ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΖΟΝΙ ΜΠΛΕ ΘΑ ΤΟ ΔΕΙΣ… ΜΟΝΟΡΟΥΦΙ!
Η συνάντηση με όλη την ομάδα του Τζόνι Μπλε, της κορυφαίας θεατρικής παράστασης της σεζόν είναι μια εμπειρία meta-θεατρική που μόνο εκείνοι μπορούν να προσφέρουν.
Στην τρίτη κοινή μας συνέντευξη με μία θεατρική ομάδα, καταφέραμε μετά από πολλές Πέμπτες που θα τους συναντούσαμε, να κάτσουμε μαζί τους στο σκηνικό τους στο θέατρο ΑΝΕΣΙΣ. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι συντελεστές του Τζόνι Μπλε, Γιωργής Τσουρής και Βάλια Παπακωνσταντίνου (που συνυπογράφουν και το κείμενο), Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Μάνος Καζαμίας και Στρατής Χατζησταματίου είναι ενθουσιώδεις, μιλούν αρκετά ο ένας πάνω στον άλλον, θα λένε Α (ακατάλληλες) λέξεις – που πάντα θα επισημαίνουν πως δεν πρέπει να τις γράψουμε, θα γελούν. Και εμείς μαζί τους.
Κάπως, δηλαδή, όπως γίνεται και στην πραγματικότητα με τα έργα αυτού του ιδιαίτερου, πολυτάλαντου, σπάνιου τύπου Γιωργή Τσουρή. Που, να το σημειώσουμε, με φωσφορίζοντα γράμματα, δουλεύει τα κείμενα και τις ιδέες μαζί με τη σύντροφο ζωής του, τη Βάλια Παπακωνσταντίνου, η οποία με μεγάλη συστολή, παρότι δυνατή και δυναμική, δεν προσπαθεί ποτέ να βγει μπροστά στα φώτα, να φωνάξει το «εγώ» που αξίζει, να διεκδικήσει -δημόσια τουλάχιστον – το μεγάλο μερίδιο από την επιτυχία των έργων τους.
Εργων – σταθμών που χαρακτηρίζονται από την πιο εύστοχη ψυχογραφική ανάλυση του Ελληνα που θα μπορούσες να δεις στη θεατρική σκηνή της χώρας και από την αρμονική, έντονη, νευρική και τρυφερή συνύπαρξη πόνου και λύτρωσης, γέλιου και κλάματος, χιούμορ και σαρκασμού.
Γυναίκες και άνδρες, κλασικοί τύποι, μα και πιο περιθωριακοί -τόσο όσο-, παλιά μυαλά με ενδιαφέρον και νέα ασυγκράτητα που στροβιλίζονται ασταμάτητα στην επίπλαστη δίνη του μοντέρνου, wannabe νεόπλουτοι, μεροκαματιάρηδες και νεόπτωχοι, όλοι μαζί ανεβαίνουν στο τρενάκι του ελληνικού τρόμου. Του αληθινού ελληνικού τρόμου που η Βάλια και ο Γιωργής ξορκίζουν με ένα γλυκό χάδι, γιατί τελικά αγαπούν τον άνθρωπο.
Αυτόν που πιάνουν στην πένα τους και ανεβάζουν στη σκηνή τους, αλλά και εκείνον που τους κοιτάζει και τον τιμούν. Τον κάθε άνθρωπο, τον χαομένο και χαμένο, τον επηρμένο επιτυχημένο, τον εξισορροπιστή δίκαιο Αριστείδη.
Τα sold out δεν τους παίρνουν το μυαλό – φαίνεται πως η κράση τους είναι τυλιγμένη με μπετόν αρμέ- και οι επαναλήψεις (τα 170 τετραγωνικά επανέρχονται για 8η σεζόν αυτή τη φορά) μόνο ευθύνη τους φορτώνουν. Α, και μιας που είπαμε «ευθύνη»… την ευθυνοφοβία του Ελληνα, την τόσο χαρακτηριστική, και αυτή θα την πατήσουν κάτω. Ισως τα έργα αυτά που τόσο αγαπάμε, να τα αγαπάμε για αυτόν τον λόγο: γιατί μιλούν ευθύβολα σε συναίσθημα, θυμικό, νου και εμπειρία μαζί.
