ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΣΤΟ ΜΕΜΦΙΣ: ΠΩΣ Ο J SPACEMAN ΕΒΑΛΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ;
Ο θρυλικός Τζεισον Πιρς, ηγέτης των Spacemen 3 και των Spiritualized, μιλάει στον Παναγιώτη Μένεγο για το μουσικό σκορ που συνέθεσε για ένα cult ντοκιμαντέρ που μας ταξιδεύει στον αμερικάνικο Νότο κι έρχεται να παρουσιάσει, μαζί με τον Τζον Κόξον, την Παρασκευή 3/4 στο Borderline Festival.
Είμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, αν και ο σκονισμένος κόκος στην κάμερα δημιουργεί μια αχρονική συνθήκη. Η κάμερα είναι μια Sony Portapak, η πρώτη εμπορικά διαθέσιμη βιντεοκάμερα, κι αυτός που την κρατάει είναι ο Γουίλιαμ Έγκλεστον, ένας από τους σπουδαιότερους φωτογράφους όλων εποχών – ο άνθρωπος που έδωσε νόημα, υπόσταση και σημασία στην έγχρωμη φωτογραφία.
Ο Έγκλεστον τοποθετεί έναν φακό Leica 16 χιλιοστών στο μπροστινό μέρος της κάμερας κι έναν υπέρυθρο σωλήνα στο πίσω μέρος της για να μπορεί να τραβάει σε χαμηλό φωτισμό. Και βγαίνει στους δρόμους του Μέμφις χωρίς σενάριο. Συλλαμβάνει ανθρώπους να πίνουν και να γλεντάνε, να χαίρονται και να λυπούνται, να είναι μεθυσμένοι και νηφάλιοι, να πηγαίνουν στη δουλειά τους ή να μην έχουν δουλειά, να επιδεικνύουν τα όπλα τους και, καμιά φορά, να πυροβολάνε κιόλας.
Το αποτέλεσμα, μια συρραφή νατουραλιστικών στιγμιοτύπων με ελάχιστον ως καθόλου μοντάζ, είναι το Stranded in Canton (Εγκλωβισμένοι στο Κάντον), ένα ντοκιμαντέρ παρατήρησης που έχει αποκτήσει θρυλικές διαστάσεις μισόν αιώνα μετά την κυκλοφορία του, με δηλωμένους fans του σπουδαίους δημιουργούς όπως οι Ντέιβιντ Λιντς, ο Γκας Βαν Σαντ, ο Γιούργκεν Τέλερ και Χάρμονι Κορίν.
Flash forward στο 2025. Το φιλμ του Έγκλεστον ξαναζωντανεύει στο πλαίσιο μιας έκθεσης του αμερικανού καλλιτέχνη Νταγκ Άιτκεν με κεντρική ιδέα ένα ταξίδι στην αμερικάνικη ενδοχώρα κι ένα τρένο που στα εννιά του βαγόνια μεταφέρει μουσικούς και εικαστικούς. Σε αυτό το πλαίσιο, μπαίνει στην κουβέντα ο Τζέισον Πιρς, ο θρυλικός J Spaceman που εδώ και 40+ χρόνια άλλοτε χαϊδέυει κι άλλοτε τρομοκρατεί τα αυτιά μας πρώτα με τους εκρητικούς Spacemen 3 κι έπειτα με τους αγαπημένους Spiritualized. Οι συντελεστές της έκθεσης ήξεραν την αγάπη του, σε βαθμό εμμονής, για οτιδήποτε έχει να κάνει με το Μέμφις και τον Μισισσιπή και του πρότειναν να φτιάξει ένα μουσικό σκορ για να ντύσει το ντοκ του Έγκλεστον.
Εκείνος φυσικά το αποδέχθηκε, στρατολόγησε τον Τζον Κόξον (μαζί του στις κιθάρες των Spiritualized από τις αρχές των 90s) και κατέληξαν σε ένα άλμπουμ που έρχονται να παρουσιάσουν την πρώτη μέρα του Borderline Festival που διοργανώνει η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση στον εντυπωσιακό χώρο του Onassis Ready το διήμερο 3-4 Απριλίου (με σπουδαία ονόματα στο line up όπως Τζεφ Μιλς, Ben UFO και The Sabres of Paradise για πρώτη φορά στην Ελλάδα).
