Πάτροκλος Σκαφίδας

ΕΙΔΑΜΕ ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ Η ΕΥΓΕΝΙΑ ΣΑΜΑΡΑ ΕΣΠΡΩΞΕ ΤΟΝ ΟΡΦΕΑ ΑΥΓΟΥΣΤΙΔΗ ΣΤΟ ΚΕΝΟ

Είδαμε την παράσταση “Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα” σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου με τον Ορφέα Αυγουστίδη και την Ευγενία Σαμαρά και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.

Το έργο του Γκέοργκ Κάιζερ, Von morgens bis mitternachts —κυριολεκτικά Από το πρωί ως τα μεσάνυχτα, με την πιο ποιητική και εύστοχη απόδοση Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα παραμένει, σχεδόν 110 χρόνια μετά την πρώτη του παρουσίαση, ένα από τα πιο καίρια και ανήσυχα κείμενα του ευρωπαϊκού θεάτρου. Ένα έργο βαθιά εμποτισμένο με υπαρξιακή αγωνία, φιλοσοφική ανησυχία και την αίσθηση ενός κόσμου που χάνει τα σταθερά του σημεία.

Ο Κάιζερ οικοδομεί μια ισχυρή αλληγορία της ανθρώπινης ύπαρξης και της αλλοτρίωσης μέσα σε έναν κόσμο που παραπαίει ανάμεσα σε κοινωνικές κρίσεις, ιδεολογικά αδιέξοδα και τον απόηχο του πολέμου. Με αυτό το έργο, προαναγγέλλει θεματικά και αισθητικά τον Κάφκα, τον Μπρεχτ και το μεταπολεμικό θέατρο του παραλόγου, θέτοντας στο κέντρο της σκηνής τον σύγχρονο άνθρωπο: έναν άνθρωπο που λειτουργεί μηχανικά, επιθυμεί απεγνωσμένα να «ζήσει» και τελικά συντρίβεται από το ίδιο του το κενό.

Αυτός που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τα μεσάνυχτα
Πάτροκλος Σκαφίδας

Κεντρικός ήρωας είναι ένας ταμίας τράπεζας, ένας άνθρωπος χωρίς όνομα – σύμβολο του ανώνυμου, αλλοτριωμένου υποκειμένου. Η καθημερινότητά του διακόπτεται όταν μια Ιταλίδα κυρία τού προκαλεί στην τράπεζα ένα υπαρξιακό σοκ. Η παρουσία της λειτουργεί καταλυτικά: ξυπνά την επιθυμία για ζωή, ένταση, απόλυτη εμπειρία. Ο ταμίας κλέβει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό από το ταμείο και ξεκινά μια μανιακή περιπλάνηση ανάμεσα σε ποδηλατικούς αγώνες και αθλητικά στάδια έως οίκους ανοχής, και μπουρλέσκ καμπαρέ και Στρατούς Σωτηρίας. Κάθε σταθμός είναι μια αποτυχημένη απόπειρα νοήματος.

Ο χρόνος – από το πρωί ως τα μεσάνυχτα – γίνεται υπαρξιακή συμπίεση μιας ολόκληρης ζωής. Ο ήρωας αυτός είναι το καθρέφτισμα του σύγχρονου ανθρώπου, που λειτουργεί χωρίς συνείδηση, σαν γρανάζι μηχανής, εγκλωβισμένος στην αδράνεια και στην καθημερινότητα. Το κλέψιμο της μέρας γίνεται σύμβολο μιας στιγμιαίας εξέγερσης, μιας αποστασίας από τον καθιερωμένο, μηχανικό ρυθμό της καθημερινότητας. Ωστόσο, ο ήρωας όχι μόνο δεν βρίσκει λύτρωση, αλλά καταλήγει να περιπλανάται σε έναν κόσμο που τον οδηγεί σταδιακά στην εσωτερική του καταστροφή.

Αυτός που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τα μεσάνυχτα
Πάτροκλος Σκαφίδας

Το ρίσκο του Θωμά Μοσχόπουλου

Η επιλογή του Θωμά Μοσχόπουλου να μεταφέρει επί σκηνής το έργο του Γκέοργκ Κάιζερ, αποτελεί ένα τολμηρό και εξαιρετικά ριψοκίνδυνο εγχείρημα. Το έργο αυτό συνιστά ένα δύσκολο και στριφνό κείμενο, γεμάτο από συμβολισμούς, πολύπλοκες θεματικές και υπαρξιακές αναζητήσεις, που αφήνουν περιθώρια για δεκάδες διαφορετικές ερμηνείες και αναλύσεις. Η γλώσσα του είναι σπασμωδική, τηλεγραφική, αποσπασματική. Οι χαρακτήρες είναι τύποι, όχι ψυχολογικά ολοκληρωμένα πρόσωπα. Ο χώρος και ο χρόνος αποσυντίθενται. Η δραματουργία θυμίζει σταθμούς ενός εφιάλτη.

Ο κίνδυνος είναι προφανής: Δεν πρόκειται για ένα έργο που “παραδίδεται” εύκολα στον θεατή και μολονότι η σκηνοθετική προσέγγιση του έμπειρου Θωμά Μοσχόπουλου επιτρέπει στο κείμενο να έρθει πιο κοντά στην ψυχή του θεατή, σε ορισμένα σημεία η ένταση του έργου πέφτει.

Ο θεατής χάνεται στην περιπλοκότητα των σκηνών, “αποσυνδέεται” από τον ειρμό του έργου και κουράζεται ίσως από την αλληλουχία των διαδρομών του. Ωστόσο —και εκεί ακριβώς εδράζεται η θεατρική του δύναμη— με μια αιφνίδια ανατροπή ή μια σκηνική «έκρηξη», η σύνδεση αποκαθίσταται. Και τότε γεννιέται η αίσθηση πως αυτό το πρόσκαιρο χάσιμο, αυτή η στιγμιαία κόπωση ή αποσύνδεση, δεν ήταν αδυναμία, αλλά μέρος της διαδρομής: μια αναγκαία βύθιση στο χάος, ώστε ο θεατής να επανέλθει με μεγαλύτερη διαύγεια στο κέντρο του υπαρξιακού ερωτήματος που θέτει το έργο.

Αυτός που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τα μεσάνυχτα
Πάτροκλος Σκαφίδας

Το οπτικό και εικαστικό πεδίο της παράστασης

Πολύτιμος αρωγός στη σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου αποδεικνύεται το οπτικό και εικαστικό πεδίο της παράστασης. Το σκηνικό, απόλυτα εναρμονισμένο με το εξπρεσιονιστικό πνεύμα του έργου, ισορροπεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το φαντασιακό, δημιουργώντας ένα εφιαλτικό εμβυθιστικό σύμπαν που λειτουργεί ως αντανάκλαση της εσωτερικής διάσπασης του ήρωα. Οι βιντεοπροβολές, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Βασίλη Παπατσαρούχα, καθώς και οι χαρτονένιες μάσκες που “επιστρατεύονται” για να αποδοθεί το απρόσωπο και απειλητικό πρόσωπο του κόσμου, συνθέτουν μια θεατρική εμπειρία υψηλής αισθητικής συνοχής.

Η επιμέλεια κίνησης της Ζωής Χατζηαντωνίου ενώνει οργανικά την υποκριτική με τη σωματικότητα, ενισχύοντας την αίσθηση ενός σώματος διαρκώς υπό πίεση, μαρτυρικού και αδιέξοδου, εγκλωβισμένου σε μια μηχανική καθημερινότητα χωρίς διαφυγή. Παράλληλα, ο σχεδιασμός φωτισμών του Νίκου Βλασόπουλου λειτουργεί υποβλητικά και ουσιαστικά, φωτίζοντας τις σκηνές άγους και εσωτερικής σύγκρουσης με ακρίβεια και ευαισθησία, χτίζοντας σταδιακά μια  ατμοσφαιρα έντασης που δεν κραυγάζει, αλλά υπονομεύει σιωπηλά τον θεατή.

Αυτός που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τα μεσάνυχτα
Πάτροκλος Σκαφίδας

Οι ερμηνείες

Στον ρόλο του Ταμία, ο Ορφέας Αυγουστίδης παραδίδει μια ερμηνεία βαθιά ψυχογραφική και σωματικά απαιτητική. Από την πρώτη του εμφάνιση επί σκηνής αποτυπώνει έναν άνθρωπο σε εσωτερική ασφυξία, έναν ήρωα που δεν ζει αλλά επιβιώνει, εγκλωβισμένος ανάμεσα στην αβεβαιότητα, την ενοχή και μια ανομολόγητη ανάγκη για ελευθερία. Το χρήμα δεν τον απελευθερώνει, τουναντίον αποκαλύπτει το κενό. Ο ήρωας πιστεύει ότι η υπέρβαση θα έρθει μέσω της υλικής δύναμης, αλλά διαπιστώνει ότι καμία συναλλαγή δεν παράγει ουσιαστική εμπειρία ζωής.

Η ερμηνεία του δεν στηρίζεται στην εξωτερίκευση, αλλά σε μια σταδιακή, σχεδόν βασανιστική διάβρωση του σώματος και του βλέμματος. Η κόπωση, η νευρικότητα, οι μικρές εκρήξεις και οι στιγμές κατάρρευσης συγκροτούν ένα πορτρέτο ανθρώπου που αποσυντίθεται μπροστά στα μάτια μας, παρασύροντας τον θεατή σε μια εμπειρία έντονα συναισθηματική και βαθιά ανήσυχη.

Αυτός που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τα μεσάνυχτα
Πάτροκλος Σκαφίδας

Η Ευγενία Σαμαρά αποτελεί μία από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις της παράστασης, αναλαμβάνοντας έναν ρόλο πολλαπλών μεταμορφώσεων που απαιτεί εσωτερική ακρίβεια και σκηνική ευελιξία. Υποδύεται μια σειρά γυναικείων μορφών –Ιταλίδα κυρία, Σύζυγο, Κορίτσι του Στρατού της Σωτηρίας, Γυναίκα Καμπαρέ – Σαλώμη– που δεν λειτουργούν ως αυτοτελείς χαρακτήρες, αλλά ως προβολές, ως θραύσματα του ίδιου υπαρξιακού καθρέφτη μέσα στον οποίο κινείται ο Ταμίας.

Η «Ιταλίδα» δεν είναι πρόσωπο, είναι σύμβολο. Είναι η υπόσχεση ζωής, η ενσάρκωση της επιθυμίας, το ερέθισμα που διαρρηγνύει τη μηχανική καθημερινότητα του ήρωα. Η ηθοποιός κατορθώνει να αποδώσει αυτή τη συμβολική λειτουργία  χωρίς υπερβολές και χωρίς να χάνει το υπόγειο βάθος των μορφών που ενσαρκώνει. Η ερμηνεία της κινείται ανάμεσα στη σαγήνη και την αποστασιοποίηση, στη γοητεία και στην απειλή, δημιουργώντας έναν διαρκή παλμό αμφιβολίας.

Αυτός που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τα μεσάνυχτα
Πάτροκλος Σκαφίδας

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο σύνολο των ηθοποιών, που λειτουργούν όχι ως απλοί δευτερεύοντες χαρακτήρες αλλά ως ένα ενιαίο, πολυπρόσωπο σώμα, φορέας του κόσμου μέσα στον οποίο συνθλίβεται ο Ταμίας. Οι Βαλεντίνος Κόκκινος, Άλκης Μπακογιάννης, Κωνσταντίνος Πλεμμένος και Γιάννης Σαμψαλάκης αναλαμβάνουν διαδοχικούς ρόλους –άνδρες, γυναίκες, παιδιά, φιγούρες εξουσίας, περιθωριακούς, πρόσωπα του θεάματος και της ηθικής– και τους ενσαρκώνουν με αξιοσημείωτη ακρίβεια και πειθαρχία.

Οι συνεχείς μεταμορφώσεις τους δεν αποσκοπούν στην ψυχολογική ολοκλήρωση των χαρακτήρων, αλλά στη δημιουργία ενός απρόσωπου, μηχανικού κόσμου, όπου τα πρόσωπα εναλλάσσονται χωρίς ουσία, όπως οι θεσμοί και οι αξίες που εκπροσωπούν. Με ελεγχμένη υπερβολή και έντονη σκηνική παρουσία, λειτουργούν ως προεκτάσεις του εφιάλτη του ήρωα, ως μορφές που τον ωθούν, τον δελεάζουν ή τον συνθλίβουν. Το σύνολο του θιάσου υπηρετεί με συνέπεια το εξπρεσιονιστικό όραμα της παράστασης, αποδεικνύοντας ότι πρόκειται για μια δουλειά συλλογική και αυστηρά καλοκουρδισμένη.

Αυτός που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τα μεσάνυχτα
Πάτροκλος Σκαφίδας

Συμπέρασμα

Το «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα» δεν είναι και ευτυχώς δεν προσπαθεί να γίνει μια εύκολη παράσταση. Ο Θωμάς Μοσχόπουλος αναλαμβάνει συνειδητά το ρίσκο της σκηνικής μεταφοράς ενός απαιτητικού, πολυεπίπεδου και δυσνόητου έργου, προτείνοντας μια παράσταση που δεν χαϊδεύει τον θεατή, αλλά τον προκαλεί. Άλλοτε τον αφήνει να χαθεί, άλλοτε τον επαναφέρει βίαια στο κέντρο της δράσης, θυμίζοντάς του ότι το θέατρο μπορεί να είναι πεδίο σύγκρουσης, όχι άνεσης.

Με ισχυρή σκηνοθετική ταυτότητα, υψηλής αισθητικής οπτικό σύμπαν και ερμηνείες που αγγίζουν τον πυρήνα της ανθρώπινης αγωνίας, η παράσταση λειτουργεί ως μια σύγχρονη υπαρξιακή αλληγορία για τον άνθρωπο που αναζητά νόημα σε έναν κόσμο απογυμνωμένο από πνευματικό κέντρο.

Σχετικό Άρθρο
Info:

Θέατρο Βασιλάκου

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ
Τετάρτη & Κυριακή στις 20:00
Πέμπτη, Παρασκευή & Σάββατο στις 21:00
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ ηλεκτρονικά στο https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/ekeinos-pou-eklepse-ti-mera-plirose-ti-nyxta

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα