Alamy/Visualhellas.gr

“DONNIE DARKO” ΣΤΑ 25: Η ΤΑΙΝΙΑ ΠΟΥ ΣΗΜΑΔΕΨΕ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΓΕΝΙΑ

Στις 19 Ιανουαρίου του 2001, το “Donnie Darko” παιζόταν για πρώτη φορά στο Σάντανς. 25 χρόνια μετά, γιατί κρατάει ακόμα τόση από την αρχική δύναμή του;

«Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους φανς που με έχουν πλησιάσει στο πέρασμα των χρόνων με αυτό το μπερδεμένο ύφος στα πρόσωπά τους και με ρωτάνε: “Τι διάολο συμβαίνει στο Donnie Darko;;”».

Αυτό έλεγε ο Τζέικ Τζίλενχαλ το 2021, γιορτάζοντας τότε τα 20 χρόνια από την κυκλοφορία του κλασικού καλτ φιλμ του Ρίτσαρντ Κέλι, το οποίο σημάδεψε μια γενιά νέων σινεφίλ στην αυγή του 21ου αιώνα.

Μια ταινία που δεν υπήρξε επιτυχία κατά την αρχική της κυκλοφορία, που στην Ελλάδα δεν κυκλοφόρησε καν στις αίθουσες, και που όμως έγινε ένα από τα μεγαλύτερα οργανικά μπλοκμπάστερ της βιντεοαγοράς. Όταν αμέτρητοι, και κυρίως νεαρότερο, σινεφίλ την ανακάλυψαν και χάθηκαν στα όνειρά της.

«Είναι μια ταινία που άλλαξε τη ζωή και την καριέρα μου και είναι εξωπραγματικό να βλέπω αυτή την ιστορία να βρίσκει μετά θάνατον ζωές με νέο κοινό και νέες γενιές», έλεγε τότε ο Τζίλενχαλ. Κι είναι αλήθεια: Πλέον κάτι πολύ παραπάνω από μια καλτ VHS επιτυχία, το Donnie Darko είναι ένα από τα αδιαμφισβήτητα αναγνωρισμένα αριστουργήματα της αυγής του 21ου αιώνα.

Πώς γεννήθηκε η ταινία

To Donnie Darko ακολουθεί 28 μέρες από τη ζωή του νεαρού Ντόνι, ενός ανήσυχου αγοριού που δε νιώθει πως ταιριάζει ακριβώς στον κόσμο του. Έχοντας μόλις καταφέρει να γλιτώσει από ένα αλλόκοτο ατύχημα, ο Ντόνι αρχίζει να βιώνει οράματα – οράματα ενός μεγαλόσωμου λαγού που τον ωθεί να διαπράξει μια σειρά από ακατανόητα εγκλήματα – οράματα ενός κόσμου που ίσως και να τελειώνει.

Ο Ρίτσαρντ Κέλι έγραψε το σενάριο λίγο αφού είχε μπει στα 20-κάτι του, έχοντας ως σημεία επιρροής αστικούς θρύλους, βαριά επιστημονική φαντασία και εφηβικό σινεμά α λα Τζον Χιουζ, με νεαρά άτομα που νιώθουν καταπιεσμένα από τις προσδοκίες του κοινωνικού τους περίγυρου κι από απλουστευτικά δίπολα ταυτότητας.

Ολοκληρώνοντας το σενάριο πάλεψε σκληρά για μπορέσει ο ίδιος να το σκηνοθετήσει, όμως παντού συναντούσε ανθρώπους που ακόμα κι αν τους ιντρίγκαρε το σενάριο και ήθελαν το πρότζεκτ, φοβόντουσαν για το κατά πόσο μπορούσε να γίνει πραγματικότητα – ειδικά με έναν άπειρο σκηνοθέτη στο τιμόνι. Εν τέλει μέσα από επιμονή, γνωριμίες, και εντυπωσιάζοντας τους σωστούς ανθρώπους (ανάμεσά τους τον Φράνσις Φορντ Κόπολα, αλλά και τη Ντρου Μπάριμορ που συμφώνησε να παίξει ένα ρόλο στην ταινία και να μπει ως παραγωγός αυξάνοντας το μπάτζετ), ο Κέλι κατάφερε να βρει χρηματοδότηση και αργότερα διανομή για την ταινία του.