Πόσο δύσκολο και θαυμαστό! Μακάρι να μην στερέψουν ποτέ και να γελάμε μέχρις δακρύων – στην κυριολεξία. Μέχρι δηλαδή να αφεθεί η ψυχή μας να κλάψει όσα μέχρι χθες δεν είχε παραδεχθεί.
Η συζήτησή μας ξεκινά με ερώτηση τον Γιωργή Τσουρή για το πώς αισθάνεται που βλέπει τους άλλους και και παίζει μαζί τους αυτό το οποίο έχει γράψει.
“Δυσκολεύομαι πάρα πολύ γιατί, με το που πάει κάτι στραβά, όπως χθες ας πούμε που έπεσε ένα ραδιόφωνο από το σκηνικό, αποσυντονίζομαι. Δεν μπορώ να εξαλείψω απόλυτα την ιδιότητα του. Πρέπει όλα να πηγαίνουν τέλεια για να “γίνω” ένας απλός ηθοποιός της παράστασης.
Ευτυχώς αυτή η παράσταση είναι πολύ δουλεμένη και έχει ηθοποιούς που καλοκουρδίστηκαν από μένα αλλά με κουρδίζουν κι εκείνοι με τη σειρά τους. Οταν όμως συμβεί κάτι εκεί, τα αντανακλαστικά μου πραγματικά τσεκάρονται, εκεί δίνω τις εξετάσεις μου κάθε βράδυ.
Αν πρέπει, δε, να μιλήσω για το πώς νιώθουν οι συνάδελφοι επί σκηνής στην συνύπαρξή τους με τον σκηνοθέτη, ομολογώ πως δεν θα ήθελα ακριβώς να είμαι στη θέση τους. Γιατί όταν αλλάζει η ενέργεια ενός ανθρώπου πάνω στη σκηνή και γίνεται παρατηρητής, οι άλλοι αισθάνονται αυτή την παρατήρηση. Είμαστε τόσο συνδεδεμένοι όλοι εδώ και με τέτοιο τρόπο, που καταλαβαίνουμε αμέσως ότι η ενέργεια αλλάζει.
Οπότε εγώ θα το πω αλλιώς: αυτή τη στιγμή η παράσταση έχει μια πολύ συγκεκριμένη πατίνα, έχει μπει στη ράγα της που λένε. Η δική μου δουλειά είναι να είμαι προετοιμασμένος και για τις off μέρες και για τα ραδιόφωνα που μπορεί να πέσουν και για τους θεατές που μπορεί να τσακώνονται, ενώ παίζουμε και για τα κινητά που μπορεί να ανοίξουν και για τα πάντα. Αυτή είναι η δουλειά μου τώρα, να μπορέσω αυτά να τα παρατηρώ μετά το τέλος της παράστασης και να μην με επηρεάζουν στη σκηνή” αναφέρει ο Γιωργής που έχει τον τριπλό ρόλο του συγγραφέα, σκηνοθέτη και ηθοποιού.
Μα… τσακώνονται οι θεατές όταν παίζεται η παράσταση; (απορούμε)
Και ο Γιωργής Τσουρής απαντά χαμογελώντας: “Είχε γίνει κι αυτό σε ένα ξεκίνημα μιας παράστασης. Και με επηρέασε γιατί για μένα η εμπειρία του θεατή δεν είναι μόνο η παράσταση. Ξεκινάει από την κράτηση των εισιτηρίων – αν πέσει το site που πουλάει τα εισιτήρια δηλαδή, αισθάνομαι κι εγώ εκτεθειμένος και συνυπεύθυνος, κι ας μην περνάει απ’ το χέρι μου”.
Αυτό δεν είναι πολύ ψυχαναγκαστικό;
“Δεν ξέρω… Πιστεύω πολύ έντονα ότι ο θεατής δίνει πρόσημο σε μια παράσταση σε σχέση με τη συνολική του εμπειρία. Όλα παίζουν ρόλο. Από την ευγένεια του ταμία και της ταξιθεσίας και από το πόσο εύκολα πάρκαρε κάποιος φτάνοντας σε ένα θέατρο μέχρι το αν είναι καθαρός ο χώρος… Με ενδιαφέρουν όλα αυτά. Διότι, ακόμη και αν κάτι δεν εμπίπτει στην άμεση ευθύνη σου, το κοινό αισθάνεται ότι εσύ είσαι ο άνθρωπος που του εγγυάσαι μια συνολική εμπειρία.
Έχω την τύχη πάντως φέτος να είμαι με άλλους τέσσερις ηθοποιούς οι οποίοι αισθανόμαστε το ίδιο πράγμα. Με τη Βάλια θεωρείται δεδομένο, χωρίς εκείνη δεν κάνω βήμα έτσι κι αλλιώς, αυτός ο θεατρικός οργανισμός μας ανήκει εξίσου. Όμως και οι άλλοι τρεις ηθοποιοί της παράστασης, το πήραν όλοι πολύ προσωπικά.”
Η Βάλια Παπακωνσταντίνου παίρνει τον λόγο και λέει “Τυχαίνει σε πολλούς ηθοποιούς να παίζουν και να σκηνοθετούν. Αν και πρέπει να πω πως όταν έπαιζα στο Θέατρο Τέχνης σαν μαθήτρια και ήταν σκηνοθέτης ο καθηγητής μου, δυσκολευόμουν να ελευθερωθώ. Όλοι παρατηρούμε διάφορα την ώρα της παράστασης, κάποιες στιγμές ο Γιωργής ίσως να μην έχει την υπομονή να τα επεξεργαστεί στο τέλος της παράστασης, και τον επηρεάζουν επί τόπου. Αυτό είναι κάτι που το διαβάζεις στο βλέμμα του”.
Για σένα Βάλια ο βαθμός δυσκολίας αυξάνει: και ζευγάρι, και συνέταιροι και συν-συγγραφείς και μαζί στη σκηνή…
“Πάντα τα ζευγάρια ηθοποιών βρίσκουν έναν τρόπο. Δεν λύνουν το προσωπικό τους στη σκηνή” απαντά.
Και ο Γιωργής προσθέτει “Εγώ νιώθω, πάντως, ότι μοιράζομαι ένα βάρος. Η παρουσία της Βάλιας, δηλαδή στην παράσταση είναι λυτρωτική για μένα”.
Ο Μάνος Καζαμίας από την πλευρά του λέει: “Εγώ να πω ότι όλοι νιώθουμε ότι φέρουμε την ευθύνη. Προσωπικά το νιώθω και λόγω ηλικίας και λόγω εμπειρίας. Ο κάθε ηθοποιός φέρει την ευθύνη του πάνω στη σκηνή – τσάμπα παίρνει ο Γιωργής και το δικό μου βάρος πολλές φορές γιατί όταν αντιληφθώ ότι κάτι δεν πήγε καλά, αμέσως κι εγώ βιώνω την ίδια αγωνία”.
“Η δυναμική είναι αρκετά ευαίσθητη όταν τυχαίνει σε κάποια παράστασή μας, να υποδύομαι εγώ τον ισχυρό χαρακτήρα, αυτόν που ελέγχει την κατάσταση και ο Γιωργής να παίζει τον ρόλο του αθώου, του αδύναμου. Εκεί οι ισορροπίες μπορεί να χαθούν, γιατί έχω επί της ουσίας έναν ρόλο που δεν πρέπει να δει σε καμία στιγμή τον σκηνοθέτη στο βλέμμα του συνάδελφου. Αν εκεί δω τον «Γιωργή» και όχι το ρόλο, μπορεί να τα χάσω” αναφέρει η Βάλια.
Και ο Μάνος λέει για τον Γιωργή: “Είναι πάντως πολύ σημαντικό που έχουμε έναν άνθρωπο σαν τον Γιωργή και μια θεατρική συνθήκη που είναι ζωντανός οργανισμός. Το πράγμα μπορεί εύκολα να εκφυλιστεί με έναν σκηνοθέτη-φασόν, που σου λέει «το κάναμε, εδώ φθάσαμε και ΟΚ». Οπότε είναι πολύ σοβαρό το κούρδισμα που μας κάνει κάθε βράδυ. Η συνεχής του τρέλα και το πάθος του με ενεργοποιεί πάρα πολύ σαν ηθοποιό”.
Ο βενιαμίν της παρέας Στρατής Χατζησταματίου: “Εγώ, με τα λίγα χρόνια που κάνω θέατρο, βλέπω ότι η μεγαλύτερη δυσκολία είναι να παραμείνεις ενεργοποιημένος κάθε μέρα. Όταν όμως πάντα έχεις ένα feedback από την προηγούμενη – πράγμα που κάνει ο Γιωργής- σημαίνει ότι θα μπεις στο έργο και δεν θα προσπαθήσεις απλώς να επαναλάβεις κάτι απλά, αλλά θα έχεις και κάποιους νέους στόχους!”
Το Τζόνι Μπλε και τα πολύτιμα προσχέδιά του
Αλήθεια, ποιος το βάφτισε Τζόνι Μπλε;
“Εγώ” λέει η Βάλια και συνεχίζει “είχα προτείνει αρχικά και το «μπαμπουίνοι» που τελικά δεν μπήκε στον τίτλο, αλλά στο βίντεο της παράστασης. Είχα κόλλημα στο σχολείο με το τραγούδι Johnny B (The Hooters 1987) και μετά σκεφτήκαμε πως το ίδιο το όνομα είναι το πιο διαδεδομένο (Τζόνι, Γιάννης κλπ.) και το μπλε το πιο ανδρικό χρώμα σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
Επίσης, το Τζόνι Μπλε φέρει το άρωμα επιτυχίας ενός brand ουίσκι που ήταν πολύ της μόδας, ενώ η περίοδος που γράφτηκε το τραγούδι ταιριάζει στον Μάνο και τον Ιωσήφ – θα μπορούσαν δηλαδή πράγματι τότε να παίζουν μαζί σε ένα συγκρότημα μουσική. Οπότε; Τι καλύτερο; Και πολύ πιασάρικο!”
Πάμε να δούμε πώς προέκυψε κατ’ αρχάς αυτό το κείμενο και πώς εξελίχθηκε η ιστορία της παράστασης;
“H ιδέα ξεκίνησε από ένα αμερικάνικο μονόπρακτο του John Pollon, το “Small Engine Repair”, μια ιστορία εκδίκησης έξω από την Νέα Υόρκη. Στην πορεία βέβαια, αυτό το story έγινε η αφορμή για την συγγραφή ενός νέου έργου. Ουσιαστικά αγοράσαμε την ιδέα και μετά κάναμε μια εντελώς καινούρια σκαλέτα, και τελικά ένα νέο κείμενο με καινούριο ρόλο – αυτόν της γυναίκας- να επιδρά καθοριστικά στην πλοκή και με διαφορετικό διακύβευμα σε σχέση με αυτό που είχαμε ανάγκη να πούμε στην Ελλάδα του σήμερα. Ένα έργο για τη γονεϊκότητα κυρίως, και ένα έργο το οποίο, μάλιστα, τιμάει τη γυναίκα, και την θέλει πρωταγωνίστρια ακόμη κι όταν λείπει απ’ τη σκηνή” λέει ο Γιωργής.
Τους ηθοποιούς τους είχες στον νου σου Γιωργή;
“Ναι, όταν γράφω χαρακτήρες, τους γράφω με κριτήριο και ποιοι τους παίζουν και λαμβάνω υπόψη μου το ιδιόλεκτο του καθενός – είτε είναι μικρός ο ρόλος είτε μεγάλος.
Όταν έχεις έναν παίκτη ο οποίος σου γεννάει τον τρόπο που μιλάει ο ήρωας και μάλιστα με τρόπο χειμαρρώδη, πρέπει να αξιοποιήσεις αυτό το στοιχείο, να «μοντάρεις» τα πράγματα και να εντάξεις τα στοιχεία που απλόχερα σου δίνει.
Ο Μάνος για παράδειγμα για κάθε ατάκα έχει 15 καλές εκδοχές, είναι τέτοιος παίκτης. Από κει και πέρα, πρέπει να πω πως συνολικά αυτή είναι η πιο έμπειρη ομάδα με την οποία έχω δουλέψει.
Ο Στρατής είναι εξαιρετικά ταλαντούχος και νέος, που έχει παίξει πολύ για την ηλικία του, και στην Επίδαυρο δυο φορές. Είναι ένα παιδί το οποίο έχει μεν πολλή εμπειρία, αλλά, σε κάθε περίπτωση είναι μόλις 28 χρονών. Μου δίνει ως εκ τούτου την πρόσβαση να του δείξω κάποια πράγματα και να δώσω κατευθύνσεις αρκετά συγκεκριμένες, ώστε μετά εκείνος να τα προσλάβει και να τα κάνει δικά του.
Στους υπόλοιπους συνάδλεφους που είμαστε στα 40 και στα 50 ο καθένας θα φέρει ένα άλλο πρωτογενές υλικό από τη δική του εμπειρία για να μπορέσει να μονταριστεί από μένα. Αυτός ο συνδυασμός για μια παράσταση είναι χρυσάφι. Το να υπάρχουν διακριτές ηλικιακές διαφορές είναι σχεδόν πάντα γόνιμο, γιατί εκ των πραγμάτων απαιτεί διαφορετικές προσεγγίσεις και μια συνομιλία που στο τέλος εξαργυρώνεται από τους χαρακτήρες πάνω στην σκηνή.
Είχα, λοιπόν, στο μυαλό μου αυτούς τους «παίκτες» από πολύ νωρίς – στους πέντε μήνες γραφής είχε κλείσει η διανομή. Σκεφτείτε ότι η τελευταία σκηνή γράφτηκε μετά την έναρξη των προβών και να ευχαριστήσω δημόσια τα παιδιά για την υπομονή τους να παίρνουν ντραφτ μέχρι την τελευταία στιγμή. Επίσης, «κόψαμε» πάρα πολύ, από μία ώρα και πενήντα λεπτά, η παράσταση έγινε μιάμιση ώρα” απαντά.
“Κάναμε, ας πούμε, ένα βίντεο που ήταν πάρα πολύ δουλειά, και όμως το πετάξαμε. Και όσο και αν λες «μα καλά κάναμε τόσο στη δουλειά και θα την πετάξουμε;», ναι, πρέπει να το κάνεις. Αν δηλαδή κάτι δεν λειτουργεί στην πρόβα, πρέπει να έχουμε τη γενναιότητα να το κόψουμε” αποκαλύπτει η Βάλια.
Και ο Γιωργής συνεχίζει: “Νιώθω ότι το τελευταίο ντραφτ άτυπα το κάνει το κοινό πριν μπει. Δηλαδή, μπαίνεις στη θέση του κοινού, βλέπεις τι πληροφορίες έχεις δώσει, καταλαβαίνεις ποιες έχεις δώσει δύο και τρεις φορές και τις κόβεις. Καταλαβαίνεις σε ποια πράγματα δεν παίρνει ανάσα το έργο δηλαδή και χρειάζεται λίγο να το «ανοίξεις», σε ποια πράγματα χρειάζεται πύκνωση- και αν πούμε «βαριέμαι», να το παραδεχτούμε. Είναι πολύ χρήσιμο να μην ερωτευόμαστε αυτό που κάνουμε.
Παρ΄όλα αυτά, εγώ τα κρατάω όλα τα drafts – όλα όσα γράφτηκαν είναι μέρος του ταξιδιού μιας παράστασης. Στα «170 τετραγωνικά» είχα 10-15 rewrite. Έχω εκδοχή που ο χαρακτήρας που έμπαινε στο 40λεπτο ξεκίναγε την παράσταση και ο χαρακτήρας που ξεκίναγε την παράσταση έμπαινε στο φινάλε. Και λέω, τι είναι αυτά τώρα; Τι βλακείες είναι; Αυτές οι βλακείες είναι το ταξίδι μας όμως”.
Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης μπήκε στην παρέα μας και συμφώνησε λέγοντας: “Έχει απόλυτο δίκιο ο Γιωργής. Είναι το πιο χρήσιμο πράγμα, γιατί αυτά σε οδηγούν στο αποτέλεσμα. Άμα δεν είναι αυτά, δεν γίνεται να φτάσεις στο αποτέλεσμα, να πας κατευθείαν, κάτι λείπει”.
“Βέβαια όλοι πέσαμε κάποια στιγμή στην παγίδα. Εγώ κοιτώντας πίσω βλέπω παραστάσεις που λέω τώρα: «Αυτό τι το κράτησα τότε;». Τώρα που δουλεύουμε εκ νέου και τα «170 τετραγωνικά» και τον «Χαρτοπόλεμο» είναι φανερό ότι χρειάζονται αλλαγές. Η ιστορία μπορεί να είναι διαχρονική αλλά ο τρόπος που θα την δείξεις έχει να κάνει με το εδώ και το τώρα. Τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή; Όποια και να ‘ταν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα που τα γέννησε τα έργα αυτά, πρέπει πάντα να συνομιλούν με το τώρα” καταλήγει ο Γιωργής.
Είναι πολύ παράξενο που για όλους τους ρόλους του Τζόνι Μπλε νιώθεις ότι έχουν δίκιο και άδικο ταυτόχρονα.
“Αυτό είναι απολύτως συνειδητό και γενικότερα το θέτουμε πάντα σαν στόχο όταν φτιάχνουμε ένα νέο έργο. Προσπαθήσαμε όλοι πολύ να το υπερασπιστούμε αυτό, με προεξάρχουσα τη Βάλια και τον ρόλο της γυναίκας που μπαίνει στο τέλος” απαντά ο Γιωργής.
Το χιούμορ, το βάθος και το τραύμα
Στρατή, εσένα που είσαι ο πιο νέος, πώς σου φαίνεται αυτός ο ρεαλισμός επί σκηνής;
“Πολύ ενδιαφέρων. Μου αρέσει πολύ αυτή η φόρμα και ο τρόπος της σκηνικής αφήγησης. Με συγκίνησε πολύ ο τρόπος που παντρεύει το χιούμορ με το βάθος. Δηλαδή ένα χιούμορ το οποίο υπάρχει και για να αποφορτίσει τα πράγματα. Νομίζω ότι και μεγάλοι κλασικοί έχουν πολύ αυτό το πάντρεμα, ας πούμε ο Τσέχωφ” απαντά.
Και ο Γιωργής συμπληρώνει: “Ότι αυτό σαν μηχανισμός ξεκίνησε από πολύ παλιά. Εντοπίζεται ακόμα και στον Όμηρο και μετά φυσικά στους μεγάλους τραγικούς. Το κορυφαίο δείγμα θεατρικής γραφής, με όργανο την ειρωνεία προκαλεί συνεχώς αμφιθυμικές αντιδράσεις στο κοινό, με τη συγκίνηση, την αγωνία και το γέλιο να εναλλάσσονται ή και να συνυπάρχουν. Μιλάω για τον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή”.
Η παράστασή σας έχει και χιούμορ…
“Έχουμε πολύ χιούμορ γενικά στις παραστάσεις μας. Και πολλά «επικίνδυνα» αστεία. Ομοφοβικά αστεία και ακραία μισογύνικες πλάκες. Ο λόγος που επέτρεψα και επιτρέψαμε όλοι μαζί όλα αυτά τα αστεία να υπάρχουν σε αυτό το έργο είναι διότι είναι κομμάτι του μηνύματος που κουβαλάει η παράσταση.
Αποτυπώνουν με τρόπο οργανικό την παθογένεια. Είναι αστεία που πονάνε και εμάς και την κοινωνία μας. Εμένα η ιστορία αυτής της κοπέλας στο Τζόνι Μπλε με πονάει. Έχω μεγάλη ευαισθησία σ’ αυτό το ζήτημα που θίγεται, όχι μόνο επειδή έχω κόρη. Νομίζω πως το κοινό δεν ενοχλείται από αυτά τα αστεία διότι ανιχνεύει τη στόχευση αυτής της ομάδας που πάει να ξορκίσει με αυτά τα αστεία το δικό της τραύμα” λέει ο Γιωργής.
Και ο Ιωσήφ αναφέρει “αυτό είναι αλήθεια. Αυτό γίνεται στην ουσία, ξορκίζουμε κάτι με τα αστεία αυτά, γι’ αυτό και δεν μας έχει κατηγορήσει κανείς.
Και ο Στρατης προσθέτει: “πάντως εμένα ο τρόπος που προβάλλεται η τοξική αρρενωπότητα με αφορά πολύ και σχετίζεται με σκοτάδια που μπορεί να έχω κι εγώ. Δηλαδή εγώ νιώθω ότι εκθέτουμε πράγματα, ακόμη και ταπεινά μας ένστικτα”.
Το έργο αφορά και την ευθύνη της γονεϊκότητας….
Ο Γιωργής αναφέρει σχετικά: “Η βασική θεματική του έργου είναι αυτή, απλώς είναι κρυμμένη σε πολύ μεγάλο βαθμό και αποκαλύπτεται προς το τέλος. Τουλάχιστον αυτή είναι η πρόθεση. Και ακριβώς επειδή αυτό μου έλειπε από το πρώτο σπέρμα που πήραμε από εκείνο το μονόπρακτο, βρήκα μια καλή αφορμή να κάνω λίγο πιο προσωπικό το έργο. Είδα μια “τρύπα” και λέω, εδώ θέλω να μιλήσω γι’ αυτό το πράγμα.
“Και μιλάμε και για την ευθύνη της γονεϊκότητας από την πλευρά της γυναίκας. Δε σημαίνει πως επειδή δεν είναι βίαιη και δε μιλάει άσχημα μια μητέρα, δεν έχει ευθύνη” σημειώνει η Βάλια.
“Χωρίς να κάνουμε σπόιλερ, μιλάμε για την ευθύνη που έχει ο γονιός απέναντι στο παιδί ξεκάθαρα και μιλάμε και για την ευθύνη που έχει ακόμη και ο οποιοσδήποτε άνθρωπος έχει το ηλικιακό στατους. Γιατί εδώ έχουμε να κάνουμε με τρεις φίλους που μεγάλωσαν το κορίτσι. Το τι εκπέμπεις μπροστά σε ένα παιδί είναι τρομερά κρίσιμο και αν θέλουμε να αλλάξουμε τα πράγματα, είναι ένας από τους βασικούς πυλώνες που πρέπει να ανατρέψουμε.
Το παιδί, αυτό προσλαμβάνει από εμάς στα πρώτα χρόνια της ζωής του, είναι οι σπόροι που θα γίνουν δέντρα, ό,τι φυτεύουμε, αυτό θα έρθει να μας εκπληρώσει αυτό το παιδί. Το παιδί παίρνει αυτά που βλέπει σαν βεβαιότητες και μετά, ακόμα και αν το μυαλό του έχει ανατρέψει αυτές τις βεβαιότητες, η ψυχοσύνθεσή του, ακόμα και άθελά του, πατάει πάνω σε αυτές και μπορεί να το τσακίσουν… “ καταλήγει
Θέατρο ΑΝΕΣΙΣ: Λεωφ Κηφισίας 14 & Λεωφ.Αλεξάνδρας (Μετρό Αμπελόκηποι)
Τηλέφωνο Επικοινωνίας: 210-0080900 & 210-7718943
ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ:
www.more.com/gr-el/tickets/theater/tzonimple