Ο Δημήτρης Λάλος Φραντζέσκα Γιατζόγλου – Watkinson

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΑΛΟΣ: “ΤΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΠΑΙΞΕΙΣ ΤΟΝ ΣΕΙΣΜΟ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΣΠΑΣΕΙΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ”

Ο Δημήτρης Λάλος έχει καταφέρει να γίνει τηλεοπτικός πρωταγωνιστής χωρίς να χάσει το βάθος του θεατρικού ηθοποιού. Από το σανίδι του Επί Κολωνώ μέχρι την τηλεοπτική απογείωση, επιλέγει ρόλους που έχουν κόστος. Τον συνάντησα και μιλήσαμε για ευθύνη, όρια, πατρότητα και για εκείνη τη σιωπή που – όπως λέει – είναι πιο ηχηρή από τις λέξεις.

Σε μια εποχή όπου στον χώρο του θεάματος η υπερέκθεση συχνά προηγείται της ουσίας, ο Δημήτρης Λάλος επιλέγει την αντίθετη διαδρομή: Πρώτα ο ρόλος, μετά ο θόρυβος. Ως προς την ερμηνεία, είναι σχεδόν αδύνατο να σε απογοητεύσει: Ηθοποιός πειθαρχημένος που κινείται με ευκολία μεταξύ του φωτός και του σκοταδιού. Είτε στέκεται μπροστά από μια κάμερα είτε στη θεατρική σκηνή, πατά γερά στα πόδια του και προκαλεί τριγμούς.

Τα τελευταία χρόνια έχει εδραιωθεί στην κορυφή του τηλεοπτικού τοπίου ερμηνεύοντας χαρακτήρες πολυεπίπεδους που επιλέγουν με την ηθική τους πυξίδα το τίμημα αντί της ευκολίας. Και παρόλο που έχει απομακρυνθεί προσωρινά από τη σκηνή, είναι σαφές σε κάθε κίνηση ή βλέμμα ότι έχει «μπολιαστεί» από το θέατρο. Γεννημένος στον Βόλο, με εφηβικά χρόνια στη Νυρεμβέργη, ο Δημήτρης Λάλος ανδρώθηκε καλλιτεχνικά στο σανίδι του Θεάτρου Επί Κολωνώ. Ανάμεσα στις περγαμηνές του είναι η ωμότητα του σκίνχεντ «Ροτβάιλερ», ο ρόλος του Χοσεφίνο στο «Λα Τσούνγκα» που του έφερε το Βραβείο Χορν, ο Ερμής στους «Αισθηματίες» του Νίκου Τριανταφυλλίδη και ο Μαθιός στον «Σασμό» με τη σαρωτική απήχηση.

Παρά τις διάφορες φάσεις του, κοινό στοιχείο στις ερμηνείες του είναι η προσήλωση στην αλήθεια: «Δεν είμαι ο ίδιος (σήμερα) και χαίρομαι γι’ αυτό. Το Βραβείο Χορν ήταν ένα ορόσημο, αλλά δεν ήταν “στέμμα”. Ήταν υπενθύμιση ότι η δουλειά έχει ευθύνη. Με τα χρόνια, άλλαξε το κέντρο βάρους: τότε είχα περισσότερη αγωνία να αποδείξω, τώρα έχω μεγαλύτερη ανάγκη να ζήσω. Να μη λέω πολλά. Να μην παίζω το αποτέλεσμα. Η τεχνική είναι απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί. Αν δεν υπηρετεί κάτι αληθινό, γίνεται φιγούρα. Και το κοινό αναγνωρίζει αμέσως πότε ο ηθοποιός κρύβεται πίσω από την ικανότητα του», εξηγεί.

Σήμερα, τον συναντάμε στη σειρά «Μια Νύχτα Μόνο», όπου υποδύεται τον Ορέστη Χαριτάκη, έναν άνδρα βαθιά πληγωμένο που διεκδικεί την πραγματική αγάπη. «Είναι ένας άνθρωπος που δείχνει ψυχρός και εσωστρεφής, αλλά η σκληρότητα του έχει τη ρίζα της στα τραύματα του. Αυτό με ενδιαφέρει αρκετά: Όχι τι κάνει κάποιος, αλλά γιατί χρειάζεται να το κάνει» αναφέρει.