«Θα ήθελα να πω ότι ήταν δική μας ιδέα το σκορ, αλλά δεν ισχύει», μου λέει στην άλλη άκρη της οθόνης από το Ανατολικό Λονδίνο ο Τζέισον Πιρς με ένα λίγο αφηρημένο, ίσως νυσταγμένο ύφος που τον δυσκολεύει σαφώς στο να θυμηθεί τις λεπτομέρειες του πρότζεκτ. (Αλλά με βοηθάει κι έμενα να ξεπεράσω γρήγορα το αναπόφευκτο starstruck που νιώθω βλέποντας στην οθόνη το μεγάλο J Spaceman με λευκά γράμματα σε μαύρο φόντο να δηλώνει την ταυτότητα ενός από τους μουσικούς ήρωες μιας ολόκληρης indie γενιάς.)
«Φυσικά και το ήξερα ήδη το φιλμ του Έγκλεστον. Μου φάνηκε, καταρχάς, πολύ λογικό να δουλέψω με τον Τζον Κόξον, με τον οποίο γνωριζόμαστε και συνεργαζόμαστε πολύ καλά εδώ και δεκαετίες. Έχω μια αφηρημένη, αλλά ταυτόχρονα και συγκροτημένη μέσα μου, ιδέα γι’ αυτό που αγαπώ στην αμερικανική μουσική. Οπότε, ξέρετε, ήταν πολύ σημαντικό για μένα να μην κάνω κάτι κλισέ σχετικά με τα μπλουζ, να μην προσεγγίσω την πιο εμπορική πλευρά αυτής της μουσικής. Άρα, μπορώ να πω ότι ξεκινήσαμε από αυτό που ήδη ξέραμε ότι δεν θέλαμε να κάνουμε. Θέλαμε να μπορεί να παιχτεί live, αλλά ταυτόχρονα να υπηρετεί και την ιδέα του σάουντρακ. Να υποστηρίζει την ταινία και τους διαλόγους, να μην την υπερφορτώνει και, το κυριότερο, να μπορεί να σταθεί δίπλα στην σπουδαία μουσική που υπήρχε ήδη στο φιλμ με κομμάτια του Τζιμ Ντικινσον, του Φερι Λιούις και του Τζόνι Γουντς. Η ταινία είναι έτσι κι αλλιώς καταπληκτική, με ή χωρίς τη μουσική μας», λέει χωρίς να κρύβει τον σεβασμό, στα όρια της λατρείας, που έχει γι’ αυτό το μέρος, το οποίο άλλωστε απορρόφησε και στη δική του μουσική συνδυάζοντας τις παραμορφώσεις των ενισχυτών με την κατανυκτική ατμόσφαιρα του gospel.
«Έχω βρεθεί, προφανώς, πολλές φορές στο Μέμφις. Μας κάλεσε επίσης η οικογένεια Έγκλεστον, ο Γουίλιαμ με τον γιο του, το Δεκέμβριο του 2024 για να παίξουμε live. Κάτι που ήταν πραγματικά συναρπαστικό γιατί ποτέ, παρά τις τόσες προσπάθειες που κατέβαλα όλα αυτά τα χρόνια, δεν είχα δώσει συναυλία στο Μέμφις. Είναι τόσο δύσκολο να παίξεις εκεί, λειτουργεί τόσο διαφορετικά το σύστημα και το ένιωθα σχεδόν σαν ντροπή ότι δεν τα είχα καταφέρει. Ήταν μεγάλη στιγμή για μένα, όταν επιτέλους έγινε», σημειώνει, πριν επιμείνω στο τι είναι αυτό που τον τραβά τόσο πολύ σε αυτή τη μυθολογία του αμερικάνικου νότου.
«Η μουσική είναι αυτό που βασικά με γοητεύει. Είναι τα μπλουζ αλλά είναι και ο Άλεξ Τσίλτον να κάνει παραγωγή στους Cramps, είναι οι Tav Falco’s Panther Burns και η Jessie Mae Hemphill. Πριν από χρόνια, όταν έφτιαχνα το Ladies and Gentlemen… είχα την ιδέα ότι θα μπορούσα να το μιξάρω στο Μέμφις, αν και μου φαινόταν σαν ψευδαίσθηση ότι θα το καταφέρω. Ήθελα όμως να γνωρίσω τον Τζιμ Ντίκινσον – υποθέτω ότι, δυστυχώς, είναι πιθανώς περισσότερο γνωστός για το ότι έπαιζε πιάνο στο “Wild Horses” των Rolling Stones, όμως για μένα αντιπροσώπευε ένα είδος ιστορικού πλαισίου. Ενσάρκωνε τον τρόπο που μου είχε παρουσιαστεί αυτή η μουσική όταν ήμουν νεότερος και τραβούσε τις γραμμές που ένωναν διαφορετικούς καλλιτέχνες. Ας πούμε τους Cramps που είχαν πλήρη συναίσθηση της ιστορίας που κουβαλούσαν, δεν προσπαθούσαν να προσποιηθούν ότι την εφηύραν, ούτε ότι είναι μοναδικοί στο είδος τους. Άσχετα, αν τελικά τα κατάφεραν.
