ΑΜΑΛΙΑ ΜΟΥΤΟΥΣΗ: “ΓΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΗΜΟΥΝ ΤΥΛΙΓΜΕΝΗ ΜΕΣΑ ΣΕ ΕΝΑ ΣΥΝΝΕΦΟ ΒΥΣΣΙΝΟΚΗΠΟΥ”
Η Αμαλία Μουτούση μιλά στο NEWS 24/7 με αφορμή τον “Βυσσινόκηπο” που θα σκηνοθετήσει ο Έκτορας Λυγίζος στο Εθνικό Θέατρο από τις 26 Φεβρουαρίου.
Από την πρώτη στιγμή που τη συναντάς, καταλαβαίνεις πως η αύρα της μπορεί να σε ηρεμήσει, να σε καθησυχάσει και να σε μεταφέρει σε έναν κόσμο γεμάτο βάθος. Ο λόγος για την Αμαλία Μουτούση, με την οποία συναντηθήκαμε λίγο πριν από την πρόβα της παράστασης «Βυσσινόκηπος» στο Εθνικό Θέατρο.
Η Αμαλία Μουτούση, με τη σοφία και τη συγκρότηση που τη χαρακτηρίζουν, ανοίγει ένα παράθυρο στο έργο του Τσέχωφ σχεδόν αυθόρμητα. Ο «Βυσσινόκηπος» είναι ένα έργο που μιλά για την αλλαγή και την αντίσταση απέναντι σε αυτήν, αναδεικνύει τις αντιφάσεις που περιβάλλουν την έννοια της μνήμης, της απώλειας και του αποχαιρετισμού μέσα από τους ήρωες που, αν και καταλαβαίνουν την απώλεια που έρχεται, αρνούνται να την αποδεχτούν και προσκολλώνται στις «ξέγνοιαστες» αναμνήσεις τους.
Η Λιουμπόφ, η ηρωίδα που ερμηνεύει η Αμαλία Μουτούση, είναι ένα σύμβολο αυτής της αντίστασης. Αν και πνιγμένη στα χρέη και τις αυταπάτες, διατηρεί μια ρομαντική αντίληψη του κόσμου που, όπως και το σπίτι της, καταρρέει γύρω της.
Ο Βυσσινόκηπος διά χειρός Έκτορα Λυγίζου
Η συζήτησή μας ξεκίνησε από την παράσταση με την Αμαλία Μουτούση να δηλώνει πως “Μου αρέσει πολύ αυτό το ανέβασμα του Βυσσινόκηπου από τον Έκτορα Λυγίζο, μοιάζει λίγο με χορικό. Ο τρόπος που το έχει σκεφτεί, που το δουλεύει έχει κάτι το συλλογικό, μοιάζει με ενιαία αναπνοή. Όλα δουλεύονται συγχρόνως, σε απόλυτο συντονισμό, όλοι μαζί στον ίδιο χώρο, ενός σπιτιού που ρημάζει. Ένα σπίτι αφημένο, εγκαταλελειμμένο, που όμως οι άνθρωποί του έχουν ακόμη λίγο χρόνο για να το αποχαιρετήσουν — ο καθένας όπως μπορεί και αντέχει.
Και φυσικά υπάρχει η Λιουμπόφ. Η ιδιοκτήτρια. Πνιγμένη στα χρέη, ζει με δανεικά σε βάρος των άλλων. Κι όμως, έχει μια τεράστια καρδιά. Δεν είναι τυχαίο που το όνομά της σημαίνει αγάπη.
Νομίζω πως το έργο αυτό έχει να κάνει με τη μνήμη. Και με τόσα ακόμη. Με τον αποχωρισμό, με την απώλεια, με τον θάνατο, αλλά και με το τι είναι τελικά η ζωή γιά όλα τα ανθρώπινα πλάσματα.