Όχι πως αυτό έλυσε τα πάντα: Μέχρι και τελευταία στιγμή, χρειάστηκε να κόψει περίπου 20 λεπτά από την ταινία, ενώ δεν κατάφερε να εξασφαλίσει κι όλα τα τραγούδια που είχε κατά νού. (Που βγήκε σε καλό βέβαια – θα επανέλθουμε σε αυτό.) Η ουσία όμως είναι πως η ταινία του ήταν πραγματικότητα.

Το πρόβλημα; Η κυκλοφορία τον Οκτώβριο του 2001 (10 μήνες μετά την πρεμιέρα στο Σάντανς, στις 19 Ιανουαρίου του ‘01) ήρθε λίγες βδομάδες μετά την 11η Σεπτεμβρίου, κι αυτό για μια έτσι κι αλλιώς απαιτητική ταινία της οποίας κεντρικός μηχανισμός πλοκής ήταν μια πιθανώς φονική τουρμπίνα αεροπλάνου, ήταν καταδικαστικό. Έτσι κι αλλιώς, ο μουντός, μελαγχολικός τόνος της ταινίας δεν ταίριαζε καθόλου με αυτά που ήθελε ο κόσμος εκείνη τη στιγμή, κι έτσι η κυκλοφορία στέφθηκε με αποτυχία.

Ένα αινιγματικός έφηβος κι οι Echo & the Bunnymen

Δεν χρειάστηκε πολύ όμως για να αλλάξουν τα δεδομένα. Η ταινία γρήγορα εξελίχθηκε σε ένα από τα πρώτα φιλμικά βιώματα μιας νεότερης γενιάς που αναζητούσε τα δικά της αριστουργήματα. Έγινε εμπορικό φαινόμενο στο home video και πολύ σύντομα άρχισε να επιστρέφει στις αίθουσες σε μεταμεσονύκτιες προβολές που δεν σταμάτησαν για χρόνια. Ο Τζέικ Τζίλενχαλ έγινε σούπερ σταρ. Το σάουντρακ έγινε εμβληματικό, τα τραγούδια του χτύπαγαν κορυφές στα charts. ‘80s επιτυχίες έγιναν άμεσα και ‘00s επιτυχίες. Το Mad World σε εκτέλεση Γκάρι Τζουλς (που παίζει στο πένθιμο κλείσιμο της ταινίας) έγινε ύμνος.

Ο Ρίτσαρντ Κέλι ανασύστησε την ‘director’s cut’ του, πιθανώς η πρώτη τέτοια περίπτωση για μια ταινία που αποτέλεσε τόσο πλήρη εμπορική αποτυχία κατά την κυκλοφορία της. Λίγα χρόνια αργότερα, η δεύτερη ταινία του Κέλι με τίτλο Southland Tales αποτέλεσε ένα από τα πιο ξεκάθαρα φιλμ-λευκής επιταγής του σύγχρονου αμερικάνικου σινεμά, αποσπώντας μια θέση στο διαγωνιστικό των Καννών.

Το Donnie Darko, πολύ απλά, είχε χτυπήσει φλέβα.

Ήδη από την πρώτη σκηνή νιώθεις πως παρακολουθείς κάτι συναρπαστικό και μυστηριώδες. Η κάμερα ίπταται, σα να αναζητά τον Ντόνι, και τον βρίσκει ξαπλωμένη στη μέση ενός δρόμου σε έναν λόφο λίγο έξω από την πόλη. Ποιος είναι; Γιατί είναι εκεί; Τι έχει συμβεί; Τι θα συμβεί τώρα; Ο Ντόνι είναι ένα μυστήριο. Αναμαλλιασμένος, στρέφεται ελαφρώς προς την πλευρά μας, χωρίς όμως να κοιτάει ευθέως. Χαμογελάει αινιγματικά, και καβαλάει το ποδηλατό του. Μπαίνουν οι Echo and the Bunnymen, σε ένα από τα εμβληματικά μπασίματα ταινίας του 21ου αιώνα.

Ό,τι ακολουθεί μοιάζει με όνειρο. Ή με όραμα.

Ο Ντόνι ακολουθεί τις κατευθύνσεις του μυστηριώδους πλάσματος των ονείρων(;) του. Στις 28 μέρες που απομένουν μέχρι το τέλος του κόσμου(;;), θα κατανοήσει καλύτερα τη θέση του στο σύμπαν. Θα βιώσει αγάπη. Θα καταλάβει ποιος είναι. Θα αμφισβητήσει απλουστευτικά ηθικά δίπολα. Θα ζήσει όπως δεν είχε ζήσει ως τώρα.

Σαν μια ζωή εν συντομία, μια ιστορία ενηλικίωσης εν τάχει, το Donnie Darko θα ακολουθήσει τον νεαρό του ήρωα (στον ρόλο φυσικά ο Τζέικ Τζίλενχαλ σε ένα από τα πιο θριαμβευτικά breakthrough που έχει ζήσει ποτέ το αμερικάνικο σινεμά) καθώς αποκτά σταδιακά μια μεγαλύτερη συναίσθηση του Μεγάλου Σχεδίου του Σύμπαντος, και παίρνει τον έλεγχο της μοίρας και των πράξεών του. Ή έστω, τις κατανοεί. Κάποιες φορές αυτά τα δύο είναι ταυτόσημα.

Φιλοσοφία, επιστημονική φαντασία και ‘80s μελαγχολία

Ο Κέλι στήνει ένα φιλμ στο οποίο το κυριολεκτικό sci-fi στρώμα μυθολογίας και επεξήγησης μπορεί και συνυπάρχει αρμονικά με πιο υπαρξιακές και ηθικές αναγνώσεις χωρίς πουθενά να προσκρούονται. Επιτρέπει στην ιστορία του να λειτουργεί μέσα σε ένα πλαίσιο μεσσιανικό, όσο και αρχετυπικά τραγικό, και να μπορεί κανείς να το διαβάσει όπως επιλέγει – ανάλογα την οπτική γωνία από την οποία το κοιτάς.

Μια κινηματογραφική μαρκίζα αναγράφει την προβολή της ταινίας του Σκορσέζε Ο Τελευταίος Πειρασμός, και οπωσδήποτε το Donnie Darko διαβάζεται ως μια επαναδιατύπωση εκείνου του κειμένου – με τον Ντόνι να οραματίζεται μια ζωή που πρέπει να θυσιάσει για το κοινό καλό. Παράλληλα όμως, η θυσία δεν έρχεται μαζί με κάποια θριαμβευτική εξιλεωτική χροιά. Στο τέλος ο κόσμος συνεχίζει βουβά, επίπονα. Είναι μια ‘κρυφή’ θυσία.

Alamy/Visualhellas.gr

Αντιθέτως, υπάρχει κάτι το ντετερμινιστικό στους μηχανισμούς ενός σύμπαντος που απαιτεί μια θυσία για να επιβιώσει. Ο Ντόνι μπορεί κυριολεκτικά να δει τη μοίρα να ‘σέρνει’ τους ανθρώπους προς τις επιλογές που πρόκειται να κάνουν, με τον ίδιο τρόπο που κι εκείνος απλά περνά μια διαδικασία κατανόησης της πράξης που οφείλει να πράξει. Λίγο πριν το τέλος της ταινίας τον βλέπουμε να χαμογελά – είναι αυτό ένα χαμόγελο απόφασης (όπου αποφασίζει ενεργά να θυσιαστεί) ή ένα χαμόγελο κατανόησης (πως τώρα καταλαβαίνει πως πάντα επρόκειτο να θυσιαστεί);

Ακόμα σημαντικότερα: Είναι διαφορετικές αυτές οι αναγνώσεις; Ακόμα κι αν τα πάντα είναι προκαθορισμένα από τις μεγάλες χημικές αντιδράσεις του σύμπαντος, από την οπτική του κάθε ατόμου, κάθε επιλογή γίνεται ελεύθερα και συνειδητά.