‘Οταν γνώρισα, λοιπόν, τον Τζιμ Ντίκινσον, είχε αυτή τη θεωρία ότι επειδή η μουσική κυριολεκτικά ωθεί ηλεκτροδυναμικά κύματα στον αέρα, είναι λογικό να είναι καλύτερη όταν προέρχεται από μέρη με πυκνότερο αέρα που βρίσκονται π.χ. στο επίπεδο της θάλασσας, παραθέτοντας το Λίβερπουλ, το Σικάγο, τη Νέα Υόρκη και το Μέμφις. Δεν ξέρω πόσο ισχύει αυτό, αλλά μου αρέσει αυτό το είδος ρομαντισμού. Μου αρέσει όταν η μουσική λέει τη δική της φανταστική ιστορία, προσθέτοντας το μυστήριο. Και το Μέμφις ήταν πάντα ένας μέρος γεμάτο μυστήριο, έτσι όπως βρίσκεται στο κάτω μέρος της Ζώνης της Σκουριάς (σ.σ. η κάποτε βιομηχανική κραταιά βιομηχανική ζώνη των ΗΠΑ που παρήκμασε κατά τον 20ο αιώνα). Την τελευταία φορά που ήμουν εκεί, είδα να ξαναχτίζουν τα στούντιο της Stax (σ.σ. εμβληματική δισκογραφική με έδρα το Μέμφις) πάνω στις ακριβείς προδιαγραφές των αρχικών. Εκεί που θέλω να καταλήξω, είναι ότι όλα αυτά συνθέτουν ένα παράξενο και μοναχικό μέρος».
Να είστε προετοιμασμένοι, λοιπόν, για κάτι αληθινά ιδιαίτερο στο live της Παρασκευής, όπου θα παρουσιάσουν ολόκληρο αυτό το σκορ. Μπλουζ χαμένα πίσω από παραμορφώσεις και πολλαπλά στρώματα θορύβου, μουσική βγαλμένη από ένα πιάνο μπαρ στην κόλαση. Δεύτερη φορά μέσα σε έναν χρόνο που υποδεχόμαστε τον Spaceman, πέρυσι το καλοκαίρι τον είδαμε με τους Spiritualized στον Λυκαβηττό («Μείναμε εντυπωσιασμένοι από το μέρος. Ήταν απίστευτα στο θέατρο, έμοιαζε με απομεινάρι από μια διαστημική πίστα»).
Σε μια εξαιρετική κριτική του δίσκου, το μουσικό site Quietus καταλήγει: «Η μουσική είναι ένα γλίστρημα στην άλλη πλευρά του αμερικανικού ονείρου. Είναι κάτι ευχάριστο; Όχι εντελώς. Όπως τόσοι και τόσοι εφιάλτες που δεν είναι απολύτως συναρπαστικοί».
Το διαβάζω στον Πιρς, του αρέσει. «Όταν φτιάχνεις μουσική, το μόνο άτομο που μπορείς πραγματικά να ικανοποιήσεις είναι ο εαυτός σου. Και αν το καταφέρεις, ότι ακολουθεί -μιλάω για κριτικές και σχόλια κτλ.- σε βρίσκει ταπεινό, γιατί αυτό που έχει πραγματικά σημασία έχει ήδη συμβεί. Ξαναλέω, με ή χωρίς τη μουσική μας, πρόκειται για μια καταπληκτική ταινία. Κι αποτυπώνει ένά πολύ μοναδικό μέρος σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να επαναληφθεί. Δεν μπορώ να φανταστώ να συμβεί αυτό ποτέ ξανά. Να βρεθεί αυτό το καστ χαρακτήρων και να το απαθανατίσει ένας από τους σπουδαιότερους φωτογράφους όλων των εποχών με μια από τις πρώτες βιντεοκάμερες με σταθερό φακό. Είναι κάτι απολύτως σπάνιο».