Και φυσικά με την ενηλικίωση. Και στον Βυσσινόκηπο η ενηλικίωση συμβαίνει μέσα στη διάρκεια του έργου, τουλάχιστον για το πρόσωπο της Λιουμπόφ. Η ίδια επιμένει σε μιά « ξέγνοιαστη παιδικότητα» αποφεύγοντας να κοιτάξει το παρελθόν της γιατί αυτό πονάει πάρα πολύ…”
Στη Λιουμπόφ υπάρχει μια βαθιά, νοσταλγική σχέση με το παρελθόν. Μιά εμμονή σ’αυτή την « παιδική ξεγνοιασιά» ένα πέπλο που βάζεις μπροστά στα πράγματα, συχνά ασυνείδητα, όταν δεν μπορείς να τα κοιτάξεις κατάματα. Έτσι βλέπουμε έναν άνθρωπο που δεν έχει κοιτάξει κατάματα ούτε το παρελθόν του ούτε το τραύμα του ούτε την ιστορία του. Έφυγε από όλα αυτά σα κυνηγημένη κι έτρεχε γιά να ξεφύγει από τον εαυτό της. Και τώρα γύρισε και πρέπει να αποχαιρετήσει. Να ενηλικιωθεί. Όταν λέω ότι είναι έργο μνήμης, αυτή η μνήμη δεν είναι απλώς ανάμνηση είναι κάτι πολύ βαθύτερο. Κάτι που κατοικεί πιο μέσα κι είναι θαμμένο, πιό ασυνείδητο.
Ο Βυσσινόκηπος αντιπροσωπεύει τη ζωή και τον θάνατο μαζί. Και το παρελθόν. Κι όμως, όσο δεν έρχεται ένα τσεκούρι να κόψει το δέντρο, εκείνο συνεχίζει να ανθίζει. Μόνο που αυτό το δέντρο ανθίζει μέσα σε ένα σπίτι που ρημάζει.
Σε ένα παρηκμασμένο σπίτι όπου οι άνθρωποι τρώνε, όπως γράφει ο Τσέχωφ, ξερά μπιζέλια και γαλατόσουπα. Και την ίδια στιγμή η Λιουμπόφ ξοδεύει αλόγιστα χρήματα δανεικά.
Τι είναι τελικά ο Βυσσινόκηπος;
Είναι η ίδια η μνήμη. Μόνο που η μνήμη δεν είναι ίδια για όλους. Η τάξη της Λιουμπόφ κουβαλά μια συγκεκριμένη μνήμη από γονείς και παππούδες και του Λοπάχιν μια άλλη, δεμένη πάλι με τον πατέρα του, τα δικά του παιδικά χρόνια και τους δικούς του προγόνους. Και βλέπουμε την σύγκρουση της δικής της μνήμης απέναντι στη δική του. Και από αυτή τη σύγκρουση κάτι πεθαίνει γιά να γεννηθεί κάτι άλλο . Κάτι νέο. Ισως γεννιέται η μεσαία τάξη.
Αισθάνομαι πως συμβαίνουν δύο διαφορετικά πράγματα: αυτό που εκτυλίσσεται στον κόσμο, έξω από εμάς, και αυτό που εκτυλίσσεται μέσα μας. Σαν να υπάρχουν δύο κόσμοι. Από τη μία μπορείς να μιλήσεις για το τι συμβαίνει στη ζωή, στα πράγματα, στην κοινωνία. Κι από την άλλη υπάρχει αυτό το εσωτερικό τοπίο — το πώς ζει ο άνθρωπος μέσα του, τι κινείται, τι ραγίζει, τι μένει. Είναι κάτι άλλο.
Ο προσωπικός Βυσσινόκηπος της Αμαλίας Μουτούση
Πόσο τελικά μας καθορίζει ο Βυσσινόκηπος;
Ο Βυσσινόκηπος μπορεί να είναι αυτό που αγαπάς και αισθάνεσαι πως αν χαθεί, θα χαθείς κι εσύ μαζί του.
Μπορεί να είναι ένας άνθρωπος, ένα σπίτι, κάτι άυλο ή κάτι απολύτως συγκεκριμένο, ή εσύ ο ίδιος. Πάντα κάτι υπάρχει με το οποίο είσαι τόσο προσκολλημένος, τόσο δεμένος που δεν μπορείς να το κοιτάξεις καθαρά. Αν το δεις καθαρά ίσως να πρέπει και να το αποχαιρετίσεις και τρέμεις την ανυπαρξία. Έχει μιά τέτοια άβυσσο το έργο κάτω από μια ξέφρενη ελαφράδα.
Ίσως, σε εμάς που μιλάμε τώρα — και στην εποχή που μιλάμε — ο Βυσσινόκηπος να είναι λίγο πιο μετατοπισμένος. Λέω ίσως, γιατί δεν είμαι σίγουρη. Με την έννοια ότι ζούμε σε μια εποχή που, αν μη τι άλλο, σαν άνθρωποι κάνουμε μιά προσπάθεια να κοιτάξουμε το παρελθόν, να μάθουμε από αυτό, να αφυπνιστούμε. Το κάνουμε; Θέλουμε να το κάνουμε; Το έργο σου βγάζει τέτοια ερωτήματα. Σε κάνει να αναρωτιέσαι πόσο είμαστε σε θέση να δούμε καθαρά χωρίς θυματοποίηση και αυτοθαυμασμό. Γιατί, τελικά, όλη η ιστορία είναι το καθαρό βλέμμα. Το πώς κοιτάζεις…
Ποιος θα λέγατε πως είναι ο δικός σας Βυσσινόκηπος;
Για μένα ο Βυσσινόκηπος είναι η ζωή μου όλη με το παρελθόν μου. Ό,τι θυμάμαι κι ό,τι έχω ξεχασμένο μέσα μου και που μου φωνάζει « με ξέχασες!». Τα παιδικά μου χρόνια, η αθωότητα μου, οι αγάπες μου, οι χαρές μου, οι αυταπάτες μου, οι γονείς μου, οι φίλοι μου που πέθαναν, οι φιστικιές στο κτήμα του πατέρα μου, τα παιδικά μου δωμάτια στα καμαρίνια της μαμάς μου.
Είναι όλη μου η μικρή ζωή εδώ στη γη κι όλο μου το παρελθόν που ξεπηδά ανά πάσα στιγμή εκεί που δεν το περιμένεις. Και τότε αισθάνεσαι πως τίποτα δεν έχει αλλάξει, ενώ στην πραγματικότητα όλα έχουν αλλάξει. Αυτό νομίζω υπάρχει πάρα πολύ στον Βυσσινόκηπο. Ίσως επειδή κάπως έτσι το βιώνω.
Χθες, για παράδειγμα, περπατούσα στη γειτονιά των παιδικών μου χρόνων. “Έτυχε” να πρέπει να πάω σε έναν γιατρό. Το βάζω σε εισαγωγικά, γιατί την ώρα που μου συνέβαινε αναρωτιόμουν μέσα μου: τώρα έτυχε; Γιατί μετά θα πήγαινα για πρόβα στον Βυσσινόκηπο.
Περπάτησα λοιπόν στους ίδιους δρόμους, στο ίδιο ακριβώς πεζοδρόμιο στην οδό Καρνεάδου που περπατούσα με τον μπαμπά μου και τη μαμά μου. Και ήταν όλα εκεί. Ακόμη και το περίπτερο απ’ όπου αγόραζα σοκολάτα ΣΕΡΑΝΟ ήταν εκεί.
Και σκεφτόμουν “Είναι δυνατόν; Δεν έχει αλλάξει τίποτα;” Κι όμως, την ίδια στιγμή, όλα έχουν αλλάξει. Τίποτα δεν είναι ίδιο.
Πέρασα κι από το σπίτι που γεννήθηκα. Κοίταξα μέσα τις μαρμάρινες σκάλες όπου είχα το πρώτο μου σοβαρό πέσιμο τεσσάρων χρόνων. Είχα ανοίξει το κεφάλι μου. Αυτό που θυμάμαι όμως δεν είναι ο πόνος. Είναι τα δάχτυλα της μάνας μου στο μέτωπό μου, την ώρα που μου έβγαζε το τσιρότο. Θυμάμαι εκείνο το μικρό «χρατς».
Παντού λοιπόν βλέπω τον Βυσσινόκηπο σε ό,τι αφορά τη ζωή μου και το παρελθόν μου και όλων των ανθρώπων και όλης της ανθρωπότητας. Και καταλαβαίνω πως όσο το αποδεχόμαστε σιγά σιγά κάτι ανακουφίζεται μέσα μας, κάτι λύνεται, κάτι αποδεσμεύεται.
Το θέατρο είναι μια βαθιά ψυχαναλυτική διαδικασία για εσάς… Το λέω για τη συγκλονιστική εικόνα που περιγράψατε μόλις με τη μητέρα σας. Γιατί έχετε βιώσει έναν πρόσφατο αποχωρισμό μαζί της…
Ναι έτσι είναι… γιά όλους μας ειδικά όταν ζήσουμε έναν τέτοιο αποχωρισμό. Ο θάνατος πονάει, πως αλλιώς; Είμαι εδώ όμως και είμαι γεμάτη από αγάπη. Αυτό δεν είναι δώρο; Δεν είναι δύναμη;
Το ερώτημα είναι: με τι βλέμμα τα κοιτάζουμε όλα αυτά; Και πώς προχωράμε ώστε όλα αυτά να τα χωρέσει το μέσα μας; Γιατί η ενηλικίωση δεν είναι ούτε τα χρόνια μας ούτε η ηλικία μας, αλλά ένας χώρος μέσα μας που όλο και μεγαλώνει. Μια χωρητικότητα.
Για μένα, αυτή η διαδικασία μοιάζει με την αναπνοή. Όταν πρωτοήρθα σε επαφή με το υλικό του Βυσσινόκηπου, στις πρόβες, είχα πολύ μικρή αναπνοή. Σιγά σιγά όμως η αναπνοή μου μεγαλώνει. Αναπνέω πιο ελεύθερα σιγά σιγά.
Νιώθω πάντως πως οι ήρωες του Τσέχωφ μένουν στις “πρώτες ανάσες”. Φοβούνται την αλλαγή….
Γι’ αυτό και ο Τσέχωφ έχει βάλει τη Λιουμπόφ να της συμβαίνει η ενηλικίωση μέσα στο ίδιο το έργο. Στο τέλος αναπνέει πιό ελεύθερα, αποχαιρετάει. Δεν φεύγει μακριά από τα τραύματα της, τα παίρνει κι αυτά μαζί με τις αποσκευές της.
Και το τσεκούρι στις βυσσινιές πέφτει τη στιγμή που εκείνη και ο αδερφός της κλαίνε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Εκείνη τη στιγμή το ζουν. Όσο αντέχει ο καθένας και όπως μπορούν, το ζούνε, δεν το απωθούν.
Αυτός ο ήχος από το τσεκούρι πώς ακούγεται μέσα σας;
Η αλήθεια είναι ότι ακόμα δεν τον ακούω- αλλά είναι εκεί, θα τον ακούσω κάποια στιγμή όταν μπορέσω…
Μοιάζει λίγο με ευνουχισμό;
Ναι, με την έννοια του βαθιά βίαιου κοψίματος. Σαν να κόβεται κάτι ζωντανό μέσα μας. Κάτι που έρχεται από πολύ παλιά από τα βάθη των αιώνων.
Υπάρχει μάλιστα μια στιγμή στο έργο όπου μπαίνει η μικρή Άνια και λέει: « η μαμά σας παρακαλεί μη κόβετε τα δέντρα όσο είναι ακόμα εδώ». Κι όμως, μέχρι να κανονίσει ο Λοπάχιν να σταματήσει το κόψιμο, ο ήχος ακούγεται…
Και βέβαια, το πιο μαγικό στοιχείο του έργου — και στον τρόπο που το δουλεύουμε με τον Έκτορα- είναι αυτή η ελαφράδα με την οποία αντιμετωπίζονται αυτά τα τόσο πονετικά πράγματα. Εκεί βρίσκεται το ήθος του έργου και όλη του η αλήθεια. Και η ομορφιά και το χιούμορ και η ουσία. Μόνο τότε φωτίζεται το νόημα του έργου.
Μα το χαρακτηρίζει και κωμωδία…
Και μάλιστα δεν του άρεσε καθόλου του Τσέχωφ, όταν είχε πρωτοανέβει σαν δράμα. Αν παιχτεί σαν δράμα, παίζεται άλλο έργο.
Η ενέργεια των προσώπων είναι εξωφρενική. Δεν είναι απλώς ασταμάτητη — είναι αδιάκοπη. Οι εναλλαγές τους είναι αιφνιδιαστικές, σχεδόν παράλογες. Και ακριβώς εκεί, μέσα σε αυτή την υπερβολή, μέσα σε αυτή την ελαφράδα, περνά όλη η τραγικότητα.
Γενικώς, στη ζωή, μόνο αν την κοιτάξουμε από τη φαιδρή πλευρά μπορούμε να την αντέξουμε…
Και όχι μόνο να την αντέξουμε — αλλά και να τη ζήσουμε αληθινά. Σαν ενήλικες. Όπως λέει και ο Τροφίμωφ: «Ας σταματήσουμε πια να αυτοθαυμαζόμαστε». Ο Τροφίμοφ είναι ο μικρός μας προφήτης μέσα στο έργο.
Και ζούμε, πράγματι, την εποχή του αυτοθαυμασμού. Ναι, τη ζούμε έντονα. Δυστυχώς.Και κοινωνικά και πολιτικά και στις μεταξύ μας σχέσεις. Κι όλο αυτό που ζούμε από την εξέγερση στο Ιράν τη γενοκτονία στη Γάζα, την Ουκρανία, ως την εκλογή του Τραμπ, τι άλλο το προκαλεί αν όχι ο αυτοθαυμασμός;
Και το συνδέω αυτό με τον Βυσσινόκηπο, γιατί το βλέπουμε πολύ αυτό το θέμα στο έργο.
Οι ήρωες του Τσέχοφ, βαριούνται ή απλώς φοβούνται;
Υπάρχει άβυσσος μέσα σε αυτό το έργο. Μέσα σε αυτή την άβυσσο υπάρχει και η πλήξη. Όχι ως κάτι επιφανειακό αλλά μάλλον σα μιά υπαρξιακή αγωνία. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πρόσωπα σε αυτό το έργο που βιώνουν αυτό που θα λέγαμε γαλήνη. Όμως την αναζητούν απεγνωσμένα.
Βαριούνται, αλλά αυτή η βαρεμάρα δεν νομίζω ότι απλώς τους χαλαρώνει, είναι μιά βαρεμάρα που έχει λήθη μέσα της. Έτσι το καταλαβαίνω. Κρύβει αυτή την εμμονή σε μια ξέγνοιαστη παιδικότητα που είναι ένας τρόπος να αποφευχθεί η ανάληψη των ευθυνών…
Εσείς πότε νιώσατε πως ενηλικιωθήκατε;
Δεν ξέρω… η ενηλικίωση μου είναι μάλλον κάτι που μου συμβαίνει λίγο λίγο, ακόμη και σήμερα και αύριο. Αν όμως πρέπει να σκεφτώ μια πρώτη αρχή, θα έλεγα πως ήταν ο πρώτος πολύ μεγάλος χωρισμός της ζωής μου, όταν ήμουν πολύ πολύ νέα. Ήταν ένας χωρισμός που με πόνεσε τόσο πολύ, ίσως γιατί συνδέθηκε άμεσα με έναν πολύ παλιότερο χωρισμό – εκείνον που είχα βιώσει όταν ήμουν παιδί με τους γονείς μου.
Όταν λοιπόν αυτό το βίωσα ξανά, άνοιξε μέσα μου κάτι, που επηρέασε ακόμα και τη σχέση μου με το θέατρο. Τα εκφραστικά μου μέσα, ο χαρακτήρας μου, σε όλα υπήρχε μεγάλο άνοιγμα ψυχικό. Και άφοβο. Κάτι ελευθερώθηκε δε ξέρω. Κάτι που μέχρι τότε δεν υπήρχε.
Από τότε, η ενηλικίωσή μου δεν με άφησε ποτέ. Και η απώλεια των γονιών μου φυσικά που είναι ο απόλυτος αποχωρισμός.
Και κάποιες φορές έχω αναρωτηθεί — ίσως επειδή δεν έχω παιδιά — πώς είναι να χάνεις τους γονείς σου όταν έχεις γίνει μάνα. Και πώς είναι να τους χάνεις όταν παραμένεις κόρη. Εγώ είμαι το μόνο παιδί στην οικογένεια που παρέμεινε κόρη. Και αυτό είναι μια δύναμη; Μια αδυναμία; Κι αυτά τα δύο μαζί δεν πάνε; Τι να πω; Μόνο η πίστη μου στον Θεό τα φωτίζει όλα αυτά αλλοιώς και τα νοηματοδοτεί διαφορετικά. Όλα μετά τα βλέπεις πιό απλά. Αλλά ναι, ο πόνος του αποχωρισμού φυσικά και συνδέεται με την ενηλικίωση.
Νιώθετε ότι χαίρεστε τη ζωή;
Τη χαίρομαι και όσο μεγαλώνω, νιώθω ότι είναι δώρο που θέλω να το ανταποδώσω. Για χρόνια ήμουν τυλιγμένη μέσα σε ένα σύννεφο Βυσσινόκηπου — όπως, ίσως όλοι μας. Αλλά όσο αυτό το πέπλο ξεθαμπώνει και το βλέμμα γίνεται έστω λιγουλάκι πιο καθαρό, αφήνομαι στη ζωή και την αγαπώ απ’την αρχή.
Αν για λίγο γινόσασταν σαν την ηρωίδα του Βυσσινόκηπου που επιστρέφει και αντικρίζει τον κήπο κομμένο, τι θα βλέπατε; Μόνο τα δέντρα που χάθηκαν; Και φεύγοντας, γυρνώντας την πλάτη, ποια εικόνα θα παίρνατε μαζί σας;
Στο κτήμα του μπαμπά μου και του παππού μου στη Βάρκιζα — τότε που η Βάρκιζα ήταν ακόμη μόνο χτήματα, γεμάτη χωματόδρομους και πικροδάφνες — υπήρχε ένας κόσμος ολόκληρος. Το κτήμα μας ήταν γεμάτο φιστικιές, συκιές, ελιές, εσπεριδοειδή. Είχε στέρνες, ποτιζόταν. Ζήσαμε εκεί μια ομορφιά σπάνια. Παιδιά ξυπόλυτα στο χώμα, να βρεχόμαστε με τα λάστιχα, να μεγαλώνουμε μέσα στη φύση.
Σε αυτό το κτήμα υπήρχε ένας πολύ ψηλός ανεμόμυλος, στον οποίο σκαρφάλωνα. Ανέβαινα με τρομερό φόβο — αλλά τον ανέβαινα. Και από εκεί, μαζί με τον ίλιγγο που είχα απ’ το ύψος κοίταζα πέρα. Τη θάλασσα. Τον ορίζοντα και τον απέραντο ουρανό.
Αυτό είναι που παίρνω μαζί μου. Εκείνο το βλέμμα που μου δόθηκε πολύ νωρίς στη ζωή μου. Ένα βλέμμα πεντακάθαρο, που κοίταζε πολύ μακριά, πέρα από το άμεσο, πέρα από το παρόν.
Και αυτό το βλέμμα μου χαρίστηκε από εκείνον τον ανεμόμυλο. Το θυμάμαι, ό,τι κι αν συνέβη μετά ακόμα κι όταν καλύφθηκε και θάμπωσε κι όταν όλα γύρω άλλαξαν.
Γιατί μπορεί σήμερα οι φιστικιές κι οι κουκουναριές νά μην υπάρχουν καν και νάναι στη θέση τους πολυκατοικίες ή μπορεί νάναι όλα ερείπια. Όπως συνέβη σε τόσους ανθρώπους που ξύπνησαν μια μέρα και ο κόσμος τους είχε γκρεμιστεί.
Αλλά εκείνη η εικόνα υπάρχει. Εκείνο το βλέμμα που έριξα όταν ήμουν πολύ μικρή.
Εθνικό Θέατρο – Κεντρική ΣΚηνή
Προπώληση εισιτηρίων: https://www.ticketservices.gr/event/n-t-vissinokipos/?lang=el