Άλλη μια πτυχή που έχει ενδιαφέρον είναι οι εκλογές στο φόντο, στο περιθώριο της ιστορίας. Στις εκλογές του ‘88, ο Μπους ο γηραιότερος κερδίζει τον Δουκάκη κρατώντας ζωντανό τον ριγκανισμό. Συντηρητισμός, απλουστευτικά δίπολα, ηθική σήψη κάτω από αγγελικά προσωπεία. (Βλέπει και την ανατριχιαστική υπο-πλοκή του Τζιμ Κάνινγκχαμ, που ερμηνεύει ο Πάτρικ Σουέιζι.) Αν ο Ντόνι είναι η ανήσυχη νεολαία, η αθωότητα κι η αμφισβήτηση, δεν προσθέτει επίπεδα θλίψης –σε μια έτσι κι αλλιώς μελαγχολική ιστορία– η θυσία αυτού του παρεμβατικού νέου για να επιβιώσει το ‘prime’ σύμπαν – ο ορισμός της συντήρησης.

Ή μήπως υπάρχει ελπίδα στις ξεθωριασμένες ‘αναμνήσεις’ ενός κατεστραμμένου σύμπαντος που φτάνουν στους χαρακτήρες του φινάλε, ως ακαθόριστες αναμνήσεις ή όνειρα; Σαν ηχώ; Δεν είναι εξάλλου κάποιοι τέτοιοι ψίθυροι του υποσυνείδητου που μας κάνουν να αμφισβητούμε τα πάντα;

Η ταινία του Ρίτσαρντ Κέλι μπόρεσε να ισορροπήσει επιδέξια τα διάφορα επίπεδα ανάγνωσης και λειτουργίας της – φιλοσοφικό, sci-fi επεξηγηματικό, ηθικό, υπαρξιακό – δίνοντας στους θεατές αρκετά αινίγματα να έχουν να λύνουν και αρκετά (πάσης φύσεως) ερωτήματα να ψάχνουν απάντηση. Λίγα χρόνια αργότερα, η ίδια γενιά θα αναδείκνυε σε απόλυτο φαινόμενο το Lost, δείχνοντας πώς υπήρχε κάτι το αληθινά μαγνητιστικό σε μια αναπολογητικά φιλοσοφημένη ιστορία στις παρυφές του μεταφυσικού, που ζητά από τον θεατή να συμμετάσχει στην επίλυση των γρίφων της.

Τα λάθη του director’s cut υπογραμμίζουν το θαύμα της ορίτζιναλ ταινίας

Δείτε την παραπάνω εισαγωγή, συγκρίνετέ την με την ορίτζιναλ (βρίσκεται ψηλότερα στο κείμενο) για να φρίξετε.

Έτσι ξεκινάει το θρυλικό για τους δικούς του λόγους director’s cut του Donnie Darko, το οποίο κυκλοφόρησε μόλις 3 χρόνια μετά το ορίτζιναλ. Εκεί, ο Κέλι επανέφερε τις κομμένες σκηνές στο φιλμ, δίνοντάς του μια τελική διάρκεια σχεδόν 140 λεπτών, όμως οι βασικές αμαρτίες αυτής της εκδοχής είναι άλλες.

Η εμφανέστερη, αμέσως παραπάνω. Ο Κέλι καταφέρνει για αυτή την νέα κυκλοφορία της ταινίας του να πάρει τα δικαιώματα του κομματιού που πάντα ήθελε για την έναρξη, δηλαδή το Never Tear Us Apart των INXS. Δεν τα είχε καταφέρει αρχικά, κι είχε βάλει το Killing Moon ως λύση σωτηρίας. Τυχαία δηλαδή έφτιαξε κάτι ακραία iconic, αλλά ίσως από μια ξεροκέφαλη επιμονή, ήθελε να ζωντανέψει την αρχική του ιδέα.