Μπορεί άραγε να φανταστεί αυτά τα πρόσωπα στις ΗΠΑ του σήμερα; «Νομίζω ότι τα πρόσωπα στο φιλμ του Έγκλεστον είναι αουτσάιντερ. Όλοι τους θα ψήφιζαν εναντίον αυτού που συμβαίνει τώρα στις ΗΠΑ. Το ίδιο ξέρω πως κάνουν και τα παιδιά του Τζιμ Ντίκινσον που ψηφίζουν εναντίον του κατεστημένου που διαλύει όλα όσα αγαπάνε.
Ξέρεις, το Μέμφις ήταν ένα από τα πρώτα μέρη που π.χ. για λογαριασμό της Stax συνεργάστηκαν μαύροι και λευκοί μουσικοί στην ίδια μπάντα. Δεν ήταν απλό αυτό σε μια χώρα που τα λάβαρα ήταν σηκωμένα μέχρι σχετικά πρόσφατα για να προωθούν τις διακρίσεις. Από την άλλη, χωρίς σε καμία περίπτωση να το υπερασπίζομαι, αυτή η συνθήκη (και η υπέρβασή της) γίνεται τελικά γοητευτική».
Ο Πιρς συναντήθηκε με τον Έγκλεστον, αν κι ο τελευταίος – ένας ήσυχος, ηλικιωμένος άνδρας πια – δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει το λάιβ τους στο Μέμφις. «Οι γιοι του όμως το αγάπησαν στ’ αλήθεια το σκορ. Η έγκριση της οικογένειας ήταν πολύ σημαντική για μας, μας επιβεβαίωσε ότι δεν μας έβλεπαν σαν δύο λευκούς τύπους από την Αγγλία που ήρθαν “να τους δείξουν πώς γίνεται”. Αντίθετα, η προσέγγισή μας ήταν γεμάτη αγάπη και σεβασμό, πολύ μακριά από κάθε είδους οικειοποίηση. Ήταν μεγάλη μας τιμή ότι το κάναμε».
Τώρα έχει πάρει φόρα, συνεχίζει: «Κι αυτό, αυτή η μοναδική αίσθηση χώρου και χρόνου, είναι που κάνει κάθε έργο σπουδαίο. Μιλούσαμε πριν για μουσική. Οι σπουδαίες μπάντες π.χ. οι Velvet Underground, προκύπτουν όταν άνθρωποι και ιδέες συγκρούονται σε μια μοναδική χρονική στιγμή. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με αυτήν την ταινία. Μια τέτοια συνθήκη αγωνίζομαι να πετύχω κι εγώ πάντα με τους δίσκους που φτιάχνω».
Είναι πάσα προ κενής εστίας. Το αριστούργημα των Spiritualized, το magnum opus του Πιρς, Ladies and Gentlemen We Are Floating In Space, κλείνει τα 30 του χρόνου, το 2027. Λίγο θεατρικά αναρωτιέται πώς πέρασε τόσος καιρός αλλά δεν ετοιμάζει κάτι σπέσιαλ. «Προσπαθώ να να ηχογραφήσω έναν νέο δίσκο για να είμαι ειλικρινής. Δηλαδή, τα σχέδιά μου είναι λίγο πιο χαλαρά αυτή τη στιγμή. Είχα κάποτε το όνειρο να δώσω μια συναυλία στο μεγαλύτερο δυνατό ύψος και το κάναμε παίζοντας στον Πύργο CN στο Τορόντο και στους Δίδυμους Πύργους στις ΗΠΑ (σ.σ. Νοέμβριο του 1997 κι Απρίλιο του 1998, αντίστοιχα). Τώρα, έχω βάλει σκοπό να παίξουμε στο υψηλότερο γεωγραφικό πλάτος, οπότε νομίζω ότι αυτό θα κάνουμε του χρόνου. Σχεδιάζουμε να παίξουμε στον Αρκτικό Κύκλο, το χειμώνα μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Αυτό είναι το αφηρημένο μου σχέδιο για την ώρα.
Δεν έχω πλάνα για άμεση κυκλοφορία. Απλά να κάνω μια αρχή, θέλω, με το νέο υλικό. Προσπαθώ να ξεκινήσω κάτι μέσα από την τεμπελιά μου. Πάντα έλεγα ότι είμαι ακούραστα τεμπέλης. Δουλεύω πολύ σκληρά για να απολαύσω την αδράνεια μου. Οπότε, κάτι θα έρθει. Πάντα συμβαίνει αυτό».
Borderline Festival
3-4 Απριλίου, Onassis Ready (Στρατή Τσίρκα 2, Αγιός Ιωάννη Ρέντη.
Περισσότερες πληροφορίες εδώ