Ο Δημήτρης Λάλος
Ο Δημήτρης Λάλος Φραντζέσκα Γιατζόγλου – Watkinson

Παράλληλα, εμφανίζεται στην ταινία «Τελευταία Κλήση» που θα κυκλοφορήσει στις 19 Μαρτίου στους κινηματογράφους, η οποία βασίζεται στην σκοτεινή υπόθεση του Σορίν Ματέι. «Με τέτοιες ιστορίες έχω πάντα έναν φόβο: Να μη γίνουν θέαμα. Η τέχνη έχει δικαίωμα να αγγίζει τα πάντα, αλλά έχει υποχρέωση να το κάνει με σεβασμό.

Αυτό που με στοιχειώνει σε τέτοιες υποθέσεις είναι η λεπτομέρεια: Όχι τα μεγάλα πρωτοσέλιδα, αλλά οι μικρές ανθρώπινες στιγμές που δεν γράφονται. Η αγωνία, η αμηχανία, η σιωπή των ανθρώπων που μένουν πίσω», λέει, και η φράση μένει να αιωρείται.

Οι επαγγελματικές υποχρεώσεις δεν του επιτρέπουν μεγάλη ευελιξία, ωστόσο η όρεξη και η διάθεση υπάρχει και έτσι καταφέραμε να κάνουμε μια συζήτηση που ήταν ακριβώς όπως τη φαντάζεσαι και ταυτόχρονα καθόλου: Ευγενικός, άμεσος, με ένα χιούμορ λεπτό, σχεδόν σαρκαστικό, που σπάει την ένταση της «σοβαρής» εικόνας του. Υπάρχει μια καθαρότητα στον τρόπο που διατυπώνει τις σκέψεις του – τίποτα περιττό, τίποτα επιτηδευμένο. Όταν τον ρωτώ, αν του λείπει το θέατρο, δεν απαντά ρομαντικά: «Θέλω να επιστρέψω όταν το σώμα μου θα πει “τώρα”».

Ο Λάλος δεν δείχνει να αναζητά «μεγάλους» ρόλους, αλλά αναγκαίους, που δεν διδάσκουν αλλά φανερώνουν. Ίσως γιατί και ο ίδιος λειτουργεί έτσι. Κάπως έτσι κύλησε η κουβέντα μας. Και κάπως έτσι, αξίζει να τη διαβάσετε:

Από το ξεκίνημά σας ήσασταν ταγμένος στο θέατρο. Έχουμε ωστόσο καιρό να σας δούμε επί σκηνής – Γιατί συνέβη αυτό, σας λείπει;

«Το θέατρο είναι το σπίτι μου, αλλά ακριβώς επειδή το αγαπάω, προσπαθώ να μην το μετατρέπω σε συνήθεια. Η κάμερα έχει άλλο παλμό, άλλη οικονομία, και σε αναγκάζει να είσαι ακριβής.

Αν μου λείπει; Ναι. Μου λείπει η κοινή αναπνοή με τον θεατή. Αλλά θέλω να επιστρέψω όταν το σώμα μου θα πει “τώρα”. Όταν θα νιώσω ότι αν δεν σταθώ στη σκηνή, κάτι μέσα μου θα σπάσει. Το θέατρο δεν είναι τόπος προβολής. Είναι τόπος κρίσης».

Τι θυμάστε από την εποχή του Επί Κολωνώ; Ποιες εμπειρίες κρατάτε και πώς καθόρισαν την πορεία σας;

«Το Επί Κολωνώ ήταν σχολείο. Εκεί έμαθα ότι η τέχνη δεν είναι έμπνευση, είναι σκληρή δουλειά και αίσθηση ομάδας. Θυμάμαι πρόβες που κρατούσαν ατελείωτες ώρες, ανθρώπους που επέμεναν στη λεπτομέρεια, μια κουλτούρα όπου ο ηθοποιός ό,τι νιώθει πρέπει να  μπορεί να το στηρίξει με πράξη.