Το νέο κομμάτι δεν κολλάει καθόλου με το mood της σκηνής, αλλοιώνοντας τελείως την εισαγωγή μας στην ταινία. To δε Killing Moon παίρνει μετάθεση για αργότερα στην ιστορία. Ένα ακατανόητο ντόμινο ήχων και vibes, τη στιγμή που τα πάντα στην αρχική εκδοχή ήταν απλώς εμβληματικά. Να σου τύχει το Τζόκερ, κι εσύ να τρέχεις να προλάβεις να αλλάξεις τους αριθμούς πριν πάρουν χαμπάρι ότι κέρδισες!

Πιο ουσιαστικό λάθος όμως ήταν κάτι άλλο: Ο Κέλι παραθέτει διαρκώς στη διάρκεια της ταινίας, επεξηγηματικά αποσπάσματα κειμένου τα οποία δίνουν ρητή, κυριολεκτική ανάλυση του τι ακριβώς συμβαίνει. Για το παράλληλο σύμπαν που δημιουργήθηκε από το Αντικείμενο, για τις 28 μέρες, για τα οράματα, για τη δίνη που θα στείλει το Αντικείμενο πίσω, για την καταστροφή του παράλληλου σύμπαντος. Όλα, σε ένα ρητό exposition.

Αυτό δεν είναι κακό επειδή η ιστορία έτσι χάνει σε δύναμη ή επειδή αντικρούει κάτι από όσα είχαμε καταλάβει. Αλλά έτσι, η λεπτή αυτή, μυστηριώδης ισορροπία του φιλμ που περιγράφαμε παραπάνω, αδυνατίζει υπό το βάρος των ρητών εξηγήσεων. Τα πάντα αποκτούν πρόσημο, γίνονται ελαφρώς πιο μονοσήμαντα, πιο κλειστά σε ερμηνείες και σε φιλοσοφικό ζύγισμα, λιγότερο ονειρικά, λιγότερο ρέοντα.

Άθελά του, το director’s cut καταλήγει κάπως ανεκτίμητο: Υπογραμμίζει το γιατί η αρχική εκδοχή της ταινίας ήταν τόσο μοναδική!

Πάντως, ενώ σήμερα είναι κάπως αποδεκτό πως η director’s cut εκδοχή είναι κατώτερη, κατά την κυκλοφορία της είχε γνωρίσει πανηγυρικά θετικές αντιδράσεις. (Θα το ομολογήσω: Στα 21 μου, ένιωθα πως το director’s cut του Donnie Darko ήταν η ταινία της δεκαετίας.) Εύκολο να εξηγηθεί το γιατί: Από τη μία είχες ένα νεανικό κοινό που είχε βρει το εικόνισμά του. Από την άλλη είχες ένα οικοσύστημα κριτικής που ήθελε να σπεύσει να αγκαλιάσει μια ταινία-φαινόμενο που κατά την αρχική της κυκλοφορία είχε ξεγλιστρήσει από τα κενά.

Το τέλος(;) της καριέρας του σκηνοθέτη Ρίτσαρντ Κέλι

Ο Ρίτσαρντ Κέλι πάντως είχε έκτοτε την πιο παράξενη καριέρα. Ως σκηνοθέτης μιας από τις πιο διεισδυτικές στην ευρύτερη κουλτούρα ταινίες των ‘00s, είχε το industry από πάνω του για το επόμενο βήμα. Το παροξυσμικό Southland Tales πήγε στις Κάννες, έφαγε την γιούχα του αιώνα, διαμελίστηκε από την κριτική και πρακτικά έθαψε την καριέρα του Κέλι – θα το μαντέψατε ήδη, ναι, αλλά είναι μια από τις αγαπημένες μου ταινίες.

Είχα γράψει κάποτε για αυτό σε ένα παλιό αφιέρωμα του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ:

Southland Tales

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις πού ακριβώς η φήμη του Southland Tales πήγε κατά διαόλου: Η ταινία, μια έτσι κι αλλιώς περίπλοκη και σουρεαλιστική ιστορία επιστημονικής φαντασίας για το τέλος του κόσμου, αρχίζει με μια 20λεπτη περίληψη γεγονότων που έχουν προηγηθεί της έναρξής της. Βλέπεις το φιλμ, αυτή η πολυαναμενόμενη επιστροφή του ελπιδοφόρου Ρίτσαρντ Κέλι, δημιουργού του cult classic Donnie Darko, αποτελούσε τα κεφάλαια 4 ως 6 της ευρύτερης Southland Tales saga. Τα 3 πρώτα είχαν εκδοθεί σε ισάριθμα τομάκια σε κόμικς.

Τελικά, το όλο εγχείρημα βγάζει κάποιο νόημα, ακόμα σε επίπεδο φόρμας: Ενα παρανοϊκό –και Φρανκενσταϊνικά συγκεχυμένο, μέχρι σημείου παραμόρφωσης– ημερολόγιο από το τέλος ενός Δυτικού Πολιτισμού πλήρως συγχυσμένου, εθισμένου στο infotainment, με ανοσία στο σοκ, που παρακολουθεί τους ίδιους του τους τίτλους τέλους μέσα από ποπ επίφασης μπασταρδέματα εννοιών και ευαισθησιών.

Μια πορνοστάρ γράφει ποίηση αγνότητας, ένας στρατιώτης τραγουδάει για την ψυχή (o Τζάστιν Τίμπερλεϊκ τραγουδά Killers στην πιο διάσημη σκηνή της ταινίας), ένας νταβατζής διδάσκει ηθική, ένας πυγμάχος με αμνησία θα βρεθεί στο μέσο μιας επανάστασης, σε έναν ανεμοστρόβιλο απίθανων εικόνων, χαρακτήρων και καταστάσεων, την ώρα που η κοινωνία κατά Κέλι όχι απλά δεν ξέρει πια ποιο είναι το νόημα, αλλά δε μοιάζει καν να θυμάται πως αυτό υπήρξε ποτέ.

Εν τέλει το πρόβλημα του Southland Tales, ενός φιλμ συναρπαστικού και στοιχειωτικού αν του δώσεις την ευκαιρία να σε κατευθύνει, είναι πως επιχείρησε σάτιρα της υπερβολής για να καταγράψει έναν κόσμο που έχει καταντήσει ο ίδιος σάτιρα του εαυτού του. Τόσος κόπος για το τίποτα.

Η καριέρα του Κέλι πρακτικά άρχισε και τελείωσε σε εκείνες τις Κάννες. Το φιλμ, που κλείνει κι εκείνο φέτος 20 χρόνια, έχει έκτοτε αποκτήσει μια αρκετά θετική φήμη και έχει πλέον επαναξιολογηθεί, όμως ο σκηνοθέτης δεν επιβίωσε. Τρία χρόνια αργότερα, το 2009, γύρισε το πολύ πιο μετρημένων φιλοδοξιών σε φόρμα και σε ιδέες, The Box, που πήρε χλιαρο-ΟΚ κριτικές πριν χαθεί στη θάλασσα της αδιαφορίας.

Ο Κέλι δεν έχει γυρίσει άλλη ταινία έκτοτε.

Όμως, το Donnie Darko δεν είναι μια απλή περίπτωση ‘θυμάσαι τότε που…;’ ταινίας. Είναι ένας θρύλος που παραμένει ολοζώντανος χωρίς να χάσει τίποτα από την ονειρική, αινιγματική, μελαγχολική γοητεία του. Στις περιστασιακές προβολές το κοινό γεμίζει ξανά τις αίθουσες. Παρακολουθεί ξανά σε streaming. Θυμάται, ξαναβιώνει, επανεξετάζει.

Έτσι συμβαίνει με τις φωνές που έρχονται από τόσο βαθιά μέσα μας, που μοιάζουν να αντηχούν από κάποια άλλη πραγματικότητα: Μιλούν για την αίσθηση πως ίσως κάτι είναι λάθος, βάζοντάς μας να αναμετρηθούμε με τον ίδιο μας τον κόσμο. Και, στην πορεία, να ενηλικιωθούμε. Ξανά. Και για πάντα.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα