις ότι κάτι σώζεται. Το «The Prettiest Star» όμως δεν θέλει να σώσει τίποτα. Θέλει απλώς να αγαπήσει. Και να το πει χωρίς καμία άμυνα. Θυμάμαι εκείνες τις μέρες να το ακούω ξανά και ξανά, σχεδόν εμμονικά. Ήταν ήδη ένα «χαμένο» τραγούδι από την αρχή του. Το πρώτο σινγκλ μετά το «Space Oddity», το 1970, και πάτωσε. Κακό timing, λάθος προσδοκίες, ένας Bowie που δεν είχε ακόμη αποφασίσει ποιος είναι. Ένα τραγούδι αγάπης για την Angie, γραμμένο σαν ερωτική εξομολόγηση χωρίς φίλτρα, με εκείνη την αθωότητα που σήμερα μοιάζει σχεδόν αδιανόητη. Και κάπου εκεί κρύβεται η δύναμή του. Και ίσως γι’ αυτό το αγαπώ λίγο περισσότερο από το «Heroes». Γιατί δεν σου λέει «μπορούμε να είμαστε ήρωες», σου λέει «σε βλέπω», από έναν Bowie πριν γίνει σύμβολο. Πριν γίνει Ιστορία.
-Ο Γιάννης Παπαϊωάννου είναι μουσικός και δημοσιογράφος.
«Η θανάσιμα απειλητική πλην αβάσταχτα εθιστική κιθαριστική λούπα του “Rebel Rebel” μού μουδιάζει το μυαλό»
Με το που ανακοινώθηκε ο, προ διημέρου ευφυώς προαναγγελθείς… αυτού του ιδίου, θάνατος – και ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να παραφράσω εκείνο το παράξενο νεαρό αγόρι που ξεστόμιζε λόγια ωμής εκδίκησης, σύμφωνα με το περιεχόμενο εκείνης της κατεπείγουσας επιστολής που ο επίσης ονομαζόμενος κύριος Jones είχε συντάξει και στριμώξει στη δεύτερη πλευρά του Hunky Dory άλμπουμ – εξυπηρέτηση μου έκανε η μνήμη μου και μάλιστα πολύ μεγάλη, ξαποστέλνοντάς με σε χρόνο ντε τε, πίσω σε εκείνο το σαββατιάτικο απόγευμα της 20ης του Ιούλη του ’74 με την τουρκική απόβαση στην Κύπρο να βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη, τη χούντα του Ιωαννίδη να έχει κηρύξει γενική επιστράτευση, τη μαμά να τηγανίζει αυγά με λουκάνικα μονολογώντας ποιος ξέρει πότε θα μπορέσουμε να τα φάμε ξανά, πάλι κατοχή θα ‘ρθει κι εγώ, δεκατριών χρόνων και κάτι, να προσπαθώ να ξεφύγω από την τρομάρα – θα πάρουν και τον μπαμπά, δεν τη γλυτώνουμε – ακούγοντας τον κρατικό σταθμό που εξακολουθούσε, παραδόξως, να μεταδίδει τις προσφερόμενες εκπομπές των δισκογραφικών εταιρειών είναι μάλιστα η ώρα εκείνη που η Φώνογκραμ Παρουσιάζει με εκφωνητή τον, και υπεύθυνο για ό,τι ξενόγλωσσο έβγαζε τότε η εταιρεία, Γιάννη Πετρίδη και, ξαφνικά, μέσα από τα σπλάχνα του – σαν τέσσερα πακέτα τσιγάρα στο μέγεθος – κρεμ κοκάλινου τρανζίστορ, σκάει η, σε μικρό δίσκο με την πορτοκαλιά ετικέτα της RCA Victor και σειριακό αριθμό YEPBO 204, άρτι αφιχθείσα τίγκα στην βραχνάδα και μουτζούρα γκραννννννν γκραν γκραν γκραν γκραν γκραν γκρανγκαγκαγκαγκρανγκ θανάσιμα απειλητική πλην αβάσταχτα εθιστική κιθαριστική λούπα του Rebel Rebel και με τη μία μού μουδιάζει το μυαλό, με σφίγγει στην καρδιά, μου αδειάζει το στομάχι, με κάνει να χτυπιέμαι άγαρμπα και να τραγουδάω φάλτσα Hot tramp – παύση – I love you – ρε – soooooooo είτε είσαι αγόρι είτε είσαι κορίτσι – σκασίλα μου μεγάλη! Τα υπόλοιπα, όπως λένε συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι απλά ιστορία…Περιττό δε να προσθέσω ότι όσο φιλότιμα, σκληρά, επιδέξια και επίμονα και αν προσπάθησαν τίτλοι όπως Space Oddity, The Man Who Sold The World, All The Young Dudes, Fame, D.J. Ashes To Ashes, οι περισσότεροι από τους μισούς στα Ziggy Stardust και Heroes καθώς και οι λιγότεροι από τους μισούς στα Aladdin Sane, Station To Station και Low να απειλήσουν την πρωτοκαθεδρία του, δεν κατάφεραν το παραμικρό…
-Ο Νίκος Πετρουλάκης είναι ραδιοφωνικός παραγωγός (Εξομολογήσεις ενός βινυλιομανούς, Στο Κόκκινο 105.5, Σάββατο-Κυριακή, 20:00-21:00).