Στο «Ροτβάιλερ» ειδικά, ένα έργο ωμού ρεαλισμού και με πολιτική αιχμή, η βία δεν ήταν για «εφέ», ήταν ερώτημα προς τον θεατή. Εκεί κατάλαβα κάτι που με ακολουθεί μέχρι σήμερα: δηλαδή πως ο ηθοποιός δεν περιγράφει τον χαρακτήρα, αλλά τον ζει και με αυτόν τον τρόπο αφήνει να φανούν οι αντιφάσεις του. Αυτές οι εμπειρίες με έκαναν πιο πειθαρχημένο, αλλά παράλληλα και πιο ευαίσθητο».

Ο Δημήτρης Λάλος
Ο Δημήτρης Λάλος Φραντζέσκα Γιατζόγλου – Watkinson

Αισθάνεστε ίδιος με τον ηθοποιό που βραβεύτηκε για το «Ροτβάιλερ»; Τι έχει αλλάξει αν όχι.

«Δεν είμαι ο ίδιος και χαίρομαι γι’ αυτό. Το Βραβείο Χορν που πήρα την επόμενη χρονιά ας πούμε, ήταν ένα ορόσημο, αλλά δεν ήταν “στέμμα”. Ήταν υπενθύμιση ότι η δουλειά έχει ευθύνη. Με τα χρόνια, άλλαξε το κέντρο βάρους: τότε είχα περισσότερη αγωνία να αποδείξω, τώρα έχω μεγαλύτερη ανάγκη να ζήσω. Να μη λέω πολλά. Να μην παίζω το αποτέλεσμα. Η τεχνική είναι απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί. Αν δεν υπηρετεί κάτι αληθινό, γίνεται φιγούρα. Και το κοινό αναγνωρίζει αμέσως πότε ο ηθοποιός κρύβεται πίσω από την ικανότητα του. Άρα, ναι, άλλαξα. Ευτυχώς…»

Το εγχείρημα του Tempus Verum τι γεύση σας έχει αφήσει;

«Το Tempus Verum μου άφησε μια γεύση που δεν είναι γλυκιά ή πικρή—είναι γεύση ευθύνης. Όταν αναλαμβάνεις έναν χώρο, δεν παίζεις μόνο ρόλους αλλά διευθύνεις  μια μικρή κοινωνία. Προσπαθείς να φτιάξεις συνθήκες όπου οι άνθρωποι μπορούν να ρισκάρουν χωρίς να συνθλίβονται από τον φόβο του κέρδους.

Με ενδιέφερε το θέατρο ως κοινότητα. Να στεγάζει νέους δημιουργούς, να έχει ρεπερτόριο που έχει κάτι να πει, αφήνοντας το στίγμα του. Κι αν κάτι έμαθα, είναι ότι η διοίκηση στην τέχνη είναι κι αυτή μια μορφή σκηνοθεσίας… Διαλέγεις τι θα συμβεί και τι θα προστατέψεις.

Δεν πιστεύω στην επιτυχία ως αυτοσκοπό. Πιστεύω στη συνέπεια. Αν ο χώρος κράτησε αυτό το ήθος, τότε άξιζε».

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας ρόλοι;

«Δεν έχω αγαπημένους ρόλους με τη ρομαντική έννοια. Έχω ρόλους-σταθμούς εκείνους που με ανάγκασαν να δω κάτι που δεν ήθελα.

Με ελκύουν οι χαρακτήρες που δεν «δικαιώνονται» εύκολα. Εκείνοι που έχουν μια ηθική ασάφεια, όχι για να τους κάνουμε συμπαθείς, αλλά για να δούμε πώς γεννήθηκαν οι επιλογές τους.

Επίσης αγαπώ τους ρόλους που με αναγκάζουν να δουλέψω τη σιωπή. Η σιωπή δεν είναι κενό. Είναι πληροφορία. Ο θεατής τη συμπληρώνει με τη δική του ζωή. Αν το πετύχεις αυτό, έχεις κάνει κάτι παραπάνω από ερμηνεία: Έχεις αφήσει στίγμα».