«Ήρθε το οριστικό τέλος μιας εποχής που στιγματίστηκε από τον πιο sui generis από όλους»
Στην περίπτωση μου συμβαίνει το εξής: Έχω γενέθλια στις 9 Ιανουαρίου, -ο Bowie ως γνωστόν γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου και έφυγε από τη ζωή στις 10 Ιανουαρίου 2016 δύο μέρες μετά τα 69α γενέθλια του- οπότε δεν γίνεται να ξεχάσω τη λύπη που σκέπασε τη χαρά των γενεθλίων μου. Σκέφτηκα αμεσως ότι ήρθε το οριστικό τέλος μιας εποχής που στιγματίστηκε από τον πιο sui generis από όλους, τον ορισμό του «ένας και μοναδικός». Ήταν το πρότυπό μου και μάλιστα είχα από μικρή «ψωνιστεί» λόγω της κοντινής ημέρας γενεθλίων που είχαμε, για καλή μου τύχη δεν το επικοινωνούσα, το κρατούσα για εμένα. Ο Bowie ήταν ανεξάντλητος και απεριόριστος, μια σπάνια περίπτωση ολιστικού καλλιτέχνη και ο πλανήτης είναι πολύ τυχερός που ο starman προσγειώθηκε και μεγαλούργησε για 69 χρόνια! Το αγαπημένο μου κομμάτι του είναι το «Starman» γιατί…έτσι απλά…
-Η Μαρία Παπιδάκη είναι ραδιοφωνική παραγωγός (Best 92.6, Δευτέρα-Παρασκευή, 10:00-12:00)
«Στάθηκα ακίνητος, σαν να βρήκε πρώτα εκείνον ο θάνατος και ύστερα εμένα»
Ήταν σαν μια μέρα που η ψυχή μου άρπαξε φωτιά, σαν μετά το ξύπνημα μιας βραδιάς παράφορης. Έτσι ένιωσα εκείνη τη στιγμή. Η είδηση του θανάτου του μου χτύπησε σαν λάθος συγχορδία στο πρωινό φως. Όμορφο φως, μα τίποτα δεν θα ήταν πια το ίδιο – δεν το ξέρεις; Ο Bowie πέθανε. Κι εγώ στάθηκα ακίνητος, σαν να βρήκε πρώτα εκείνον ο θάνατος και ύστερα εμένα. Γύρισα πίσω – τέλη ’70, αρχές ’80 – νεανικό σώμα σε μια διαρκή πορεία γεννήσεων. Σαν σώμα καθαυτό, σαν πνεύμα, σαν διάθεση, σαν όλα όσα άξιζε να διερωτώμαι για μένα και τους άλλους. Ξένος ο ίδιος σε αυτούς τους άλλους, ξένος στο δέρμα που άλλαζε, ξένος στα είδωλα των καθρεφτών του σπιτιού μου. Και τότε εμφανιζόταν πάντοτε ο Bowie: χαμαιλέοντας, αμφίσημος, ερωτικός, σηματοδότης προς κάτι άλλο – ένα σχεδόν μυθικό «Κάπου αλλού». Εκείνος ο υπέροχος εξωγήινος που μας έμαθε πως η αποξένωση δεν ήταν μόνο πόνος, αλλά μήνυμα∙ οδός προς την αληθινή μας πατρίδα. Ήταν από εκείνη την πατρίδα κι αυτός, και ήταν εδώ για να μας τη θυμίζει. Όπως στην αγαπημένη μου ταινία «Ο Άνθρωπος που Έπεσε στη Γη» του Νίκολας Ρεγκ, ήταν η απόλυτη ταύτιση: σχεδόν εδώ, σχεδόν αλλού – όπως κι εγώ. Και στο τέλος, το «Blackstar»: ποίησε τον θάνατό του, τον έκανε σώμα, performance, τελετουργία. Έμεινα με τη γυμνή ενθύμηση της μουσικής του μέσα μου και βυθίστηκα στη σιωπή – όχι σε μια σιωπή κενή και άδεια, αλλά σε μια σιωπή βροντερή, πλήρη και ανόθευτη. Μια σιωπή γεμάτη στοχασμό και γλυκόπικρη επίγνωση: όλα έρχονται και φεύγουν. Ακόμη κι εκείνα που μοιάζουν να μένουν. Ίσως κυρίως αυτά.
Είναι δύσκολη η επιλογή ενός «πιο αγαπημένου τραγουδιού», ανάμεσα σε τόσα διαμάντια ενός καλλιτέχνη που μου είναι τόσο αγαπητός. Η λάμψη τους, η σαγήνη τους, με κατακλύζουν. Κι όμως, αν έπρεπε -σήμερα- να απαντήσω, ύστερα από πολλή σκέψη και ακόμη περισσότερη περίσκεψη, θα έλεγα πως το αγαπημένο μου κομμάτι είναι το «Space Oddity». Μια μελαγχολική ελεγεία για το όνειρο και το ταξίδι το μακρινό· ίσως το πιο μακρινό απ’ όλα. Ένα ταξίδι προς το διάστημα εκεί έξω, μα κυρίως προς το άλλο, το αθέατο: το εσωτερικό διάστημα.
-Ο Γιάννης Ραουζαίος είναι κριτικός κινηματογράφου, αρθρογράφος και συγγραφέας.
«Ήταν κάτι τόσο δυνατό και απότομο, που άρχισα να κλαίω με λυγμούς»
Στις 8/1/2016 ήμασταν καλεσμένοι στο σπίτι του φίλου μας του Γιώργου. Την προηγούμενη ημέρα είχε κυκλοφορήσει το βίντεο για το «Lazarus», το δεύτερο single του «Blackstar». Από τα πρώτα πράγματα που είπαμε ήταν το πώς μας φάνηκε. Μουσικά το θεωρούσα αριστούργημα (το τραγούδι είχε κυκλοφορήσει κάποιες εβδομάδες νωρίτερα), και θυμάμαι να λέω ότι το βίντεο ανήκε σε ένα ανεξήγητο μεταφυσικό επίπεδο, σαν κάτι να ήθελε να μας πει ο Bowie.
Τρεις μέρες μετά, στις 11/1 νωρίς το πρωί, εμφανίστηκε πρώτη στο newsfeed μου από την επίσημη σελίδα του Bowie στο Facebook η ανακοίνωση του θανάτου του (η επίσημη ημερομηνία είναι 10/1, αλλά η είδηση έγινε γνωστή παγκοσμίως την επομένη). Ήταν κάτι τόσο δυνατό και απότομο, που άρχισα να κλαίω με λυγμούς. Πέρασα τρεις μέρες κανονικού πένθους ακούγοντας ιντερνετικά αφιερώματα από διεθνείς παραγωγούς που σοκαρισμένοι έπαιζαν τα τραγούδια του. Επίσης είδα αμέτρητες φορές το βίντεο του «Lazarus», για να αποκρυπτογραφήσω κάθε πλάνο και κάθε στίχο και να τον συνδέσω με την ασθένειά του.
Την Πέμπτη 14/1 με τη φίλη μου την Ιφιγένεια πηγαίναμε να δούμε το «The Hateful Eight» του Tarantino. Στο ταξί συζητούσαμε για το πώς ο Bowie είχε κρύψει τόσους μήνες την ασθένειά του και πόσο ιδιοφυώς είχε σκηνοθετήσει την αποχώρησή του, με εμφανή σημάδια – τίτλους, λέξεις, εικόνες – που μας έδειχνε. Ο οδηγός μας διέκοψε και ρώτησε αν μιλάμε γι’ αυτόν «τον Εγγλέζο τραγουδιστή που πέθανε.» «Καλά να πάθει», είπε. «Για να αρρώστησε με καρκίνο, σημαίνει ότι ήταν αμαρτωλός και του άξιζε η τιμωρία». Αυτό έκανε πάντα στη ζωή μου ο Bowie: Μου έδινε την ελπίδα μέσα από την Τέχνη του ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει υπέροχος όπως στο δικό του σύμπαν, και ότι η ζωή και ο θάνατος είναι ισότιμα μέρη μιας εκπληκτικής περφόρμανς, δείχνοντάς μας τον δρόμο για να την κατανοήσουμε. Τον πίστευα από μικρός. Μετά με προσγείωνε απότομα κάνοντάς με να συνειδητοποιώ ότι δυστυχώς μόνο αυτός ζούσε αλλού. Όσο για το ποιο είναι το πιο αγαπημένο μου τραγούδι του, μάλλον το «Word on a Wing» από το «Station to Station», δεν ξέρω γιατί.
-Ο Στέφανος Ρόκος είναι εικαστικός.
«Πώς γίνεται να έχει πεθάνει ένας μύθος, ένα icon, μία extraterrestrial persona;»
Τον Ιανουάριο του 2016 ετοιμάζαμε στην Αθήνα τη μεγάλη επιστροφή της Bestaρας στα ερτζιανά,η αγωνία ήταν μεγάλη και ο ενθουσιασμός τεράστιος. Μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο έσκασε σαν κεραυνός εν αιθρία η είδηση του θανάτου του David Bowie. Το πρώτο πράγμα που πέρασε από το μυαλό μου ήταν «πώς γίνεται να έχει πεθάνει ένας μύθος, ένα icon,μία extraterrestrial persona;» Σκέφτηκα τον Ziggy, τον Thin White Duke και κάθε persona που δημιούργησε ο ευφυής αυτός τύπος. Σκέφτηκα τα τόσο διάσημα χαρακτηριστικά του μάτια. Ήμουν μάλλον περισσότερο σκεπτική και αιφνιδιασμένη από την είδηση, παρά θλιμμένη. Σκέφτηκα ότι την αθανασία την κατέκτησε με το έργο του, παρά την ανθρώπινη θνητότητα. Το πιο αγαπημένο μου κομμάτι είναι το «Wild is the wind», λόγω της έντονα συναισθηματικής ερμηνείας του και όλου του feeling που προκαλεί. Για την ιστορία να πούμε ότι ο Best επέστρεψε στα FM στις 18/01/2016 και το πρώτο κομμάτι που έπαιξε on air ήταν φυσικά κομμάτι του Bowie!
-Η Εύη Σιδηροπούλου είναι ραδιοφωνική παραγωγός (Best 92.6, Δευτέρα-Παρασκευή, 18:00-20:00).
«Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν οτι θα ήθελα να τον δω live»
Θυμάμαι είχε ανακοινωθεί η κυκλοφορία του «Blackstar» και είχε βγει το βίντεο του «Lazarus». Το άκουσα ενθουσιασμένος και το πρώτο που σκέφτηκα ήταν οτι θα ήθελα να τον δω live και περίμενα να ανακοινώσει την περιοδεία του. Δυστυχώς λίγες μέρες μετά ανακοινώθηκε ο θάνατός του. Ήταν η χρονιά με πολλούς θανάτους καλλιτεχνών αλλά αυτός με πόνεσε περισσότερο απ’ όλους. Το αγαπημένο μου του Bowie είναι το «Absolute Beginners». Με αγγίζει όποτε το ακούω όπως όταν το πρωτοάκουσα, το έχω ακούσει σε διάφορες φάσεις της ζωής μου και πάντα μου προκαλεί το ίδιο συναίσθημα.
-Ο Ηλίας Σμήλιος είναι μουσικός (Ta Toy Boy, Mary’s Flower Superhead, Grey Skies)
«Σαν να είχαμε χάσει όχι έναν σελέμπριτι-καλλιτέχνη, αλλά έναν άξονα προσανατολισμού»
Την θυμάμαι εκείνη τη στιγμή σαν μια από αυτές τις ιδιωτικές εκρήξεις που δεν ακούγονται. Ξύπνησα παράλογα νωρίς, κοίταξα το κινητό, πράξη σχεδόν εκτός χαρακτήρα τότε, και η πρόταση «RIP David Bowie» έμοιαζε εξωπραγματική… Το είπα στην Εύα. Για λίγο μείναμε σιωπηλοί. Σαν να είχαμε χάσει όχι έναν σελέμπριτι-καλλιτέχνη, αλλά έναν άξονα προσανατολισμού. Το αγαπημένο μου τραγούδι του είναι το «Heroes». Όχι τυχαία στο επόμενο μυθιστόρημά μου υπάρχει μια σκηνή όπου ο Bowie το τραγουδάει στο Βερολίνο που τώρα αποκτά μια παράξενη, μεταθανάτια ηλεκτρική δόνηση. Γιατί το «Heroes» μοιάζει πάντα να λέει το ίδιο: αντέχουμε – έστω για μία μέρα. Και ίσως αυτό εξηγεί και κάτι βαθύτερο για τη σημασία του Bowie στον σύγχρονο πολιτισμό. Ήταν ένας από τους ελάχιστους που κατάφεραν να κάνουν την μεταμόρφωση – αυτή την αμήχανη, συχνά γελοία διαδικασία του να γίνεσαι ένας άλλος – όχι μόνο αισθητικά αποδεκτή, αλλά σχεδόν ηθική. Μας έδειξε ότι μπορείς να είσαι πολλοί, χωρίς να είσαι ψεύτικος. Οτι η ταυτότητα δεν είναι στατική αλλά ένα είδος πνευματικής performance όπου ο καθένας παλεύει να φτιάξει έναν εαυτό που αντέχει να τον κατοικεί. Κι όλα αυτά βλέποντας πάντα μπροστά. Κάνοντας πρόσθιο και αφήνοντας τα απόνερα πίσω. Μου λείπει.
-Ο Αλέξης Σταμάτης είναι συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο, «Το παιδί και ο Άγγελος», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
«Για αρκετή ώρα βρέθηκα σε σοκ, πίστευα ότι ήταν μία μακάβρια ψευτιά»
Ήταν Δευτέρα, είχε μόλις ξεκινήσει η ρουτίνα μίας ακόμα εργάσιμης εβδομάδας κι ήμουν στον δρόμο για τη δουλειά, προσπαθώντας να βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις μου, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ο David Bowie; Νεκρός;!; Μα πώς, αφού πριν δυο μέρες έβγαλε το «Blackstar»… Για αρκετή ώρα βρέθηκα σε σοκ. Πίστευα ότι ήταν μία μακάβρια ψευτιά, από εκείνες του αμερικάνικου ίντερνετ. Άρχισα να τηλεφωνώ σε φίλους, ώστε να μιλήσουμε για το τι γινόταν – ακόμα δεν είχαμε συνέλθει από το φευγιό του Lemmy, εντωμεταξύ. Και μετά ήρθαν τα μοναχικά, βουβά δάκρυα και οι επαναληπτικές ακροάσεις σε κλασικά κι αγαπημένα. Με ρωτάνε συχνά, «ποιο είναι το αγαπημένο σου τραγούδι από Bowie;». Μα, απαντιούνται τέτοια πράγματα, έτσι, τόσο απλά; Κάθε μέρα κι ένα άλλο, για σήμερα ας βάλουμε το «Space Oddity». Επειδή ήταν το πρώτο του που άκουσα σαν παιδί στο ραδιόφωνο, προσδένοντάς τον για πάντα, στη φαντασία μου, με κάτι το διαστημικό.
-Ο Χάρης Συμβουλίδης είναι μουσικοκριτικός (Αθηνόραμα).
«Ήταν μοιραίο ο κόσμος να αρχίσει να καταστρέφεται από τη στιγμή που αυτό το μοναδικό πλάσμα αποχώρησε αθόρυβα από τη Γη»
Όσα ένιωσα και σκέφτηκα τη στιγμή που έμαθα την είδηση του θανάτου του David Bowie θέλησα να τα αποτυπώσω στο μυθιστόρημα «Αδελφικό», που κυκλοφόρησε το 2020 (εκδ. Μεταίχμιο_ και αναμένεται η επανέκδοσή του την άνοιξη του 2026 από τις εκδόσεις Καστανιώτη: «Όλα ξεκίνησαν τη μέρα που πέθανε ο Ντέιβιντ Μπόουι. Για την ακρίβεια, την επόμενη, όταν κυκλοφόρησε η είδηση του θανάτου του. Κάποιοι θα έλεγαν πως ενός κακού μύρια έπονται. Άλλοι πως ήταν μοιραίο ο κόσμος να αρχίσει να καταστρέφεται από τη στιγμή που αυτό το μοναδικό πλάσμα αποχώρησε αθόρυβα από τη γη, ακολουθούμενο από έναν παγκόσμιο λυγμό, διαταράσσοντας διά παντός την ισορροπία του σύμπαντος ή χιλιάδων μικρόκοσμων».
Δυσκολεύομαι να διαλέξω αγαπημένο τραγούδι, είτε το «Ζiggy Stardust», που είχα την τύχη να δω live στη Νιμ της Γαλλίας το 2002 είτε το «Rock ’n’ Roll Suicide», που με συγκινεί βαθιά με τους στίχους του.
-Η Βάσια Τζανακάρη είναι συγγραφέας και μεταφράστρια. Το τελευταίο της βιβλίο «Γεννιέται ο κόσμος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
«Ενδόμυχα πίστευα, ότι δεν θα πεθάνει ποτέ»
Αυτό που ήρθε πρώτο σαν σκέψη, είναι ότι ο David Bowie, είναι από τους ανθρώπους που δε μπορεί να πεθαίνουν. Για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο, ενδόμυχα πίστευα, ότι δεν θα πεθάνει σχεδόν… ποτέ. Ότι μάλλον σαν ένα είδος μεταλλαγμένου όντος, ανάλογου ίσως με τις περσόνες που κατά καιρούς ενσάρκωνε, θα έβρισκε τον τρόπο να επιμηκύνει το χρόνο και να αναδιπλώσει τις διαστάσεις. Ακόμα και τώρα, δε μπορώ να εξηγήσω αυτό τον τρόπο σκέψης μου. Συμφιλιωμένος υποτίθεται από σχετικά μικρή ηλικία, στο μέτρο του δυνατού βέβαια, στην ιδέα της φθοράς, του θανάτου, του αναπόφευκτου κύκλου… Μάλλον η εσωτερική μυθοπλασία λειτούργησε με τέτοιο τρόπο, που τον τοποθέτησε εκτός των οντολογικών κανόνων μου. Υπάρχουν αρκετές δεκάδες τραγουδιών του Bowie, που λειτούργησαν ισχυρά μέσα μου σε διάφορες περιόδους της ζωής μου. Με τα οποία συνδέθηκα και πορώθηκα. Μην ξέροντας ποιο να διαλέξω, θα καταγράψω αυτό που πρώτο με έκανε να ανατριχιάσω. Σε ηλικία 11-12 ετών, ακούγοντας μέσα από το δωμάτιο του αδελφού μου το «Scary Monsters (and Super Creeps)». H ορμητική και ταυτόχρονα αποστασιοποιημένη ερμηνεία σε συνδυασμό με τις κοφτερές κιθάρες, έφερναν πρωτόγνωρα συναισθήματα και ουσιαστικά άνοιγαν το δρόμο για την είσοδό μου στο post punk.
-Ο Προκόπης Τζιλής είναι ο ιθύνων νους του δισκοπωλείου Λωτός (Σκρα 7, Θεσσαλονίκη, lotus.gr)
«Ολόκληρος ο Δυτικός πολιτισμός θα έπρεπε νομοτελειακά να οφείλει μια στοιχειώδη ευγνωμοσύνη σε αυτόν τον άνθρωπο»
Ο θάνατος του David Bowie με βρήκε να έχω βάρδια στην τότε δουλειά μου, στον πάλαι ποτέ ΔΟΛ του «Βήματος» και των «Νέων», την ώρα που όλα κυλούσαν μηχανικά και το έκτακτο του Associated Press ανέβηκε στην οθόνη με τη συνηθισμένη ψυχρή ακρίβεια και για πρώτη φορά δεν έκανα αμέσως αυτό που έπρεπε – δηλαδή να το διαβάσω, να το διασταυρώσω, να το γράψω – αλλά σταμάτησα και κοίταξα το κενό μπροστά μου σαν να είχε ανοίξει μια χαραμάδα μέσα στη μέρα και μέσα στο κεφάλι μου άρχισε να παίζει ο στίχος «It’s too late to be grateful» και αυτοστιγμεί σκέφτηκα ότι ολόκληρος ο Δυτικός πολιτισμός θα έπρεπε νομοτελειακά να οφείλει μια στοιχειώδη ευγνωμοσύνη σε αυτόν τον άνθρωπο ακόμη κι αν δεν είχε ακούσει ποτέ ούτε μία νότα του, γιατί ο Bowie δεν ήταν απλώς καλλιτέχνης, τραγουδιστής ή μουσικός αλλά μια μέθοδος επιβίωσης – ένας τρόπος να αλλάζεις διαρκώς μορφή χωρίς να ζητάς άδεια και ένας τρόπος να προχωράς πάντα μπροστά χωρίς εγγυήσεις.
Αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι κάποιες ειδήσεις δεν ζητούν σώνει και ντε αντίδραση (μια σπασμένη φωνή, ένα δάκρυ, έναν εσωτερικό θρήνο, ένα αυτοαναφορικό post στο Facebook) αλλά σιωπή προτού συνεχίσεις σαν να μη συνέβη τίποτα ενώ γνωρίζεις πολύ καλά μέσα σου ότι στην ουσία έχει αλλάξει ήδη το υπόβαθρο όλων όσων θα ακολουθήσουν στην μουσική στα επόμενα δέκα, εκατό, χίλια χρόνια.
Υπάρχει ένα τρένο που δεν μπήκε ποτέ σε πρόγραμμα, δεν πήρε άδεια κυκλοφορίας και σίγουρα δεν ρώτησε αν είσαι έτοιμος. Στο «Station to Station» αυτό το πράγμα ξεκινά σαν βιομηχανικό ατύχημα που απέκτησε συνείδηση: υγρό μέταλλο, απειλητικό ψύχος, πολιτισμική αποσύνθεση. Ο Thin White Duke εμφανίζεται σαν φάντασμα σε σεάνς – κοκαΐνη μέχρι να τρίζουν τα δόντια, μηδενιστικός μυστικισμός, μια Ευρώπη τραβηγμένη σε ασπρόμαυρο φιλμ που μυρίζει παρακμιακή ντεκαντάνς του Μεσοπολέμου. Ο πρώτος «σταθμός» είναι η στιγμή που οι ράγες αρχίζουν να ουρλιάζουν πριν γεννηθεί το groove. Και μετά, κάπου στη μέση, η μηχανή θυμάται ότι έχει σώμα.
Το σκοτάδι αρχίζει να ιδρώνει. «It’s not the side effects of the cocaine…» και ξαφνικά όλα κινούνται, όλα λικνίζονται επικίνδυνα. Ο κόσμος περνά μπροστά σου σαν έρημος που μεταμφιέστηκε σε εκείνο το μαγικό σιδηροδρομικό πάρτι των Ξύλινων Σπαθιών – ίδιο όχημα, άλλη γλώσσα, ίδιο ρίγος. Το ταξίδι από εδώ και πέρα δεν έχει προορισμό, μόνο αδράνεια και παράδοση. Το τρένο σκίζει τους χάρτες και περνά πάνω από γκρεμούς όχι για να σε σκοτώσει αλλά για να σε αναγκάσει να κοιτάξεις κάτω. Αυτό είναι το «Station to Station»: ιδιοφυές ροκ εν ρολ ως μετακίνηση υψηλής ταχύτητας χωρίς εισιτήριο επιστροφής. Ένα τρένο που περνά, σε αρπάζει και εξαφανίζεται, αφήνοντάς σε να αναρωτιέσαι αν όντως ταξίδεψες ή αν απλώς άλλαξε ανεπανόρθωτα ο τρόπος που ακούς τον θόρυβο των σιδηροδρομικών ραγών.
-Ο Κωνσταντίνος Τσάβαλος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο, «Αέρας Πεχλιβάνης», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
«Πώς μπορεί να φύγει κάποιος που μοιάζει να προηγείται του χρόνου;»
Ξύπνησα το πρωί και έπιασα το κινητό σχεδόν μηχανικά / η είδηση δεν άφηνε χώρο για προετοιμασία / διαδιδόταν μαζί με τη δυσπιστία / πώς μπορεί να φύγει κάποιος που μοιάζει να προηγείται του χρόνου; / σιωπηλή συνειδητοποίηση ότι μια εποχή ριζοσπαστικής ελευθερίας κλείνει τον κύκλο της / ταραχή και ακινησία.
Η είδηση στο μυαλό μου παίζει σε λούπα / στη δουλειά δεν μιλάμε πολύ / η είδηση επανέρχεται / ξανά και ξανά / χωρίς ήχο / κάποια συνωμοτικά βλέμματα / λίγες λέξεις που δεν ολοκληρώνονται / στα σόσιαλ καταιγισμός / κενό / κανείς δεν ξέρει ακριβώς τι έχει χαθεί / αν αυτό είναι τέλος εποχής, τι έρχεται; / κι εγώ γιατί κλαίω; / γι’ αυτά που ζήσαμε; / για όσα χάσαμε; / ή για εκείνα που έρχονται; / η θλίψη συνυπάρχει με τον θαυμασμό / τέχνη.
«Wild Is the Wind» / ένα κομμάτι γυμνό / βαθιά συναισθηματικό / με συνόδευσε σε μια περίοδο εσωτερικής μετάβασης / έγινε το soundtrack της αβεβαιότητας και της απογείωσης προς το άγνωστο / άλλη μια μέρα χωρίς πυξίδα.
-Η Ναταλί Τσιριγώτη είναι Υπεύθυνη Μάρκετινγκ & Επικοινωνίας Εκδηλώσεων (Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος)
«Σε κατάσταση σοκ με βουρκωμένα μάτια»
Ο θάνατος του David Bowie ήταν ένα τεράστιο σοκ. Διπλό κατά κάποιο τρόπο, για εμένα. Δε θυμάμαι με σιγουριά αν η είδηση με βρήκε στο δρόμο για την εργασία μου ή είχα ήδη φτάσει αλλά δεν έχει σημασία, καθώς τους τους προηγούμενους μήνες δούλευα για την προώθηση του τελευταίου του άλμπουμ, «Blackstar», στην Ελλάδα. Ο ενθουσιασμός που νοιώθαμε όλοι στην ομάδα το προηγούμενο διάστημα, μετατράπηκε μέσα σε μια στιγμή σε ένα τεράστιο μούδιασμα. Από τη μία ήμασταν σε κατάσταση σοκ με βουρκωμένα μάτια και από την άλλη έπρεπε να διαχειριστούμε τα άπειρα τηλεφωνήματα και αιτήματα για αφιερώματα, άδειες, δηλώσεις κλπ.
Το mail που ήρθε από τα κεντρικά γραφεία της Sony Music ξεκινούσε με αυτό που νοιώσαμε όλοι εκείνη τη μέρα: Sad Day Τoday. Κι έτσι ήταν. Μια θλιβερή μέρα όπου προσωπικά ένοιωσα να αλλάζει ο μουσικός κόσμος, αν όχι ο κόσμος γενικότερα, όπως τον ξέραμε – όσο κλισέ κι αν ακούγεται.
Ο τρόπος που «φρόντισε» ο Bowie το θάνατό του και την κληρονομιά του ήταν η απόλυτη επισφράγιση του ποιος υπήρξε. Ένας από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες που πέρασαν ποτέ. Ένα άπιαστο αστρικό πλάσμα που ταυτόχρονα μπορούσε να γίνεται απόλυτα προσβάσιμος, μέσα από κάθε του τραγούδι, χαρίζοντας σου ακριβώς αυτό που είχες ανάγκη τη σωστή στιγμή.
Το «Blackstar» κατάφερα να το ακούσω ξανά ολόκληρο δύο ή τρία χρόνια μετά. Ενώ, παρά το ότι αγαπώ πάρα πολύ το «The Prettiest Star», έχω καταλήξει πως το πιο αγαπημένο μου τραγούδι είναι το “Space Oddity”. Γιατί κάθε φορά που το ακούω με γειώνει, μου υπενθυμίζει πως είμαστε κάτι ελάχιστο μέσα στο σύμπαν και ταυτόχρονα, παίρνει όλα τα βάρη από πάνω μου και κάνει πάντα να μοιάζουν δυνατά .
-Η Χριστιάννα Φινέ είναι Υπεύθυνη Επικοινωνίας (Goodheart Productions / The Hubsters)
«Σαν να χάθηκε ένας από τους υπερασπιστές του ονείρου»
Όταν πέθανε ο David Bowie ήταν σαν να χάθηκε από το κόσμο μου ένα σημείο αναφοράς. Αυτό ήταν το κύριο συναίσθημα που με κατέκλυσε. Καθότι ήταν σαν να χάθηκε ένας από τους υπερασπιστές του ονείρου, της διαφορετικότητας και της αποδοχής. Δεν ήμουν και ο πιο φανατικός του ακροατής. Αλλα η δύναμη του χαρακτήρα του, η ποιότητα των πράξεών του και η αναζήτηση του εαυτού του μέσα από το έργο του τον έκαναν παράδειγμα προς μιμηση για πολλούς καλλιτέχνες. Το «Space Oddity» παραμένει το πιο αγαπημένο μου τραγούδι του.
-Ο Αντώνης Χανιωτάκης συνθέτει ηλεκτρονική μουσική ως Melorman.
«Ο Bowie έχει αψηφίσει τον θάνατο, μετατρέποντάς τον σε έργο τέχνης»
Είναι Δευτέρα πρωί, ετοιμάζω ανέμελη το μεσημεριανό μου για το γραφείο συντονισμένη στη ραδιοφωνική εκπομπή των Laternative στον En Lefko 87.7, όπου και εργάζομαι εκείνη την περίοδο. Στο επόμενο «ΟΝ» η φωνή του Μένεγου τρέμει: «Ο David Bowie είναι νεκρός». Μένω για λίγα δευτερόλεπτα με το μαχαίρι μετέωρο κι έπειτα ενστικτωδώς αρπάζω το κινητό μου για να επιβεβαιώσω την είδηση. Πριν προλάβω να διαβάσω το πρώτο R.I.P. ακούγονται από τη συχνότητα οι πρώτοι στίχοι του «Lazarus»: «Look up here, I’m in Heaven», κι ένα δέος κυριεύει τα σωθικά μου. Το κύκνειο άσμα του «Blackstar» έχει κυκλοφορήσει μόλις δύο μέρες νωρίτερα, ανήμερα των γενεθλίών του. Έχω συγκλονιστεί: Ο Bowie έχει αψηφίσει τον θάνατο, μετατρέποντάς τον σε έργο τέχνης. Αγαπημένο κομμάτι: «Absolute Beginners» (1986). Είναι το τραγούδι που ακούγεται στα φανταστικά μεγάφωνα της πόλης κάθε φορά που, σε δύο διαφορετικά σημεία, ο Αφελής Πρωτάρης στον Έρωτα και το Αντικείμενο του Πόθου χαμογελούν ταυτόχρονα στην ανάμνηση του πρώτου, αμήχανου, αδέξιου, σουρεαλιστικού, ανεπανάληπτου φιλιού τους.
-Η Εύη Χουρσανίδη είναι η «Άκου Αυτό»
«Θα πρέπει να είμαστε ευγνώμονες που ζήσαμε παρουσία»
Ο θάνατος του David Bowie είναι ένα από τα λίγα γεγονότα που θυμάμαι έντονα, καθώς ήταν μια διαδικασία αρκετών ημερών, για μένα. Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016: Το βίντεο κλιπ του “Lazarus” κυκλοφόρησε και έγινε viral μέσα σε λίγα λεπτά. Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016: Το διαδίκτυο καταρρέει λόγω των γενεθλίων του Bowie και της τελευταίας κυκλοφορίας του βίντεο. Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016: Πήρα το άλμπουμ «Blackstar» για τα γενέθλιά μου. Ήταν δύσκολο να καταλάβω πόσο στοιχειωτικά όμορφο και σκοτεινό ήταν ολόκληρο το άλμπουμ. Κυριακή 10 Ιανουαρίου: Το κατάλαβα τελικά. Βλέπουμε συνεχώς ότι η μία ή η άλλη διασημότητα έχει πεθάνει, ειδικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και φυσικά είναι πάντα λυπηρό να διαβάζουμε ότι ένας άνθρωπος φεύγει. Είναι η εποχή που ζούμε, άλλωστε, που όλοι οι σπουδαίοι φεύγουν χωρίς να έχουν αντικατασταθεί. Ωστόσο, κάποιες απώλειες σημαίνουν περισσότερα και άλλες λιγότερα για εμάς. Για μένα προσωπικά, ως άνθρωπο και ως μουσικό, η απώλεια του David Bowie σήμαινε πολλά, αφού ήταν σίγουρα μοναδικός και ασύγκριτος, όπως και ο Freddie Mercury, ο George Michael ή ο Quincy Jones, για παράδειγμα. Θα πρέπει να είμαστε ευγνώμονες που ζήσαμε παρουσία τόσο αξιόλογων καλλιτεχνών.
-O Agi Taralas είναι μουσικός θα παίξει live στη μνήμη του Bowie το Σάββατο 17/1 στο Temple μαζί με Sugar for the pill, Mary Sunshine, Yeah!, κ.α.
«Σαν να μην υπήρχε ποτέ στ’ αλήθεια, και γι’ αυτό θα υπάρχει για πάντα»
Έχω μόλις μπει στο αυτοκίνητο, νωρίς το πρωί, και πριν βάλω μπροστά την μηχανή διαβάζω την είδηση στο κινητό. Πάγωσα αλλά γρήγορα η σκέψη ότι ο Bowie ήταν πάντα για μένα κάτι σαν το «Matrix» με καθησύχασε. Σαν να μην υπήρχε ποτέ στ’ αλήθεια, και γι’ αυτό θα υπάρχει για πάντα. Στο διάστημα. Όπως για πάντα θα λατρεύω τον τρόπο που το «Where Are We Now?» κοιτάει πίσω στον χρόνο. Νιώθω πως αν το τραγουδήσεις έστω και μια φορά γίνεσαι αμέσως πρωταγωνιστής.
-O Βασίλης Τσαβδαρίδης είναι ο One of Vas, το πρώτο του άλμπουμ, «MIGMA», κυκλοφορεί από τη Sony, και θα παίξει live στη μνήμη του Bowie το Σάββατο 17/1 στο Temple μαζί με Sugar for the pill, Mary Sunshine, Yeah!, κ.α.