Πιστεύετε έχετε ταυτιστεί με τον ρόλο του σκληρού αλλά αξιακού;

«Αν υπάρχει ταύτιση, είναι περισσότερο μια προβολή πάνω σε χαρακτήρες που υπηρετώ: Ανθρώπους με όρια, με πειθαρχία, με ένα εσωτερικό «πρέπει». Αλλά η λέξη «σκληρός» με δυσκολεύει. Οι περισσότεροι «σκληροί» άνθρωποι δεν είναι φτιαγμένοι από πέτρα—είναι φτιαγμένοι από άμυνα.

Με ενδιαφέρει το αξιακό κομμάτι. Οι αξίες φαίνονται όταν κοστίζουν. Όταν δεν σε συμφέρουν. Όταν πρέπει να χάσεις κάτι για να τις κρατήσεις. Εκεί, ο ηθοποιός δεν έχει δικαίωμα να κάνει τον ήρωα «ωραίο». Πρέπει να τον κάνει αληθινό, με τις ρωγμές του, με τη μικρότητά του, με την ενοχή του.

Άρα, αν το κοινό βλέπει έναν «σκληρό αλλά αξιακό», θα ήθελα να βλέπει κυρίως έναν άνθρωπο που παλεύει να μη διαλυθεί. Γιατί αυτό είναι το ανθρώπινο. Και αυτό μας αφορά όλους».

Ο Δημήτρης Λάλος
Ο Δημήτρης Λάλος Φραντζέσκα Γιατζόγλου – Watkinson

Νιώθετε βάρος από τον ρόλο του Μαθιού; Ήταν πολυεπίπεδος;

«Κανένα βάρος. Το αντίθετο. Χαρά που κατάφερα να δημιουργηθεί ένας χαρακτήρας που ίσως θα τον θυμούνται στα χρόνια που θα έρθουν.

Ο Μαθιός ήταν πολυεπίπεδος γιατί κουβαλούσε αντιφάσεις: Τρυφερότητα και βία, πίστη και ενοχή, ανάγκη για λύτρωση και αδυναμία. Ο θεατής δεν συγκινείται από την τελειότητα. Συγκινείται από το κόστος».

Μιλήστε μας για το «Μια νύχτα μόνο» – Τι σας έκανε να πείτε το «ναι»;

«Είπα «ναι» γιατί είδα κάτι δυνατό, όχι μια απλή ιστορία. Ο ήρωας, ο Οδυσσέας Χαριτάκης, είναι ένας άνθρωπος που δείχνει ψυχρός και εσωστρεφής, αλλά η σκληρότητα του έχει τη ρίζα της στα τραύματα του. Αυτό με ενδιαφέρει αρκετά: Όχι τι κάνει κάποιος, αλλά γιατί χρειάζεται να το κάνει.

Η σειρά βασίζεται στην ιδέα της επιλογής υπό πίεση κι εκεί ο άνθρωπος αποκαλύπτεται. Όχι με λόγια, με πράξεις. Και τέλος, είπα «ναι» γιατί θέλω δουλειές που με αλλάζουν. Ο ρόλος οφείλει να σου παίρνει κάτι και να σου αφήνει κάτι άλλο».

Συνεργάζεστε ξανά με τη Μαριλίτα Λαμπροπούλου. Τι διαφορετικές προκλήσεις έχει η τωρινή σας συνεργασία σε σχέση με τον «Σασμό»;

«Η διαφορά είναι η «θερμοκρασία» της ιστορίας. Στον «Σασμό» υπήρχε μια τραγωδιακή εξωστρέφεια: Ο κόσμος μιλούσε δυνατά, οι συγκρούσεις ήταν ορατές. Εδώ, πολλά συμβαίνουν κάτω από το τραπέζι. Με τη Μαριλίτα υπάρχει εμπιστοσύνη και αυτό δεν είναι προνόμιο, είναι ευθύνη. Γιατί όταν εμπιστεύεσαι τον άλλον και σε ξέρει καλά δεν μπορείς να κρυφτείς. Δεν μπορείς να στηριχτείς σε τεχνάσματα. Πρέπει να είσαι καθαρός.

Επιπλέον, η κάμερα σε τιμωρεί για την παραμικρή ψευτιά. Και σε ανταμείβει για τη μικρή αλήθεια: Ένα βλέμμα που αργεί μισό δευτερόλεπτο αρκεί να σε ξεμπροστιάσει».

Κάτι που μπορείτε να μας αποκαλύψετε για τα επόμενα επεισόδια;

«Θα πω μόνο πως όσο προχωράμε, οι ήρωες πλησιάζουν το σημείο, όπου οι δικαιολογίες τελειώνουν. Και όταν τελειώνουν οι δικαιολογίες, αρχίζουν οι συνέπειες.

Η σειρά δεν σκοπεύει να σε χαλαρώσει. Ενδιαφέρεται να σε κρατήσει σε εγρήγορση. Αυτό σημαίνει ότι οι σχέσεις δεν θα γίνουν πιο απλές, θα γίνουν πιο καθαρές, με την έννοια ότι θα αναγκαστούν να δείξουν τι πραγματικά είναι. Ο θεατής θα δει πως η αγάπη, όταν είναι αληθινή, δεν είναι μόνο καταφύγιο. Είναι και καθρέφτης».

Ο Δημήτρης Λάλος
Ο Δημήτρης Λάλος Φραντζέσκα Γιατζόγλου – Watkinson

Μιλήστε μας για την «Τελευταία Κλήση». Ποιον χαρακτήρα υποδύεστε;

«Η «Τελευταία Κλήση» πατά σε μια υπόθεση ομηρίας, που έχει αφήσει το αποτύπωμά της και η ταινία διαλέγει να κοιτάξει όχι μόνο το γεγονός, αλλά και τι κρύβεται από πίσω, τι γεννά τέτοιες πράξεις και τι τραύματα αφήνει στους ανθρώπους.

Για τον χαρακτήρα μου, θα προτιμήσω να κρατήσω τα απολύτως βασικά, υπηρετώ έναν κρίκο της αλυσίδας που κινείται γύρω από το συμβάν, έναν άνθρωπο που καλείται να πάρει θέση, όχι θεωρητικά, αλλά στην πράξη. Και εκεί γίνεται ενδιαφέρον γιατί στις κρίσεις φαίνεται ο χαρακτήρας.

Αν κάτι θέλω να κρατήσει ο θεατής, είναι ότι τέτοιες ιστορίες δεν είναι «ταινίες». Είναι καθρέφτες μιας κοινωνίας. Και αυτό θέλει λεπτότητα».

Θυμόσασταν την υπόθεση Ματέι;

«Ναι. Και δεν είναι από τις υποθέσεις που τις θυμάσαι σαν «είδηση». Τις θυμάσαι σαν γεγονός. Γιατί αυτά τα γεγονότα αγγίζουν κάτι, που όλοι θέλουμε να πιστεύουμε ότι δεν μας αφορά – μέχρι να μας αφορά.

Με τέτοιες ιστορίες έχω πάντα έναν φόβο: Να μη γίνουν θέαμα. Η τέχνη έχει δικαίωμα να αγγίζει τα πάντα, αλλά έχει υποχρέωση να το κάνει με σεβασμό.

Αυτό που με στοιχειώνει σε τέτοιες υποθέσεις είναι η λεπτομέρεια: Όχι τα μεγάλα πρωτοσέλιδα, αλλά οι μικρές ανθρώπινες στιγμές που δεν γράφονται. Η αγωνία, η αμηχανία, η σιωπή των ανθρώπων που μένουν πίσω. Οπότε ναι, τη θυμόμουν πολύ καλά».

Ονειρεύεστε έναν μεγάλο ρόλο στο σινεμά; Και αν ναι, τι θα θέλατε να είναι;

«Δεν με συγκινεί η λέξη «μεγάλος» ως μέγεθος. Με συγκινεί η λέξη «αναγκαίος». Θα με ενδιέφερε ένας ήρωας χαμηλόφωνος, με εσωτερική ένταση. Ένας άνθρωπος που φαίνεται «κανονικός», αλλά μέσα του συμβαίνουν σεισμοί. Αυτό είναι το δύσκολο, να παίξεις τον σεισμό χωρίς να σπάσεις το σπίτι.

Και θα ήθελα έναν σκηνοθέτη που εμπιστεύεται τη σιωπή. Που δεν φοβάται να αφήσει ένα πλάνο να αναπνεύσει. Γιατί εκεί γίνεται η μεγάλη ερμηνεία. Ένα δράμα που δεν διδάσκει, αλλά φανερώνει. Αυτό για μένα είναι σινεμά».

Ο ρόλος του πατέρα;

«Ο ρόλος του πατέρα είναι ο μόνος που δεν σου επιτρέπει να είσαι ηθοποιός. Γιατί το παιδί δεν ενδιαφέρεται για την εικόνα σου. Ενδιαφέρεται για την παρουσία σου. Η πατρότητα με έβαλε σε μια άλλη κλίμακα αξιών: Ο χρόνος γίνεται πραγματικό νόμισμα.

Μου έμαθε, επίσης, κάτι δύσκολο: Να μη μπερδεύω την αγάπη με τον έλεγχο. Η αγάπη έχει όρια, αλλά δεν είναι φυλακή. Και ο πατέρας καλείται να γίνει παράδειγμα όχι στα λόγια, αλλά στον τρόπο που στέκεται.

Τέλος, μου έμαθε ταπεινότητα. Γιατί καταλαβαίνεις ότι δεν «φτιάχνεις» έναν άνθρωπο. Τον συνοδεύεις. Και αν το κάνεις σωστά, κάποια στιγμή σε ξεπερνά κι αυτό είναι η μεγαλύτερη επιτυχία. Όχι να σε χρειάζεται για πάντα. Να μπορεί να σταθεί χωρίς εσένα».

Σας ενοχλεί η προβολή της προσωπικής σας ζωής στα μίντια ή δεν δίνετε σημασία;

«Προσπαθώ να το αντιμετωπίσω απλά. Δεν είμαι εναντίον της δημοσιότητας, είμαι υπέρ των ορίων. Γιατί χωρίς όρια, η ζωή γίνεται τηλεοπτικό υλικό και η δουλειά χάνει τη σοβαρότητά της.

Το κοινό έχει δικαίωμα να ενδιαφέρεται, αλλά κανείς δεν έχει την υποχρέωση να εκτίθεται. Όταν επιτρέπεις στα μίντια να σου φτιάξουν το αφήγημα, κινδυνεύεις να πιστέψεις κι εσύ αυτό το αφήγημα. Αυτό είναι παγίδα. Ο ηθοποιός χρειάζεται καθαρό εσωτερικό χώρο. Χρειάζεται να θυμάται ότι η αναγνωρισιμότητα είναι δανεική, έρχεται και φεύγει. Άρα, δεν με ενοχλεί ακριβώς, αλλά με απασχολεί ως ζήτημα αξιοπρέπειας. Και η αξιοπρέπεια είναι μη διαπραγματεύσιμη».

Ο Δημήτρης Λάλος
Ο Δημήτρης Λάλος Φραντζέσκα Γιατζόγλου – Watkinson

Μια ενοχική απόλαυση στον ελεύθερό σας χρόνο;

«Δεν είναι ακριβώς ενοχική, αλλά μοιάζει πολυτέλεια, να μην κάνω τίποτα, να επιστρέφω σε μια βασική αίσθηση του πραγματικού χρόνου. Κάποτε το έβλεπα ένοχα, σαν τεμπελιά. Τώρα τα βλέπω σαν συντήρηση. Όπως συντηρείς ένα όργανο για να μπορεί να παίξει.

Και ίσως υπάρχει και κάτι πιο προσωπικό… Να παρατηρώ τους ανθρώπους. Όχι αδιάκριτα, αλλά με τρυφερότητα. Να βλέπω πώς περπατούν, το βλέμμα τους , πώς μιλούν. Αυτά είναι υλικό για τη δουλειά μου, αλλά είναι και μια υπενθύμιση πως όλοι κουβαλάμε κάτι».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα